25.9 C
Athens
Δευτέρα, 16 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑΗ κρατικοποίηση και ταυτόχρονα ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής οικονομίας μέσα από το νέο...

Η κρατικοποίηση και ταυτόχρονα ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής οικονομίας μέσα από το νέο νομοσχέδιο

Από το Πανελλήνιο Παρατηρητήριο των Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών

Η κρατικοποίηση και ταυτόχρονα ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής οικονομίας μέσα από το νέο νομοσχέδιο.

Μετά από μακρά κυοφορία για τον νέο νόμο της κοινωνικής οικονομίας, που υποτίθεται θα έδινε ώθηση το νομοσχέδιο βρίσκεται στην διαβούλευση.

Δεν θα αναφερθούμε στο σύνολο, αλλά στο άρθρο που δίνει την χαριστική βολή σε ό,τι έχει απομείνει και που μπορεί να αποκαλείται κοινωνική οικονομία. Διαβάζουμε στο άρ. 3. Ότι Φορείς κοινωνικής οικονομίας μπορούν να είναι, εκτός των συνεταιρισμών και των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών, οποιαδήποτε άλλη νομική προσωπικότητα. Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι μπορεί να είναι οποιαδήποτε κρατική ΑΕ, κρατικοί οργανισμοί, δημοτικοί οργανισμοί και οποιαδήποτε ιδιωτική ΑΕ, ΟΕ, ΕΕ, ΕΠΕΚ κλπ.

Τίθεται το εξής ερώτημα από κάθε αφελή. Αν ο καθένας μπορεί να αυτοχαρακτηριστεί κοινωνική επιχείρηση, γιατί άραγε χρειάζεται ένας νέος νόμος, αφού και με τους υφιστάμενους νόμους, μπορεί κάθε κρατική ή ιδιωτική επιχείρηση, κάθε ΑΕ, να κάνει φιλανθρωπία, κοινωνική ωφέλεια, εταιρική κοινωνική ευθύνη για να απαλλαγεί από την φορολογία;

Η απάντηση είναι απλή. Η λεηλασία του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Μέχρι τώρα η λεηλασία αυτή, γινόταν με ελλιπή νομική κάλυψη, ενώ με τον νέο νόμο θα έχει πλήρη νομιμοφάνεια, ώστε να μπορούν οι πόροι που προορίζονται από την ΕΕ για τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς και τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις κοινωνίας πολιτών, να πηγαίνουν απρόσκοπτα στα ιδιωτικά συμφέροντα και στον κρατισμό.

Το νέο νομοσχέδιο προβλέπει , εκτός των άλλων φορέων, φορέας κοινωνικής οικονομίας θα θεωρείται και:

«οποιαδήποτε άλλη νομική προσωπικότητα, εφόσον σωρευτικά:

Α. Το καταστατικό τους  περιέχει τις απαιτούμενες προβλέψεις  των παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8  του άρθρου 2 του παρόντος.

Β. Τα μετά τη φορολόγηση κέρδη διατίθενται ετησίως για τους εξής σκοπούς:

α. ποσοστό τουλάχιστον 5% για το σχηματισμό αποθεματικού

β.  ποσοστό έως 35% στους εργαζόμενους του Φορέα, εκτός κι αν τα 2/3 των μελών της Γενικής Συνέλευσης του Φορέα αποφασίσει αιτιολογημένα τη διάθεση του ποσοστού αυτού σε δραστηριότητες του στοιχείου γ. 

γ. και το υπόλοιπο διατίθεται είτε για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τη γενικότερη διεύρυνση της παραγωγικής δυνατότητας είτε για δράσεις Κοινωνικής Ωφέλειας στην τοπική κοινότητα που έχει την έδρα ή ασκεί τις δραστηριότητές του ο Φορέας Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, όπως ορίζονται στους καταστατικούς σκοπούς του. Τα μέλη που δεν είναι εργαζόμενοι δεν έχουν δικαίωμα στη διανομή των κερδών. Η συμβολή του Φορέα Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της κοινότητας όπου ασκεί τις δραστηριότητές του οφείλει να αποδεικνύεται ετησίως μέσω της χρήσης του “Εργαλείου Μέτρησης Κοινωνικού Αντικτύπου”, της παραγράφου 7 του άρθρου 24.

Γ. Η οικονομική τους δραστηριότητα κομίζει Συλλογική και Κοινωνική Ωφέλεια, όπως ορίζονται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2, οι οποίες οφείλουν να περιγράφονται καταστατικά και να αποδεικνύονται ετησίως μέσω της χρήσης του “Εργαλείου Μέτρησης Κοινωνικού Αντικτύπου”, της παραγράφου 7 του άρθρου 24». 

img58128 d8529488850b91c19a1b8c01dc2845db

Σχέδιο Νόμου για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και την ανάπτυξη των φορέων της 

Κεφάλαιο Α’

Άρθρο 1. Γενικές Διατάξεις

1. Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η ανάπτυξη του τομέα της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, μέσω της δημιουργίας ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος, που θα διευκολύνει τη συμμετοχή όλων των πολιτών σε όλες τις δυνατές παραγωγικές δραστηριότητες, με τη διάχυση πρακτικών δημοκρατίας, ισότητας, αλληλεγγύης, συνεργασίας, καθώς και του σεβασμού στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

2. Ο παρών νόμος στοχεύει:

α. Στη διάχυση του παραδείγματος της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας σε όλους τους δυνατούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας. 

β. Στη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος που θα στηρίζει και θα ενισχύει τα παραγωγικά εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης, ώστε μέσω της κάλυψης κοινωνικών αναγκών να μπορούν να συμβάλλουν στην  κοινωνική πρόοδο και στη δίκαιη οικονομική ανάπτυξη.

γ. Στον καθορισμό και την ανάδειξη της συλλογικής και της κοινωνικής ωφέλειας ως συστατικά στοιχεία της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας. 

3.Ειδικότερα,  με τον παρόντα νόμο ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στο περιεχόμενο και στις δραστηριότητες του τομέα της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, στη σύσταση και λειτουργία των Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων και των Συνεταιρισμών Εργαζομένων καθώς και στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούν υφιστάμενες νομικές προσωπικότητες για την απόδοση σε αυτές της ιδιότητας του “Φορέα Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας”. 

Άρθρο 2. Ορισμοί

Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου ισχύουν τα εξής:

1.Ως «Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία» ορίζεται το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που στηρίζονται σε μια εναλλακτική μορφή οργάνωσης των σχέσεων  παραγωγής,  διανομής, κατανάλωσης και επανεπένδυσης, βασισμένη στις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, καθώς και του σεβασμού στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

2. «Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας» είναι εκείνα τα νομικά πρόσωπα τα οποία αναλαμβάνουν τις δραστηριότητες της παραγράφου 1, εφόσον ο σκοπός και ο τρόπος λειτουργίας περιγράφεται καταστατικά ως εξής: 

α. Εφαρμόζουν  δημοκρατικό σύστημα λήψης αποφάσεων, σύμφωνα με την αρχή ένα μέλος μία ψήφος. 

β. Δεν αποδίδουν προτεραιότητα στη μεγιστοποίηση του κέρδους και, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, εφαρμόζουν περιορισμούς στη διανομή κερδών και επανεπενδύουν μέρος τους σε δραστηριότητες που προάγουν τη συλλογική ή και την κοινωνική ωφέλεια, όπως ορίζονται στον παρόντα νόμο.

γ. Προάγουν τη σύγκλιση στην αμοιβή της εργασίας, εφαρμόζοντας σύστημα αμοιβών που ρυθμίζει δίκαια την αναλογία ανώτατης προς κατώτατη αμοιβή για τους συμμετέχοντες. Η υποχρέωση αυτή ισχύει σε οποιασδήποτε μορφής σύμπραξη δύο ή περισσότερων νομικών προσώπων. 

δ. Έναντι κάθε τρίτου, διαθέτουν αυτονομία στη διοίκηση, στη διαχείριση και στην ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους. 

ε. Αποβλέπουν στην οριζόντια και ισότιμη μεταξύ τους  δικτύωση, μέσω της δημιουργίας  δικτύων και συστάδων, με σκοπό την αποκόμιση κοινών ωφελειών.

3.Ως «Συλλογική ωφέλεια» ορίζεται η από κοινού εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών του Φορέα Κοινωνικής Οικονομίας, μέσα από τη δημιουργία ισότιμων σχέσεων παραγωγής, τη δημιουργία θέσεων σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας, τη συμφιλίωση προσωπικής, οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, καθώς και από την εξυπηρέτηση ευρύτερων κοινωνικών αναγκών.

4.Ως «Κοινωνική Ωφέλεια» ορίζεται η εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών τοπικού ή ευρύτερου χαρακτήρα αξιοποιώντας την Κοινωνική Καινοτομία, μέσα από δραστηριότητες «Βιώσιμης Ανάπτυξης» ή παροχής «Κοινωνικών Υπηρεσιών Γενικού Ενδιαφέροντος» ή παροχής υπηρεσιών ένταξης Ευάλωτων ή Ειδικών Ομάδων, όπως αυτές ορίζονται στον παρόν άρθρο. Ο τρόπος εξυπηρέτησης της Κοινωνικής Ωφέλειας πρέπει να περιγράφεται ρητά και με σαφήνεια στο καταστατικό του Φορέα Κοινωνικής Οικονομίας.

5. Η «Κοινωνική Καινοτομία» συνίσταται σε οικονομικές δραστηριότητες, δηλαδή στην παραγωγή προϊόντων και παροχή υπηρεσιών,  που ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες αξιοποιώντας κοινωνικές δυνάμεις του κόσμου της εργασίας και ταυτόχρονα δημιουργούν νέες κοινωνικές σχέσεις, που προάγουν τη συλλογικότητα και την ισοτιμία. 

6. Η «Βιώσιμη Ανάπτυξη» περιλαμβάνει οικονομικές δραστηριότητες που στοχεύουν στην αειφορία του φυσικού περιβάλλοντος, προστατεύουν κι αναπτύσσουν τα κοινά αγαθά, προωθούν τη διαγενεακή και πολυπολιτισμική συμφιλίωση, δίνοντας έμφαση στην τοπική διάσταση. Ενδεικτικά, περιλαμβάνει δραστηριότητες, όπως: 

Η Προστασία και αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας.

Η αειφόρος γεωργία και κτηνοτροφία. 

Η κοινοτικά υποστηριζόμενη γεωργία ή κτηνοτροφία  και κάθε άλλο σύστημα που συμβάλλει στην εγγύτητα μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών.

Το δίκαιο και αλληλέγγυο εμπόριο.

Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε μικρή κλίμακα και  η ανάπτυξη τεχνολογίας που μειώνει την κατανάλωση ενέργειας.

Η μείωση της παραγωγής αποβλήτων μέσα από την επαναχρησιμοποίηση, αξιοποίηση, ανακύκλωσή τους με έμφαση στην συμμετοχή των πολιτών και στην τοπικότητα ή  μέσα από τον επανασχεδιασμό του τρόπου παραγωγής και διανομής των προϊόντων.

Η κατασκευή και συντήρηση βασικών υποδομών, όπως μεταφορές, δίκτυα τηλεπικοινωνιών και ενέργειας σε συνδιαμόρφωση με τις τοπικές κοινωνίες.

Η ανάπτυξη δεξιοτήτων και μεταφοράς τεχνογνωσίας.

Ο εναλλακτικός και ήπιος τουρισμός. 

Ο σχεδιασμός και η διάθεση καινοτόμων και ελεύθερων ψηφιακών προϊόντων και υπηρεσιών, βασισμένων στο ελεύθερο λογισμικό, και κάθε άλλη μορφή τεχνολογίας που προωθεί την ομότιμη και βασισμένη στα κοινά παραγωγή. 

Η παραγωγή, μεταποίηση, προώθηση, διατήρηση και ανάδειξη τοπικών προϊόντων, υπηρεσιών και επαγγελμάτων και γενικότερα της πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε τόπου.

Η παραγωγή και διάχυση νέας πολιτισμικής δημιουργίας. 

7.«Κοινωνικές Υπηρεσίες Γενικού Ενδιαφέροντος» είναι οι υπηρεσίες που προάγουν την ποιότητα ζωής και την κοινωνική προστασία και περιλαμβάνουν ενδεικτικά, την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνική στέγαση, την κοινωνική σίτιση, την παιδική φροντίδα, τη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων, βρεφών, παιδιών, ατόμων με αναπηρία και ατόμων με χρόνιες παθήσεις  και τις υπηρεσίες κοινωνικής αρωγής.

8. Ως «Κοινωνική Ένταξη» ορίζεται η διαδικασία ενσωμάτωσης στην κοινωνική και οικονομική ζωή ατόμων που ανήκουν στις “Ευάλωτες” και τις “Ειδικές” Ομάδες, κυρίως μέσω της προώθησής τους στη μισθωτή εργασία.

9.Ως «Ευάλωτες» ορίζονται εκείνες οι κοινωνικές ομάδες, των οποίων η ένταξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή είναι δυσχερής σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Συγκεκριμένα, πρόκειται για:

α) τα άτομα με αναπηρία οποιασδήποτε μορφής (σωματική, ψυχική, νοητική, αισθητηριακή)

β) τα άτομα με προβλήματα εξάρτησης από ουσίες ή τα απεξαρτημένα άτομα

γ) τους οροθετικούς/ές

δ) τους ανήλικους παραβάτες, τους φυλακισμένους/ες και  αποφυλακισμένους/ες

Ως “Ειδικές Ομάδες”, ορίζονται: 

α) τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας και trafficking

β) οι άστεγοι (και άποροι)

γ) οι οικονομικοί μετανάστες

δ) οι πρόσφυγες και οι αιτούντες άσυλο

ε) οι αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών 

στ) τα άτομα με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες

ι) οι μακροχρόνια άνεργοι άνω των πενήντα ετών.

Άρθρο 3 Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας 

1. Οι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ) που θεσπίζονται από τον παρόντα νόμο και οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.) που διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2716/1999, όπως ισχύει, και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του ν. 1667/1986, καθώς και όσων ορίζει το αρ.12 του ν. 3842/2010, καθώς και οι Συνεταιρισμοί Εργαζομένων που θεσπίζονται από τον παρόντα νόμο, θεωρούνται αυτοδικαίως από τη σύστασή τους Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας και υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου από την εγγραφή τους στο Μητρώο Φορέων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας του άρθρου 26, αναφερομένου στον παρόντα νόμο και απλώς ως «Μητρώο». Περεταίρω, “Φορείς της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας”  μπορούν να είναι και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί του Ν.4384/16, όπως ισχύει, οι αστικοί συνεταιρισμοί του ν.1667/1986, όπως ισχύει, οι ενώσεις προσώπων των άρθρων 78 επ. του Α.Κ., οι Αστικές Εταιρίες των άρ. 741 επ. του Α.Κ., καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλη νομική προσωπικότητα, εφόσον σωρευτικά:

Α. Το καταστατικό τους  περιέχει τις απαιτούμενες προβλέψεις  των παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8  του άρθρου 2 του παρόντος.

Β. Τα μετά τη φορολόγηση κέρδη διατίθενται ετησίως για τους εξής σκοπούς:

α. ποσοστό τουλάχιστον 5% για το σχηματισμό αποθεματικού

β.  ποσοστό έως 35% στους εργαζόμενους του Φορέα, εκτός κι αν τα 2/3 των μελών της Γενικής Συνέλευσης του Φορέα αποφασίσει αιτιολογημένα τη διάθεση του ποσοστού αυτού σε δραστηριότητες του στοιχείου γ. 

γ. και το υπόλοιπο διατίθεται είτε για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τη γενικότερη διεύρυνση της παραγωγικής δυνατότητας είτε για δράσεις Κοινωνικής Ωφέλειας στην τοπική κοινότητα που έχει την έδρα ή ασκεί τις δραστηριότητές του ο Φορέας Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, όπως ορίζονται στους καταστατικούς σκοπούς του. Τα μέλη που δεν είναι εργαζόμενοι δεν έχουν δικαίωμα στη διανομή των κερδών. Η συμβολή του Φορέα Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της κοινότητας όπου ασκεί τις δραστηριότητές του οφείλει να αποδεικνύεται ετησίως μέσω της χρήσης του “Εργαλείου Μέτρησης Κοινωνικού Αντικτύπου”, της παραγράφου 7 του άρθρου 24.

Γ. Η οικονομική τους δραστηριότητα κομίζει Συλλογική και Κοινωνική Ωφέλεια, όπως ορίζονται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2, οι οποίες οφείλουν να περιγράφονται καταστατικά και να αποδεικνύονται ετησίως μέσω της χρήσης του “Εργαλείου Μέτρησης Κοινωνικού Αντικτύπου”, της παραγράφου 7 του άρθρου 24 . 

2.Ο Φορέας Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας υποχρεούται να απασχολεί τουλάχιστον έναν εργαζόμενο, πλήρους απασχόλησης ή το ισοδύναμό της σε θέσεις μερικής απασχόλησης, ακόμη και μέλος του, μετά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του και εφόσον από τον κύκλο οικονομικής του δραστηριότητας προκύπτουν έσοδα ικανά για να καλύπτουν το κόστος εργασίας με βάση τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό. Μετά την παρέλευση τριετίας από τη  η υποχρέωση πλήρους απασχόλησης ή του ισοδύναμού της σε Η διαπίστωση παράβασης της προαναφερθείσας υποχρέωσης, επιφέρει τη διαγραφή του νομικού προσώπου από το Μητρώο Φορέων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας του άρθρου 26.

Κεφάλαιο Β’ – Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις και Συνεταιρισμοί Εργαζομένων

Άρθρο 4. Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις

1. Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (εφεξής αναφερόμενες και ως Κοιν.Σ.Επ.) είναι εκείνοι οι αστικοί συνεταιρισμοί του Ν. 1667/1986, όπως ισχύει,  που έχουν ως καταστατικό σκοπό τη Συλλογική και την Κοινωνική ωφέλεια, όπως ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 2 και διαθέτουν εκ του νόμου εμπορική ιδιότητα. 

2.Ανάλογα με τον ειδικότερο σκοπό τους, οι Κοιν.Σ.Επ. διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:

Α) Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης, οι οποίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:

 αα)Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης Ευάλωτων Ομάδων, οι οποίες αφορούν στην ένταξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, όπως ορίζεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 2, των ατόμων που ανήκουν στις Ευάλωτες Κοινωνικές Ομάδες, όπως ορίζονται  στην παράγραφο 9 του άρθρου 2. Ποσοστό 30% κατ’ ελάχιστον των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις αυτές ανήκουν υποχρεωτικά σε αυτές τις κατηγορίες. H συμμετοχή σε αυτές των εκάστοτε φυσικών προσώπων που ανήκουν στις Ευάλωτες Ομάδες και προσμετρώνται στο παραπάνω ποσοστό οφείλει να διενεργείται για χρονικό διάστημα πέντε ετών. οφείλει να διενεργείται ανά πενταετία. 

αβ) ΚοινΣεπ Ένταξης Ειδικών Ομάδων, οι οποίες αφορούν στην ένταξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, όπως ορίζεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 2, των ατόμων που ανήκουν στις Ειδικές Ομάδες Πληθυσμού, όπως ορίζονται στην παράγραφο 9 του άρθρου 2. Ποσοστό 50% κατ’ ελάχιστον των εργαζομένων στις επιχειρήσεις αυτές ανήκουν υποχρεωτικά σε αυτές τις κατηγορίες. Η συμμετοχή σε αυτές των εκάστοτε φυσικών προσώπων που ανήκουν στις Ειδικές Ομάδες Πληθυσμού και προσμετρώνται στο παραπάνω ποσοστό οφείλει να διενεργείται για πεπερασμένο χρονικό διάστημα, το οποίο προσδιορίζεται με ΥΑ του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

αγ) Οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.) του αρ.12 του ν.2716/1999, όπως ισχύει, θεωρούνται αυτοδικαίως Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Ένταξης. 

Β) Κοιν.Σ.Επ. Συλλογικής και Κοινωνικής Ωφέλειας, οι οποίες αναπτύσσουν δραστηριότητες “Βιώσιμης Ανάπτυξης”, όπως ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 ή και παρέχουν “Κοινωνικές Υπηρεσίες Γενικού Ενδιαφέροντος”, όπως ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 2.

Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες στον παρόντα νόμο προϋποθέσεις, μια Κοιν.Σ.Επ. μπορεί να τροποποιήσει το καταστατικό της με σκοπό να ενταχθεί σε άλλη κατηγορία Κοιν.Σ.Επ.. Η τροποποίηση αφορά μόνο στην κατηγορία ΚοινΣΕπ και τα λοιπά στοιχεία εγγραφής και λειτουργίας της διατηρούνται.

Άρθρο 5. Σύσταση της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης.

1. Η σχέση μεταξύ των μελών της Κοιν.Σ.Επ., η διοίκηση, η λειτουργία της, καθώς και η λύση της διέπονται από το ν. 1667/1986 (Α’ 196), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα  νόμο. Δεν εφαρμόζονται  το άρθρο 1, οι παράγραφοι 2,3, 7 και 8 του άρθρου 2, οι παράγραφοι 4 και 6 του άρθρου 3, η παράγραφος  4 του άρθρου 4, η παράγραφος 2 του άρθρου 5, το άρθρο 8, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 9, το άρθρο 13 και το άρθρο  του άρθρου 14 του ν. 1667/1986.

Όπου στο νόμο 1667/1986 αναφέρεται καταχώριση στο «Μητρώο Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου» ή «στο Μητρώο της παραγράφου 3 του άρθρου 1» νοείται το Μητρώο της παρ. Χ του άρθρου Χ.

2. Η σύσταση μιας Κοιν.Σ.Επ. και η υπαγωγή της στις διατάξεις του νόμου αυτού συντελείται με την επιτυχή καταχώρησή της στο ΓΕΜΗ, το οποίο είναι η αρμόδια αρχή για τα θέματα της δημοσιότητα της Κοιν.Σ.Επ.. Το Γενικό Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας, του άρθρου 26 του παρόντος, εφεξής αναφερόμενο και ως Μητρώο, είναι η αρμόδια διοικητική αρχή για την άσκηση εποπτείας, ελέγχου λειτουργείας, αλλά και ελέγχου νομιμότητας της αρχικής καταχώρησης (εγγραφής) των Κοιν.Σ.Επ. στο Γ.Ε.ΜΗ. Εφόσον υποβάλλεται προτυποποιημένο καταστατικό́ του άρθρου ΧΧ, τεκμαίρεται η συμβατότητα των διατάξεών του με τον παρόντα νόμο, δεν απαιτείται έλεγχος για έγκριση από το μητρώο κοινωνικής οικονομίας του ΥΠΕΚΑΑ και η σύσταση της μπορεί να ολοκληρωθεί από την «Υπηρεσία Μιας Στάσης».

5. Στη σφραγίδα, στα έντυπα, στα έγγραφα και στις συμβάσεις που συνάπτει μια Κοιν.Σ.Επ. αναγράφεται υποχρεωτικά ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, ο αριθμός Γ.ΕΜ.Η. και ο Αριθμός Γενικού Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας (Α.Γε.Μ.Κ.Ο.), οι οποίοι της αποδίδονται κατά τη σύστασή της και όποιο άλλο στοιχείο  προβλέπει η υπόλοιπη νομοθεσία.

6. Κάθε Κοιν.Σ.Επ. οφείλει να καταχωρεί ηλεκτρονικά στο πληροφορικό σύστημα του Μητρώου κάθε μεταβολή στοιχείων της αλλά και τον ετήσιο προγραμματισμό, τον ετήσιο απολογισμό και τον ετήσιο ισολογισμό, εγκεκριμένους από την Γενική Συνέλευση των μελών της. 

7. Το καταστατικό της ΚοινΣΕπ πρέπει να πληροί τις ανωτέρω υπό τα άρθρα 2. και 3. ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στον παρόντα νόμο, καθώς και τα ακόλουθα:

αα) Την επωνυμία, την έδρα και το σκοπό της Κοιν.Σ.Επ. Ως έδρα ορίζεται τουλάχιστον ο δήμος. Η επωνυμία της Κοιν.Σ.Επ. ορίζεται από το σκοπό της, το είδος της Κοιν.Σ.Επ. και την έκταση της ευθύνης των μελών της. Ονόματα μελών ή τρίτων δεν περιλαμβάνονται στην επωνυμία της Κοιν.Σ.Επ. 

ββ) Τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας ή την επωνυμία και τη διεύθυνση των ιδρυτικών μελών

γγ) Τους όρους εξόδου και εισόδου των μελών

δδ) Την έκταση της ευθύνης των μελών, όπως ορίζεται στην παράγραφο 17.

εε) Το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας

στστ) Τον ορισμό της προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής που θα μεριμνήσει για την έγκρισή του και τη σύγκλιση της πρώτης γενικής συνέλευσης για ανάδειξη των οργάνων διοίκησης της Κοιν.Σ.Επ.

Κατά τα λοιπά, το καταστατικό μπορεί να παραπέμπει στις διατάξεις των οικείων νόμων. 

10.Το ετήσιο πρόγραμμα καθώς και ο απολογισμός εκτέλεσης αυτού αποστέλλεται υποχρεωτικά στο Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας. Τα στοιχεία αυτά δύνανται να χρησιμοποιηθούν από το Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας για προβλεπόμενο έλεγχο.

11.Η συμμετοχή νομικών προσώπων στην Κοιν.Σ.Επ. δε μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 του συνόλου των μελών της, ενώ δεν επιτρέπεται η συμμετοχή σε αυτήν των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που υπάγονται σε αυτούς. Κατ’ εξαίρεση για τις Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης, όπως αυτές ορίζονται στην περίπτωση Α της παρ. 2 του άρθρου 4, μπορούν να είναι μέλη νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με έγκριση του φορέα που τα εποπτεύει.

12.Μέλος μιας Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης δε μπορεί να είναι μέλος και άλλης Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης με ίδια ή ανταγωνιστική δραστηριότητα. Εξαιρούνται τα μέλη, που δεν είναι και εργαζόμενοι, των ΚοινΣΕπ Ένταξης.

13. Μόνη η συμμετοχή ενός φυσικού προσώπου με την ιδιότητα του μέλους εταίρου, σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση, δεν του προσδίδει εμπορική ιδιότητα και δεν δημιουργεί ασφαλιστικές ή φορολογικές υποχρεώσεις.  

14. Το κεφάλαιο της επιχείρησης διαιρείται σε συνεταιριστικές μερίδες. Ο αριθμός των μερίδων και η ονομαστική τους αξία, η οποία είναι ίδια για κάθε μερίδα, καθορίζονται στο καταστατικό της επιχείρησης και σε κάθε περίπτωση το ύψος της κάθε συνεταιριστικής μερίδας δε μπορεί να είναι κατώτερο των 100 Ευρώ. 

15.Τα μέλη της Κοιν.Σ.Επ. διαθέτουν μία υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, ως ελάχιστη συμμετοχή στο κεφάλαιο της επιχείρησης και είναι ίση για όλα τα μέλη. Στο καταστατικό μπορεί να προβλέπεται η απόκτηση μέχρι τριών προαιρετικών μερίδων χωρίς δικαίωμα ψήφου.

16. Η απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων πραγματοποιείται με καταβολή μετρητών, καθώς και με την εισφορά κινητής ή και ακίνητης περιουσίας, εφόσον αυτό περιγράφεται ρητά στο καταστατικό. 

17. Το μέλος της ΚοινΣΕπ ευθύνεται έναντι των δανειστών της επικουρικά μέχρι του ποσού που κατέβαλε για την απόκτηση της συνεταιριστικής του μερίδας. O νόμιμος εκπρόσωπος της Κοιν.Σ.Επ. ευθύνεται επικουρικά και προσωπικά για τις οφειλές της Κοιν.Σ.Επ., σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν.4321/2015, του άρθρου 115 του ν.2238/1994 και του άρθρου 4 του ν. 2556/1997, όπως ισχύουν.

18. Εκτελεστικό διοικητικό όργανο της Κοιν.Σ.Επ. είναι η Διοικούσα Επιτροπή που διέπεται από το άρθρο 7 του ν. 1667/1986 (Α’ 196), με την επιφύλαξη του παρόντος νόμου.

Άρθρο 6. Σχέσεις μεταξύ μελών και της Κoιν.Σ.Επ.

1.Η είσοδος νέων μελών επιτρέπεται κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 4,5 και 6 του άρθρου 2 του ν.1667/1986, όπως ισχύει και συντελείται με την εγγραφή τους ως μέλη. Τα νέα μέλη αποκτούν μία υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, η ονομαστική αξία της οποίας δε μπορεί να είναι μικρότερη από αυτή που ορίζεται στο καταστατικό.

2. Η απώλεια της ιδιότητας του μέλους επέρχεται με την αποχώρηση, την αποβολή ή τη μεταβίβαση της συνεταιριστικής του μερίδας και δημιουργεί την υποχρέωση στην Κοιν.Σ.Επ να υποβάλει θεωρημένο αντίγραφο του βιβλίου μελών στο Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας του άρθρου 26.  

3.Τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από την Κοιν.Σ.Επ. με δήλωση που υποβάλλεται εγγράφως σε αυτή τρεις τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη του λογιστικού έτους και ισχύει από την αρχή του επόμενου λογιστικού έτους. Η αξία της συνεταιριστικής μερίδας του αποχωρούντος μέλους επιστρέφεται στο αποχωρoύν μέλος εντός τριών μηνών από την έγκριση του Ισολογισμού ή της Οικονομικής Κατάστασης Αποτελεσμάτων της χρήσης μέσα στην οποία δηλώθηκε η αποχώρηση. Με την επιστροφή εκκαθαρίζεται η σχέση της Κοιν.Σ.Επ. με το μέλος, χωρίς αυτό να έχει αξίωση επί της περιουσίας που έχει σχηματιστεί. Η αποχώρηση του μέλους ολοκληρώνεται με τη λογιστική εκκαθάριση του επόμενου λογιστικού έτους. 

4. Η μεταβίβαση της υποχρεωτικής συνεταιριστικής μερίδας μέλους γίνεται μόνο σε νέο μέλος και εγκρίνεται από το συλλογικό όργανο που προβλέπει το καταστατικό και εν αμφιβολία από τη Διοικούσα Επιτροπή, η οποία συνεδριάζει υποχρεωτικά για το θέμα αυτό. Επιτρέπεται η μεταβίβαση των προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων σε υφιστάμενα μέλη, εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά στο καταστατικό. Απόφαση με  παράνομο ή καταχρηστικό περιεχόμενο προσβάλλεται εντός προθεσμίας δύο μηνών ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου δικαστηρίου που δικάζει με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του  Κ.Πολ.Δ.

5. Η αποβολή μέλους γίνεται με απόφαση αυξημένης πλειοψηφίας 2/3 της Γενικής Συνέλευσης, εφόσον το μέλος προέβη σε σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τον παρόντα νόμο και το καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ. και καθίσταται μη ανεκτή η παραμονή του στην Κοιν.Σ.Επ. Το καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ. οφείλει να εξειδικεύει ρητά και με σαφήνεια τους λόγους αποβολής ενός μέλους. Η απόφαση αυτή της Γενικής Συνέλευσης προσβάλλεται εντός προθεσμίας δύο μηνών ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του Κ.Πολ.Δ. 

6. Σε περίπτωση που μέλος φυσικό πρόσωπο αποβιώσει, η αξία της συνεταιριστικής του μερίδας περιέρχεται αυτοδικαίως στον ειδικό ή καθολικό του διάδοχο. Η ιδιότητα του μέλους είναι προσωποπαγής και δεν κληροδοτείται. Αν με το θάνατο του φυσικού προσώπου, ο αριθμός των μελών μειώνεται κάτω των πέντε, τότε επιβάλλεται η αντικατάστασή του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.2 του άρθρου 12. Άλλως, η Κοιν.Σ.Επ. λύεται αυτοδικαίως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11. 

Σε περίπτωση που μέλος νομικό πρόσωπο λυθεί, η αξία της συνεταιριστικής του μερίδας εγγράφεται στο ενεργητικό του και αποδίδεται σε αυτό.  Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν.1667/1986, όπως ισχύει.

7.Τα μέλη της ΚοινΣΕπ μπορεί να είναι και εργαζόμενοί της με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αμείβονται για την παρεχόμενη εργασία και έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία. 

8.Απαγορεύεται η ανάθεση έργου που αφορά στον κύριο ή στους κύριους τομείς δραστηριότητας της Κοιν.Σ.Επ. σε τρίτους ή σε μέλη της από την ΚΟΙΝΣΕΠ. Ο κύριος ή κύριοι τομείς δραστηριότητας προκύπτουν από το καταστατικό και τους ενεργούς Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας.   

9. Η παροχή υπηρεσιών προς εξυπηρέτηση του σκοπού της Κοιν.Σ.Επ. από μέλη της, τα οποία δεν βρίσκονται σε εργασιακή σχέση με αυτήν, είναι μη αμειβόμενη και  γίνεται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 713 επ. Α.Κ. Η σύμβαση εντολής που συνάπτεται μεταξύ μελών και ΚοινΣΕπ  οφείλει να γίνεται εγγράφως,  να  περιγράφει με σαφήνεια την παρεχόμενη υπηρεσία και σε κάθε περίπτωση δε μπορεί να υπερβαίνει τις 16 ώρες εβδομαδιαίως. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Πρόνοιας ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες της εφαρμογής της παρούσας παραγράφου. Για τους Κοι.Σ.Π.Ε. εφαρμόζεται το άρθρο 12 του ν. 2716/1999. 

Άρθρο 7. Σχέσεις Κοιν.Σ.Επ. με εργαζόμενους μη μέλη

1.Οι εργαζόμενοι μη μέλη δύνανται, μετά την παρέλευση ενός έτους από την ημερομηνία πρόσληψής τους, να αιτούνται την είσοδό τους σε αυτή ως νέα μέλη, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 6. Η ΚοινΣΕπ υποχρεούται να αποδίδει τις ασφαλιστικές εισφορές κάθε εργαζομένου σε αυτή στον οικείο φορέα κοινωνικής ασφάλισης. 

2.Ο αριθμός των εργαζομένων μη μελών δε μπορεί να υπερβαίνει τα 40% του συνόλου των εργαζομένων της ΚοινΣΕπ.  

Άρθρο 8. Γενική Συνέλευση

1.H τακτική Γενική Συνέλευση συγκαλείται υποχρεωτικά με σχετική απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής μια τουλάχιστον φορά κάθε χρόνο και σε κάθε περίπτωση πριν την εμπρόθεσμη υποβολή της ετήσιας φορολογικής του δήλωσης. Η Κοιν.Σ.Επ. εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα της οικονομικής δραστηριότητας, συντάσσει Οικονομική Κατάσταση Αποτελεσμάτων ή Ισολογισμό, υποβάλει αυτό προς έγκριση στην Τακτική Γενική Συνέλευση και  επίσης υποβάλει αυτή στο Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας, εντός μηνός από την έγκριση της, με επισυναπτόμενα το αντίγραφο πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης, καθώς και των λοιπών στοιχείων που προβλέπονται από το Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας.     

2.Η Γενική Συνέλευση των μελών συνέρχεται εκτάκτως εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με συγκεκριμένο θέμα προς τη Διοικούσα Επιτροπή από το 1/3 των μελών της ΓΣ. Αν η Διοικούσα Επιτροπή αρνείται τη σύγκληση, παρά το αίτημα τουλάχιστον του 1/3 των μελών, τα μέλη αυτά δικαιούνται να την συγκαλέσουν. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1, 3, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 5 και το άρθρο 6 του ν. 1667/1986.

3.Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης προσβάλλονται εντός προθεσμίας εξήντ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ