25.3 C
Athens
Τρίτη, 17 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΕΛΛΑΔΑΟι παρατηρήσεις του ΑΝΕΜΟΥ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ στο νομοσχέδιο για την κοινωνική οικονομία

Οι παρατηρήσεις του ΑΝΕΜΟΥ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ στο νομοσχέδιο για την κοινωνική οικονομία

Παρατηρήσεις του ΑΝΕΜΟΥ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ σχετικά με το σχέδιο νόμου «Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και ανάπτυξη των φορέων της»

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νομοσχεδίου αυτού, ο σκοπός του «είναι η ανάπτυξη του τομέα της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, μέσω της δημιουργίας ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος, που θα διευκολύνει τη συμμετοχή όσων πολιτών το επιθυμούν σε παραγωγικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται με σεβασμό στον άνθρωπο και το περιβάλλον και οργανώνονται με τη διάχυση πρακτικών δημοκρατίας, ισότητας, αλληλεγγύης και συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων και των τοπικών κοινωνιών». Υπάρχουν όμως πολλές επιφυλάξεις αν αυτή η κατ’ αρχάς θετική νομοθετική πρωτοβουλία δίνει περιθώρια ουσιαστικής διαβούλευσης αλλά και αν επιτυγχάνει τον σκοπό που θέτει.

Αναγκαίος περισσότερος χρόνος και άλλη διαδικασία για τη διαβούλευση

Ο Άνεμος Ανανέωσης έχει συμμετάσχει και παρακολουθήσει σχετικές συζητήσεις για τις δυνατότητες, τις αδυναμίες, τις ευκαιρίες και τους κινδύνους που υπάρχουν στην Ελλάδα σχετικά με την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία (ΚΑΛΟ), τόσο στο πλαίσιο του Φόρουμ Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας όσο και στο πλαίσιο των ημερίδων που οργάνωσε το Υπουργείο καθώς και σε πολλές άλλες τοπικού ή περιφερειακού χαρακτήρα συναντήσεις. Είμαστε πεπεισμένοι/ες ότι υπάρχει πλούτος ιδεών και εμπειριών που πρέπει να αποτυπωθούν και να ληφθούν σοβαρά υπόψη στη νέα νομοθετική ρύθμιση, πολύ περισσότερο που το νομοσχέδιο επιφέρει σημαντικές αλλαγές που θα καθορίσουν την ίδια την ύπαρξη και λειτουργία των κοινωνικών επιχειρήσεων.

Ο Άνεμος Ανανέωσης – σε συνέχεια των προτάσεων που είχε καταθέσει και στη διάρκεια των σχετικών ημερίδων που είχε οργανώσει το Υπουργείο αλλά και στη βάση των προτάσεων της πλατφόρμας συνεργασίας του Φόρουμ Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας – θα ήθελε να προτείνει στην πολιτική ηγεσία να παρατείνει τον χρόνο διαβούλευσης αλλά και να προσθέσει μια διαδικασία που θα διευκολύνει την ουσιαστική και όχι τυπική διαδικασία διαβούλευσης σχετικά με το σχέδιο νόμου «Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και ανάπτυξη των φορέων της»

Ο χρόνος που διατίθεται (14/7-27/7) μέσα στο καλοκαίρι είναι ελάχιστος αλλά και η ατομική ηλεκτρονική διαβούλευση δεν διευκολύνουν ένα ουσιαστικό διάλογο κι ανταλλαγή – σύνθεση απόψεων για ένα τόσο σοβαρό και λεπτομερειακό νομοσχέδιο που αναμέναμε τόσο καιρό. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει πολλές λεπτομερειακές ρυθμίσεις και είναι αδύνατον να διαμορφωθεί με συλλογικό τρόπο, με αυτές τις διαδικασίες ένα σχέδιο που θα είναι προϊόν ουσιαστικής διαβούλευσης.

Τόσο η κοινωνική επιχειρηματικότητα όσο και το νομοσχέδιο απαιτούν μια διαφορετική προσέγγιση διαβούλευσης ώστε να εκφραστεί και να αποτυπωθεί η πολυμορφία, η ποικιλία, η ιδιαιτερότητα και ο πλούτος της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Η όποια νέα νομοθετική ρύθμιση πρέπει να αποτυπώνει την δυναμική του χώρου και να δημιουργεί με συμμετοχικό τρόπο τις προϋποθέσεις για μια ανάπτυξή του από τα κάτω (bottom up).

Προτείνουμε, λοιπόν, αρχές Σεπτεμβρίου να οργανωθούν με πρωτοβουλία του Υπουργείου μια σειρά συμμετοχικών εργαστηρίων που θα αφορούν συγκεκριμένα θέματα και ενότητες, ώστε να μπορέσουν να συμμετάσχουν άμεσα και αυτοπροσώπως όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη και στελέχη των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας κάθε μορφής. Θα ήταν καλό να ακολουθηθούν μεθοδολογίες συμμετοχικού σχεδιασμού που δίνουν τη δυνατότητα σε όλους κι όλες να εκφράσουν απόψεις με δομημένο τρόπο ώστε να οδηγηθούμε σε αποτελέσματα μέσω της σύνθεσης απόψεων. Ως Άνεμος Ανανέωσης είμαστε στη διάθεσή σας να βοηθήσoυμε στην μεθοδολογία.

Συμφωνούμε επίσης με την παρατήρηση του ΔΙΚΚΕΜ ότι η επιλογή ενός τόσο ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος είναι προβληματική, καθώς το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου αφορά σε φορείς της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας που διαμορφώνουν με εσωτερική διαβούλευση τη συλλογική τους έκφραση και η οποία πίεση αλλοιώνει τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Είναι αδύνατο μέσα στο ασφυκτικό χρονικό διάστημα που έχει οριστεί να προλάβουν τα μέλη κάθε κοινωνικής επιχείρησης να συναντηθούν και να διαμορφώσουν συλλογικά τις προτάσεις τους, πολύ περισσότερο να βρεθούν και να συζητήσουν από κοινού (πχ στο πλαίσιο του Φόρουμ Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας) όχι μόνο γενικές αλλά και ειδικές κατευθύνσεις του νομοσχεδίου.

Επομένως, και οι δικές μας προτάσεις και παρατηρήσεις μας είναι αρχικές και απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία τους με βάση την μεθοδολογία που προτείνουμε συμμετοχικού σχεδιασμού.

Ασάφεια μεταβατικών διατάξεων

Ποια είναι η σχέση των φορέων «Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας» που δημιουργούνται με βάση το νέο θεσμικό πλαίσιο σε σχέση με όσες κοινωνικές επιχειρήσεις έχουν ήδη δημιουργηθεί με βάση τον νόμο 4019/2011 και είναι ήδη εγγεγραμμένες στο Γενικό Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας;

Στο νομοσχέδιο δεν φαίνεται με σαφή τρόπο το πώς μεταβαίνουμε από τον νόμο 4019/2011 στο νέο πλαίσιο, αν και το νομοσχέδιο βασίζεται στον υπάρχοντα νόμο. Για παράδειγμα αναφέρεται στο Κεφάλαιο Β’ «Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας», Άρθρο 3 «Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, παράγραφος 1 «Οι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ) που θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο και οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.) που διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2716/1999 (Α’ 96), όπως ισχύει, και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του ν. 1667/1986 (Α’ 196), καθώς και όσων ορίζει το αρ.12 του ν. 3842/2010 (Α’ 58), καθώς και οι Συνεταιρισμοί Εργαζομένων που θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο, θεωρούνται αυτοδικαίως από τη σύστασή τους Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας και υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου από την εγγραφή τους στο Μητρώο». Όμως έχει υπάρξει και ο νόμος 4019/2011, χωρίς να γίνεται αναφορά σε αυτόν.

Στο άρθρο 4, καθορίζεται ότι: «1. Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (εφεξής αναφερόμενες και ως Κοιν.Σ.Επ.) είναι οι αστικοί συνεταιρισμοί του ν.1667/1986 (Α’ 196), όπως ισχύει, που έχουν ως καταστατικό σκοπό τη συλλογική και την κοινωνική ωφέλεια, όπως ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 2 και διαθέτουν εκ του νόμου εμπορική ιδιότητα.

Ανάλογα με τον ειδικότερο σκοπό τους, οι Κοιν.Σ.Επ. διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:

α) Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης, οι οποίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: αα)Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης Ευάλωτων Ομάδων, αβ) Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης Ειδικών Ομάδων, ενώ αγ) Οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.) του αρ.12 του ν.2716/1999 (Α’ 96), όπως ισχύει, θεωρούνται αυτοδικαίως Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Ένταξης.

β) Κοιν.Σ.Επ. Συλλογικής και Κοινωνικής ωφέλειας, οι οποίες αναπτύσσουν δραστηριότητες “βιώσιμης ανάπτυξης”, όπως ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 ή και παρέχουν “κοινωνικές υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος”, όπως ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 2″.

Ο διαχωρισμός αυτός παραμένει όμως προβληματικός αφού στην πράξη πολλές παραγωγικές κοινωνικές επιχειρήσεις (πρωτογενούς παραγωγής ή επαναχρησιμοποίησης-ανακύκλωσης) μπορεί να έχουν και δραστηριότητες κοινωνικής ένταξης, πχ μεταναστών και προσφύγων, ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Σχετικά με τα βασικά χαρακτηριστικά του νομοσχεδίου

Είχαμε χαιρετίσει την πρόθεση του υπουργείου να διορθώσει προβλήματα που είχε η προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση του 4019/2011 αλλά και να προσπαθήσει να θέσει ένα κοινό πλαίσιο για όλες τις μορφές επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας. Ως Φόρουμ Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας είχαμε αποτυπώσει μέσω των Διακηρύξεων του 2014 και του 2015 τις προτάσεις και ιδέες μας για το τι πρέπει να αλλάξει, ενώ ο Κώδικας Δεοντολογίας Κοινωνικών Επιχειρήσεων που διαμορφώθηκε με συλλογικό τρόπο περιλαμβάνει αξίες, αρχές και κοινές θέσεις που θα θέλαμε να αποτυπώνονται και στις γενικές κατευθύνσεις του νομοσχεδίου.

Το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει αρκετές προσθήκες και αλλαγές που ήταν απολύτως απαραίτητες και βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση αλλά και πολλές ρυθμίσεις και διατάξεις που είναι αντιφατικές και προβληματικές. Όμως με πολλές από τις διατάξεις του αυξάνεται η εσωτερική γραφειοκρατία των Κοιν.Σ.Επ. αλλά και σημαντικά το κόστος λειτουργίας τους.

Αυτό-οργάνωση από τα κάτω και τελικός μόνο έλεγχος από την διοίκηση, αντί για ασφυκτική κρατική παρέμβαση σε κάθε λεπτομέρεια λειτουργίας των κοινωνικών επιχειρήσεων

Δεν είναι σαφής η στρατηγική επιλογή του νομοθέτη για την Κοινωνική κι Αλληλέγγυα Οικονομία. Επιδιώκει την ενίσχυση της αυτό-οργάνωσης του χώρου της Κοινωνικής κι Αλληλέγγυας Οικονομίας ή τον κρατικό έλεγχο και την πλήρη εξάρτησή της από το κράτος;

Η φιλοσοφία της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας είναι πρωτοβουλία από τα κάτω (bottom up approach), αυτό-οργάνωσή της στη βάση αξιών, αρχών και κοινών θέσεων καθώς και δημιουργία από την ίδια υποστηρικτικού οικοσυστήματος και μηχανισμών ελέγχου, ώστε να υπάρχει κατάλληλη υποστήριξη με προδιαγραφές κατάλληλες για κοινωνικές επιχειρήσεις αλλά και να αποτρέπονται αποτυχίες, αστοχίες και φαινόμενα διαφθοράς ή απάτης. Ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση το νομοσχέδιο αποτυγχάνει κατά την άποψή μας πλήρως. Αντιθέτως, προχωράει σε μια υπερβολική, αναλυτική και εξαντλητική ρύθμιση λεπτομερειών λειτουργίας των επιχειρήσεων που έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την προσέγγιση, καθορίζει με λεπτομέρεια και γραφειοκρατική προσέγγιση τον τρόπο λειτουργίας – χωρίς μάλιστα να αποσαφηνίζει αρχές κι αξίες – και θέτει εκ των πραγμάτων φραγμό στην αυτενέργεια, στην συλλογική διαχείριση και στην δημιουργία από τον ίδιο των χώρο των δομών και θεσμών στήριξης, συμβουλευτικής, εκπαίδευσης και ελέγχου/ αναφορών. Κατά την άποψή μας ο ρόλος της κεντρικής διοίκησης θα έπρεπε να αφορά στον τελικό έλεγχο και όχι στον λεπτομερειακό και εξαντλητικό προσδιορισμό κάθε λεπτομέρειας.

Η επιλογή ενός τόσο ασφυκτικού ρυθμιστικού πλαισίου που ενσωματώνεται μάλιστα σε νόμο – (στη βάση της αντίληψης ότι «επιχειρεί να αποτρέψει φαινόμενα διαφθοράς και αστοχίας, δηλαδή  να «προστατεύσει» τον χώρο από απόπειρες συγκαλυμμένης ιδιωτικής επιχειρηματικότητας), στην πράξη οδηγεί σε λάθος κατεύθυνση. Συμφωνούμε με την παρατήρηση του ΔΙΚΚΕΜ ότι το νομοσχέδιο με αυτό τον τρόπο «δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες, ανασχετικές και αντιφατικές ως προς την πρόθεση ανάπτυξης της ΚΑΛΟ και  μετουσίωσής της σε πυλώνα της οικονομίας, εναλλακτικό και ανατρεπτικό του κυρίαρχου μοντέλου οικονομικής λειτουργίας και ανάπτυξης. Και όλα αυτά σε ένα χώρο που νομοτελειακά και εξελικτικά δύναται να αυτοθεσμίσει μηχανισμούς αυτοελέγχου και αυτοκάθαρσης».

Επιδιώκεται ακόμα και το θέμα της επιλογής της μεθόδου μέτρησης κι έκθεσης του κοινωνικού αντίκτυπου, θέμα καθαρά επιστημονικό και κοινωνικό, να καθοριστεί με νόμο από το κράτος! Είναι σαφές ότι ο νόμος πρέπει να ωθεί τις κοινωνικές επιχειρήσεις να προβαίνουν σε μέτρηση και σε έκθεση του κοινωνικού αντίκτυπου, αλλά δεν μπορεί η μεθοδολογία να «κλειδώσει» με διάταξη που επιβάλλει το κράτος.

Άρση των διακρίσεων σε βάρος τους, όχι ιδρυματική αντιμετώπιση των κοινωνικών επιχειρήσεων

Επίσης, ενώ αναγνωρίζεται διεθνώς αλλά και στο νομοσχέδιο ο ρόλος και η σημασία της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, όχι μόνο σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο, στην πραγματικότητα έρχονται να προστεθούν και άλλες υποχρεώσεις και επιβαρύνσεις (γραφειοκρατικές, φορολογικές, και ασφαλιστικές), χωρίς να επιλύονται προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί μέχρι σήμερα. Αν ισχύσουν ορισμένες διατάξεις του, θα διαμορφωθούν νέες διακρίσεις και αποκλεισμοί σε βάρος των κοινωνικών επιχειρήσεων, σε σχέση με διαδικασίες και ρυθμίσεις που ισχύουν για κάθε άλλη επιχείρηση.  Ως Άνεμος Ανανέωσης έχουμε ζητήσει όχι ιδιαίτερη και «ιδρυματική» αντιμετώπιση των κοινωνικών επιχειρήσεων κάθε μορφής, αλλά άρση των διακρίσεων σε βάρος τουςακολουθώντας τις διατάξεις και απαιτήσεις των ευρωπαϊκών Κανονισμών για τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία. 

Ενιαία αντιμετώπιση από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες

Όπως και στο νομοσχέδιο έτσι και στις σχέσεις των κοινωνικών επιχειρήσεων με την διοίκηση, αυτές άλλοτε αντιμετωπίζονται ως αμιγώς επιχειρηματικές δραστηριότητες κι άλλοτε ως συλλογικά εγχειρήματα που στερούνται των δικαιωμάτων ή έχουν περιορισμένη αναγνώριση των δικαιωμάτων άλλων τύπων επιχειρήσεων.  Δεν υπάρχει, λοιπόν, μια σαφής κι ενιαία αντιμετώπιση τόσο στο νομοσχέδιο όσο και στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Έχουμε επισημάνει ότι, μεταξύ άλλων, όλα τα πληροφοριακά συστήματα (ΕΡΓΑΝΗ, ΙΚΑ, ΟΑΕΔ) πρέπει να αντιμετωπίζουν με ενιαίο τρόπο τις κοινωνικές επιχειρήσεις, γιατί ήδη η απουσία συνοχής δημιουργεί τραγελαφικές καταστάσεις και δημιουργεί καταστάσεις αποκλεισμού στην πράξη για τις ΚΟΙΝΣΕΠ αλλά και τις άλλες μορφές κοινωνικών επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, ένα πληροφοριακό σύστημα «αναγνωρίζει» τις ΚΟΙΝΣΕΠ ως «στενό δημόσιο» (αυτή είναι η αιτιολογία που ο ΟΑΕΔ, παρά της εντάσεις και επεξηγήσεις μας απέρριψε από πρόγραμμα για την «ρευστότητα επιχειρήσεων» τον ΑΝΕΜΟ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ), ενώ το πληροφοριακό σύστημα της εφορίας μας «αναγνωρίζει» ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Πουθενά δεν υπάρχει η ιδιαίτερη «ταυτότητα», δηλαδή αυτή της κοινωνικής επιχείρησης.

Οι θέσεις εργασίας δεν επιβάλλονται νομοθετικά…

Οι θέσεις εργασίας δεν μπορούν να επιβληθούν νομοθετικά. Είναι απόλυτα προβληματική η ρύθμιση των εργασιακών αναγκών και συνθηκών των επιχειρήσεων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας με έναν γενικό και ισοπεδωτικό τρόπο, κάτι που δεν ισχύει για οποιαδήποτε άλλη μορφή επιχείρησης. Δημιουργούνται επιπλέον διακρίσεις και επιβαρύνσεις, και συνθήκες ασφυξίας και αυτοδιάλυσης πολλών κοινωνικών επιχειρήσεων αλλά και αρνητικό κλίμα για την δημιουργία νέων.

Τα προβλήματα βιωσιμότητας δεν λύνονται με έναν ισοπεδωτικό τρόπο, που δεν αφήνει καθόλου ευελιξία και δυνατότητες προσαρμογής των κοινωνικών επιχειρήσεων, σε μια περίοδο με μεγάλη μεταβλητότητα και βαθιά κρίση. Πολύ περισσότερο που οι διάφορες μορφές κοινωνικών επιχειρήσεων έχουν διαφορετικές ανάγκες (πχ πρωτογενής παραγωγή, παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, χρηματο-οικονομικοί συνεταιρισμοί, βιομηχανική παραγωγή, τουριστικοί ή πολιτιστικοί σκοποί, κα).

Προτείνουμε, επίσης, τη χρήση του όρου ««συνεταιρισμένη εργασία» αντί της «μισθωτής εργασίας».

Συμφωνούμε με την σχετική πρόταση του ΔΙΚΚΕΜ:  «πρότασή μας ως συνέχεια του άρθρου 2 παράγραφος 2γ, η οποία κατά τη γνώμη μας θωρακίζει το χώρο απέναντι σε καιροσκόπους: «Προάγουν την αρχή «ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία», μεριμνούν για τη σύγκλιση στην αμοιβή της εργασίας, εφαρμόζοντας σύστημα αμοιβών που ρυθμίζει δίκαια την αναλογία ανώτατης προς κατώτατη αμοιβή για τους συμμετέχοντες. Η υποχρέωση αυτή ισχύει και σε οποιασδήποτε μορφής σύμπραξη δύο ή περισσότερων νομικών προσώπων».

Αναγνώριση του ιδιαίτερου ρόλου της κοινωνικής κι αλληλέγγυας οικονομίας

Επίσης, προτείνουμε, αναγνωρίζοντας την κοινωνική σημασία και τον ιδιαίτερο ρόλο της κοινωνικής επιχειρηματικότητας:

  • Να υπάρξει πρόβλεψη για εξαίρεση από την καταβολή τέλους επιτηδεύματος για τα πρώτα 3 τουλάχιστον χρόνια λειτουργίας των κοινωνικών επιχειρήσεων (για όσες το έχουν ήδη καταβάλλει να υπάρξει συμψηφισμός με άλλες φορολογικές υποχρεώσεις τους) ή για τα πρώτα 5 χρόνια, όπως στους νέους επαγγελματίες, αν οι συμμετέχοντες στην κοινωνική επιχείρηση είναι νέοι στην ηλικία.
  • Προτείνουμε η εγγραφή των κοινωνικών επιχειρήσεων να γίνεται σε περιφερειακό επίπεδο με δια-σύνδεση των επιμέρους περιφερειακών μητρώων ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα για την κατάσταση των κοινωνικών επιχειρήσεων. Επίσης, το ΓΕΜΗ να ανήκει στις αρμοδιότητες μιας ανεξάρτητης αρχής.
  • Να αναγνωριστεί η δυνατότητα συνεργασίας των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας μεταξύ τους και με άλλους φορείς για την δημιουργία αξιόπιστων και κατάλληλων υποστηρικτικών δομών, για εκπαίδευση, συμβουλευτική, υποστήριξη και έλεγχο τήρησης των αξιών και αρχών της κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Οι πόροι των κοινωνικών επιχειρήσεων που διατίθενται για την ανάπτυξη και λειτουργία των θεσμών αυτών πρέπει να απαλλάσσονται από τη φορολογία, ενώ οι δομές αυτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν προτάσεις σε σχετικά περιφερειακά, εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, χωρίς να βρίσκονται αντιμέτωπες με υπερβολικές απαιτήσεις υποδομών και γραφειοκρατίας.

Ενδεικτικές επιπλέον παρατηρήσεις επί ορισμένων άρθρων

Άρθρο 2, παρ. 8

Προτείνουμε την αντικατάσταση της έννοιας «μισθωτή εργασία» με τη διεθνώς νομοθετημένη έννοια της «συνεταιρισμένης εργασίας».

 Άρθρο 2, παρ. 10 και 11

Σύμφωνα με το άρθρο αυτό (ξανα) συστήνεται «

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ