22.7 C
Athens
Δευτέρα, 23 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΗ ανθρωπότητα και η επιστήμη μπροστά στην θρησκευτική απάτη και αυταπάτη |...

Η ανθρωπότητα και η επιστήμη μπροστά στην θρησκευτική απάτη και αυταπάτη | Του Κώστα Λάμπου

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

hepithesh.blogspot.gr

«Πιθανόν εσείς, κριτές μου, να ανακοινώνετε 

την καταδίκη εναντίον μου με μεγαλύτερο 

φόβο απ’ ό,τι τη δέχομαι εγώ»

Giordano Bruno

 

«Η πίστη είναι για τον άνθρωπο ό,τι και η 

άμμος για τη στρουθοκάμηλο»

Τοιχογράφημα

 

«Καμιά ψευτιά δεν είναι τόσο καταστροφική 

όσο εκείνη που γίνεται αντικείμενο πίστης»

Thomas Paine, αμερικανός φιλόσοφος.

«Όλες οι μεγάλες αλήθειες ξεκινούν ως βλασφημίες»

George Bernard Shaw Νόμπελ Λογοτεχνίας

*

Ένας άνθρωπος που στοχάζεται κι εργάζεται κάνει περισσότερα θαύματα, από χίλιους που προσεύχονται σε ανύπαρκτους ‘θεούς’

«Οι κάτοικοι της γης είναι δύο ειδών: εκείνοι με μυαλά, αλλά 

χωρίς θρησκεία, και εκείνοι με θρησκεία, αλλά χωρίς μυαλά»

Al-Ma’arri Άραβας φιλόσοφος

«Μία από τις πιο θλιβερές διδαχές της ιστορίας», έγραφε ο διάσημος Αμερικανός αστρονόμος και αστροφυσικός Carl Sagan «είναι η εξής: Αν μας έχουν κοροϊδέψει για αρκετά μακρύ χρονικό διάστημα, τείνουμε να απορρίπτουμε κάθε ένδειξη της κοροϊδίας. Δεν μας ενδιαφέρει πλέον να μάθουμε την αλήθεια. Η κοροϊδία μας έχει καταστήσει δέσμιους. Απλά, παραείναι οδυνηρό να παραδεχθούμε, ακόμα και στους εαυτούς μας, ότι υπήρξαμε τόσο ευκολόπιστοι»[1]

Υπάρχουν θέματα ταμπού το άγγιγμα των οποίων θεωρείται ασέβεια, αμαρτία, ‘έγκλημα καθοσιώσεως’ που επισύρει τις ανάλογες τιμωρίες, που κλιμακώνονται από την τιμωρία και την φυλακή μέχρι την ‘κόλαση’, την πυρά και την αγχόνη, τις οποίες επιβάλλουν οι φύλακες των ταμπού, τα σκοταδιστικά και τα εξουσιαστικά ιερατεία, στους ασεβείς, στους αμαρτωλούς, στους αντικαθεστωτικούς και στους ‘αναρχικούς’. Παράλληλα υπάρχουν καταστάσεις που προκαλούνται από τα ταμπού των θρησκειών και των εξουσιών που επιφέρουν την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, το ξεκλήρισμα, τον εκτοπισμό και το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, η αντιμετώπιση των οποίων αποτελεί χρέος ύψιστο των επιστημών και των επιστημόνων, πράγμα που επιβάλλει το άγγιγμα, το ξεκλείδωμα και την απομυθοποίηση των θρησκευτικών και των εξουσιαστικών ταμπού. 

Κάποιοι, ταυτισμένοι με τα θρησκευτικά και εξουσιαστικά ιερατεία αφορίζουν, ή καταδικάζουν και φυλακίζουν, ακόμα και δολοφονούν, σκοτώνουν και καίνε όσους ξεπερνούν τον εξουσιαστικό Φόβο και συνεπείς στην επιστημονική και κοινωνική συνείδησή τους τολμούν να αναζητήσουν την αλήθεια, τις ρίζες των αιτιών της κακοδαιμονίας, με κίνδυνο να χάσουν, όχι μόνο την όποια βολή τους, αλλά την ίδια τη ζωή τους. Σ’ αυτούς, στους τολμηρούς χρωστάμε άνθρωποι και ανθρωπότητα, όλες τις κατακτήσεις που μας οδήγησαν μέσα από αγώνες στη σημερινή πραγματικότητα που υπόσχεται έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας.

Σεβαστές οι δοξασίες και η πίστη του καθενός, φτάνει να είναι δικές τους και ‘μετά Λόγου Γνώσεως’ και όχι από φόβο και από άγνοια και να μην τον καθιστούν υποχείριο των θρησκευτικών και εξουσιαστικών ιερατείων και αντικείμενο οικονομικής, κοινωνικής, πνευματικής και πολιτικής εκμετάλλευσης. Επειδή όμως κανένας δεν επέλεξε την θρησκεία και την πίστη του, αλλά του επιβλήθηκε από τα σκοταδιστικά και τα εξουσιαστικά ιερατεία, σε ηλικία που δεν μπορούσε να κρίνει, να συγκρίνει και να επιλέξει να πιστεύει ή να μην πιστεύει σε κάτι, γι αυτό η αναζήτηση της αλήθειας για την κακοδαιμονία της ύπαρξης και της συνύπαρξης ανθρώπων και Λαών, αποτελεί σήμερα, στον 21ο αιώνα της κοινωνικά χρήσιμης επιστήμης και της απελευθερωτικής τεχνολογίας, πρώτη προτεραιότητα η αναζήτηση της εξόδου από τους μύθους και την καπιταλιστική βαρβαρότητα. 

Όσον αφορά στο παραμύθι των επαγγελματιών θεολόγων, των παπάδων, των ιδεολόγων-φιλοσόφων της εξουσίας και μερικών μονοδιάστατων και παρτάκηδων ‘επιστημόνων’ για τον υποτιθέμενο παρηγορητικό ρόλο των θρησκειών που τάχα ανακουφίζει τους αδύναμους, τους φτωχούς και τους πάσχοντες, πράγμα που τάχα τις καθιστά χρήσιμες και αναγκαίες, οφείλουμε να ρωτάμε για τη συμβολή των θρησκειών στην διαίρεση των κοινωνιών σε πιστούς και απίστους, σε ισχυρούς και αδύναμους σε πλούσιους και φτωχούς, σε έχοντες και μη έχοντες σε βολεμένους και σε πάσχοντες. Οφείλουμε να ρωτάμε γιατί άραγε όλες οι θρησκείες διαπλέκονται με τις εκάστοτε εξουσίες, η ύπαρξη των οποίων προϋποθέτει την κοινωνική ανισότητα, δηλαδή την ύπαρξη φτωχών, αδύναμων και πασχόντων. 

Ρωτώντας θα κατανοήσουμε ότι ο παρηγορητικός ρόλος των θρησκειών, των Εκκλησιών και των ιερατείων λειτουργεί ως αφιόνι, ως παυσίπονο απέναντι στη βαρβαρότητα των εξουσιών και συνεπώς θα κατανοήσουμε ότι εκείνο που χρειάζονται οι αδύναμοι, οι φτωχοί και οι πάσχοντες είναι η πραγματική βοήθεια της κοινωνικά χρήσιμης επιστήμης, η ισονομία και η κοινωνική ισότητα και όχι ψέματα και ψευδαισθήσεις. Και συνεπώς, οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές και αντικειμενικοί και χωρίς κούφιους συναισθηματισμούς, όπως ο δικαστής που αρνείται την επιείκεια στον πατροκτόνο που επικαλείται το ελαφρυντικό της ορφάνιας του, γιατί αυτό κάνουν οι θρησκείες και οι εξουσίες, πρώτα καταδικάζουν την εργαζόμενη ανθρωπότητα στη φτώχεια, στη δυστυχία και στην αρρώστια για να πλουτίζουν οι λίγοι και μετά έρχονται να προσφέρουν παρηγοριά με φόβο και ‘δωρεάν μεταθανάτιο παράδεισο’ στους ‘πιστούς’, δυσμένεια, φυλακές, ζωή-κόλαση και θάνατο στους ανυπότακτους και στους ‘απίστους’.

Με αφετηρία αυτές τις σκέψεις έγραψα το βιβλίο ‘Θεός και κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας’, που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις ΚΟΥΚΚΙΔΑ, ως συμβολή στον σχετικό δημόσιο διάλογο, από τον οποίο ποτέ και κανένας δεν ζημιώθηκε εκτός από εκείνους που μας θέλουν βωβούς, κωφούς, τυφλούς και δούλους ανύπαρκτων θεών και υπαρκτών αφεντάδων. Το βασικό συμπέρασμά του είναι ότι οι θεοί και οι θρησκείες αποτελούν σκόπιμα κατασκευάσματα των εξουσιών και εργαλεία εξαπάτησης και εκμετάλλευσης των εργαζόμενων ανθρώπων και των Λαών. Οι θρησκείες λειτουργούν ως εξουσιαστικές ιδεολογίες για να κρύψουν τη βαρβαρότητα των εξουσιών και να τη φορτώσουν στα εκάστοτε φετίχ των εκάστοτε εξουσιών. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος αυτού του βιβλίου και αποσκοπεί στην πρόκληση αυτού του ζωτικής σημασίας δημόσιου διαλόγου σε συνθήκες έξαρσης της θρησκευτικής απάτης, ταυτόχρονα και αυταπάτης. 

Τα προβλήματα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού. ‘Πίστευε και μην ερευνάς’;

 «Δεν κάνει να διερευνούμε το ζήτημα της θρησκείας πολύ 

στενά, καθώς έχει την τάση να οδηγεί στην απιστία.»

Abraham Lincoln πρόεδρος των Η.Π.Α.

Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, ως αντανάκλαση στο πνευματικό επίπεδο, της πίεσης των δυνάμεων που σε οικονομικο-κοινωνικό επίπεδο εξέφραζαν την απαίτηση ανατροπής της δουλοπαροικίας, προκάλεσαν την εμφάνιση και τη δυναμική ανάπτυξη του καπιταλισμού, αμφισβητώντας έντονα τον ρόλο του χριστιανισμού, του βασικού στυλοβάτη της φεουδαρχίας. Στο πλαίσιο αυτής της αμφισβήτησης βγήκαν στην επιφάνεια πολλά στοιχεία που αποδείχνουν τον σκοταδιστικό και εξουσιαστικό χαρακτήρα των θρησκειών και ειδικότερα του ρωμαιο-ιουδαιο-χριστιανισμού, στοιχείο καταλυτικής αμφισβήτησης του οποίου αποτελεί η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του ίδιου του Ιησού Χριστού[2]. Βέβαια, ο χριστιανισμός που τιμώρησε την ανθρωπότητα με τον φρικτό Μεσαίωνα για να σώσει από τις αμέτρητες αγροτικές εξεγέρσεις τον φεουδαρχισμό δεν δυσκολεύτηκε, όπως όταν εγκατέλειψε τη δουλοκτησία για λογαριασμό της φεουδαρχικής εξουσίας, να προσφέρει διαπλεκόμενος τις υπηρεσίες του στη νέα καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, η οποία, όμως, φαίνεται πως, για ν’ αντιμετωπίσει τη δική της αμφισβήτηση, ψάχνει τώρα για καινούργια, πιο εκτυφλωτικά σκοταδιστικά ‘δεκανίκια’. 

Η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού στηρίζεται στο γεγονός πως «κανένας ιστορικός της περιόδου που φέρεται να έζησε ο Ιησούς Χριστός δεν αναφέρεται στην ύπαρξή του και μέχρι τώρα δεν υπάρχει κάποια αρχαιολογική απόδειξη αποδεκτή ευρέως[3] για την ιστορικότητα του Ιησού, και ό,τι πραγματικά γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τον Ιησού Χριστό είναι μέσα από την αφήγηση των Ευαγγελίων. Ο Ιησούς Χριστός είναι ένας φανταστικός μυθιστορηματικός χαρακτήρας και όχι ένα ιστορικό πρόσωπο»[4]. Άλλοι ισχυρίζονται πως τον Ιησού των ευαγγελίων τον ‘ανακάλυψε’ ως ‘μυθιστορηματικό χαρακτήρα’ ο λεγόμενος Απόστολος Πέτρος[5]. Το γεγονός μάλιστα ότι δεν υπάρχει ούτε μια εβραϊκή ιστορική μαρτυρία του 1ου αιώνα για Χριστό, χριστιανούς και χριστιανισμό αποτελεί μια πολύ σοβαρή απόδειξη της ανυπαρξίας του Ιησού, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων[6] να εντοπίσουν ιστορικές μαρτυρίες πίσω από ασαφείς, ατεκμηρίωτες και έντονα αμφισβητούμενες πλαστές αναφορές μη σύγχρονων, του υποτιθέμενου προσώπου, ιστορικών. Οι δυο υποτιθέμενες σχετικές αλλά ασαφείς αναφορές του Φλάβιου Ιώσηπου έχουν καταγγελθεί ως κακόβουλες πλαστογραφήσεις απ’ τη στιγμή που διατυπώθηκαν. Τέσσερις μη χριστιανοί ιστορικοί του 1ου και 2ου αιώνα κάνουν μόνο έμμεση αναφορά σε κάποιον Χριστό[7] που δρούσε στη Ρώμη. Αυτοί είναι ο Ιώσηπος, ο Τάκιτος, ο Σουητώνιος[8] και ο Πλίνιος ο νεώτερος. Οι αναφορές αυτές αφορούν κυρίως στο κίνημα των χρηστών[9]της Ρώμης και όχι στην ύπαρξη του Ιησού, ενώ καμία απ’ αυτές τις αναφορές δεν είναι σύγχρονη με τον υποτιθέμενο Χριστό. Η πλέον σημαντική αναφορά θεωρείται αυτή του Ιωσήπου, η οποία προέρχεται από το ιουδαϊκό περιβάλλον, είναι η πλησιέστερη προς τη χρονολογία του υποτιθέμενου θανάτου του Ιησού και γράφτηκε περί το 93-94 μ.Χ. «Η γνησιότητα της αναφοράς του ακόμα και σήμερα αμφισβητείται από μέρος των ιστορικών, αν και η επικρατέστερη γνώμη ανάμεσα στους μελετητές είναι πως ο Ιώσηπος στο εν λόγω κείμενο έγραψε κάτι σχετικό για κάποιον Ιησού, αλλά το κείμενό του παραμορφώθηκε τόσο από παρεμβάσεις χριστιανών που δεν μπορούμε να το αποκαταστήσουμε αξιόπιστα»[10].

Η αποδιδόμενη αναφορά στον Ιώσηπο λέει συγκεκριμένα τα παρακάτω: «Εκείνη την περίοδο περίπου έζησε ο Ιησούς, ο σοφός άνθρωπος, αν βέβαια μπορεί κανείς να τον αποκαλέσει άνθρωπο. Ήταν εκείνος που έκανε απίστευτα πράγματα και ήταν ο δάσκαλος ανθρώπων που δέχονται την αλήθεια ευχαρίστως. Προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους αλλά και πολλούς Εθνικούς. Ήταν ο Χριστός. Όταν ο Πιλάτος, έπειτα από πρόταση που του έκαναν οι επιφανέστεροι ανάμεσά μας, τον καταδίκασε να σταυρωθεί, εκείνοι που από την αρχή τον αγάπησαν δεν έπαψαν να τον αγαπούν. Διότι εμφανίστηκε σε αυτούς την τρίτη ημέρα πάλι ζωντανός, όπως οι προφήτες του Θεού το είχαν προφητεύσει μαζί με πολλά άλλα θαυμαστά πράγματα για αυτόν. Και μέχρι σήμερα η φυλή των Χριστιανών, όπως ονομάστηκαν από αυτόν, δεν έχει εκλείψει»[11]. Όπως θα παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμα σκοτεινό σημείο του μύθου, αφού σ’ αυτήν την προσθήκη χρησιμοποιείται η έκφραση «τον καταδίκασε να σταυρωθεί», και δεν γίνεται καμιά αναφορά για σταύρωση και ανάσταση, κενό που από κάποιους ερμηνεύτηκε ως απελευθέρωση του φυγόδικου Ιησού και εμφάνιση μετά από τρεις μέρες σε μερικούς έμπιστους πριν φυγαδευτεί σε άλλη χώρα. Όσο για τη ‘φυλή των χριστιανών’, αυτή θα συνεχίσει να υπάρχει όσο θα υπάρχουν εξουσίες που θα κατασκευάζουν φύλαρχους και φυλές των ισλαμιστών, των βουδιστών, των Γιεχβιστών κ.λπ. κ.λπ. για να κρύβουν πίσω από αυτές τα συγκρουόμενα συμφέροντά τους.

Ιστορικά πρόσωπα χωρίς ιστορικές αποδείξεις δεν υπάρχουν

«Τίποτα δεν είναι πιό ενάντιο στη θρησκεία και στο 

ιερατείο από την κρίση και την κοινή λογική.»

Voltaire

Ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος γράφει σχετικά με την αξιοπιστία των χριστιανικών γραφών: «Όπως ξέρουμε, η Νέα Διαθήκη έχει παρμένα πολλά χωρία από την Παλαιά Διαθήκη και ο Ιουστίνος μας πληροφορεί πως στα χρόνια του, οι Εβραίοι δεν αναγνώριζαν σαν έγκυρα αυτά τα χωρία και γενικά χαρακτήριζαν την προφητολογία και χριστολογία της Νέας Διαθήκης ως πλαστή»[12]Πολλοί ιστορικοί, από όλον τον κόσμο, θεωρούν την σχετική αναφορά του Ιώσηπου πλαστή, ως εκ των υστέρων προστεθείσα, για ευνόητους λόγους. Μεταξύ αυτών και ο επίσης ιστορικός ερευνητής Γιάννης Ρούσσος, ο οποίος αποκρούει τη γνησιότητα της αποδιδόμενης στον Ιώσηπο παραπάνω αναφοράς, παραπέμποντας στη δεοντολογία της ιστορικής επιστήμης[13]. «Ο Ιησούς Χριστός και οι άλλοι ΔΕΝ είναι εξ ορισμού ιστορικά πρόσωπα, διότι ιστορικά πρόσωπα είναι όσα ρητώς αναφέρονται στις κατάλληλες πηγές»[14].

Παρά το μέγεθος της προσπάθειας να ενταχθούν εκ των υστέρων κατασκευασμένα γεγονότα στην πραγματική ιστορία της κρίσιμης περιόδου, προκειμένου να τεκμηριωθεί ως πραγματικό γεγονός ο μύθος του Χριστού και του χριστιανισμού, οι αντιφάσεις, οι αντιθέσεις, οι λαθεμένες αναφορές, οι σκόπιμες παρεμβάσεις και οι πλαστογραφήσεις που χαρακτηρίζουν τα ευαγγέλια[15], αλλά και όλα τα άλλα λεγόμενα ‘ιερά κείμενα’ του χριστιανισμού είναι τόσες που δεν μπορούν να αποφευχθούν και να αποκρυφτούν[16], ούτε και να δικαιολογηθούν, ακόμα και αν οι νεότεροι απολογητές του χριστιανισμού, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα που αποκαλύπτει τον μυθικό και απατηλό[17] χαρακτήρα του, αντιλέγουν με το επιχείρημα πως «τα Ευαγγέλια δεν κάνουν ιστορία, μα συμβολική μεταφυσική»[18]. Δηλαδή λένε ψέματα και μύθους αναπόδεικτους, αλλά τότε το ερώτημα είναι: Γιατί και για ποιο λόγο;

Αντικειμενικά, το πρόβλημα της ιστορικότητας του Ιησού αρχίζει από το γεγονός πως όσοι σοφίστηκαν τον μύθο του και έγραψαν για την υποτιθέμενη ζωή και δράση του, ξέχασαν να αναφέρουν πότε ακριβώς γεννήθηκε και συνεπώς πότε ακριβώς ‘σταυρώθηκε’, αφού καμιά σχετική ιστορική μαρτυρία δεν υπάρχει και σε κανένα κείμενο των ‘ευαγγελιστών και των αποστόλων’ δεν αναφέρεται τίποτα αξιόπιστο και σχετικό με την ημερομηνία γέννησής του, πράγμα που άφηνε περιθώριο για σχόλια και αμφισβήτηση του μύθου. Εκείνο όμως που περιπλέκει περισσότερο το θέμα της γέννησης του Χριστού, σε βαθμό μάλιστα που να την αναιρεί ως πραγματικό γεγονός, είναι η διαφωνία μεταξύ των λεγόμενων ευαγγελιστών Λουκά και Ματθαίου, αφού κατά τον Ματθαίο ο Ιησούς γεννήθηκε την εποχή του Ηρώδη του Μεγάλου, δηλαδή το 5, το 6, το 7 παλιάς χρονολογίας (π.χ.), ή και νωρίτερα, αφού ξέρουμε ότι ο Ηρώδης πέθανε το 4 π.χ., ενώ κατά τον Λουκά (2. 1-7) γεννήθηκε την εποχή της απογραφής που διέταξε ο κυβερνήτης της Συρίας, Κυρήνιος, δηλαδή το 6 νέας χρονολογίας (ν. χ)., με άλλα λόγια τουλάχιστον 11 χρόνια αργότερα[19].

Διάφορες πηγές μάς αποκαλύπτουν τις σκοπιμότητες που κρύβονται πίσω από τις πράξεις και τις παραλείψεις των ανερχόμενων αγχομένων θρησκευτικών και εξουσιαστικών ιερατείων, τα οποία ετεροχρονισμένα και αυθαίρετα αποφάσισαν να εκδώσουν πιστοποιητικό γέννησης ενός ιστορικά ανύπαρκτου προσώπου, που το ήθελαν ‘θεό’-εργαλείο τους, χωρίς ληξιαρχική πράξη γέννησης, στη θέση ενός άλλου παλιότερου ανύπαρκτου θεού-εργαλείου παρακμασμένων εργαλειοποιών. «Το έτος γέννησης του Χριστού ως ανοιχτό πρόβλημα έχει απασχολήσει κατά καιρούς επιστήμονες[20]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ