23.9 C
Athens
Κυριακή, 2 Οκτωβρίου, 2022
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΗ τραγωδία της Ρώσικης Επανάστασης υπόσχεση και αθέτηση των αριστερών σοσιαλεπαναστατών το...

Η τραγωδία της Ρώσικης Επανάστασης υπόσχεση και αθέτηση των αριστερών σοσιαλεπαναστατών το 1918

congress1917.gr

Ettore Cinnella

Οι δύο τόμοι του Όλιβερ Χένρι Ράντκι για τους Σοσιαλεπαναστάτες το 1917 και τις αρχές του 1918 μπορούν να θεωρηθούν κλασικοί για τη σύγχρονη ιστοριογραφία, αξιοσημείωτοι για την οξυδερκή κρίση τους και τη σπουδαιότητα του υπό συζήτηση θέματός τους[1]. Λόγω των επικρατούντων απόψεων του φιλο-Μπολσεβικικού ρεύματος στον αγγλόφωνο κόσμο κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, κανένα από αυτά τα βιβλία δεν έχει πάρει την αναγνώριση που του αξίζει. Πράγματι, πολύ λίγοι Σοβιετολόγοι τα έχουν διαβάσει. Και είναι κρίμα καθώς αξίζουν τον θαυμασμό, αν όχι για κανέναν άλλο λόγο παρά για τη διαυγή, κομψή τους πρόζα, τόσο διαφορετική από τα μέτρια αγγλικά που είναι της μόδας τη σημερινή εποχή μεταξύ τόσων πολλών διάσημων ιστορικών.

Η τραγωδία της Ρώσικης Επανάστασης υπόσχεση και αθέτηση των αριστερών σοσιαλεπαναστατών το 1918

Είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί οι ιστορικοί της Επανάστασης του 1917 και της ανόδου της Σοβιετικής κοινωνίας έχουν αγνοήσει πλήρως τα Λαϊκίστικα κόμματα. Μετά βίας μπορεί κάποιος να κατανοήσει την άνοδος και την εδραίωση του Μπολσεβίκικου καθεστώτος χωρίς μια ξεκάθαρη αντίληψη των βασικών, «αφανών», λόγων που βρίσκονται πίσω από την ήττα των σοσιαλεπαναστατών (δηλαδή το κόμμα της Ρωσικής αγροτιάς) και χωρίς σαφή εκτίμηση της δράσης των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών μετά τον Οκτώβριο του 1917. Ο Ράντκι πραγματικά αξίζει επίσης να διαβαστεί για το φως που μπορεί να ρίξει σε αυτά τα δύο θεμελιώδη ερωτήματα και για τα ευφυή ζητήματα που εγείρει αν και, δυστυχώς, η έρευνά του καλύπτει μόνο την περίοδο μέχρι τον Ιανουάριο του 1918. Βεβαίως, η σοβιετική ιστοριογραφία παρέχει ελάχιστη ή καθόλου βοήθεια στην επίλυση του ιστορικού προβλήματος που σχετίζεται με την άνοδο και την πτώση του οργανωμένου Λαϊκισμού στα 1917-1918 αφού, μέχρι την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το βαρύ χέρι της ιδεολογίας κατέπνιξε ιστορικές μελέτες για αυτό το δύσκολο και ακανθώδες ζήτημα και οι Σοβιετικοί ερευνητές δεν μπορούσαν να διεξάγουν ελεύθερα την έρευνά τους. Φυσικά, πολύ σοβαρές και σχολαστικά λεπτομερείς μελέτες –μερικές βασισμένες σε αρχειακές πηγές– είναι διαθέσιμες και έχουν μεγάλη χρησιμότητα, αν και οι αναλύσεις τους φαίνεται να μην είναι καθόλου πειστικές και πολύ συχνά στην ίδια γραμμή με τις κρίσεις που εξέφραζαν εκείνη την εποχή ο Λένιν και η Μπολσεβίκικη προπαγάνδα[2].

Είναι πραγματικά εκπληκτικό σε ποιο βαθμό η δυτική ιστοριογραφία έχει αγνοήσει τη Λαϊκίστικη αριστερά κατά τη διάρκεια του 1917-1918[3]. Ούτε καν το άνοιγμα των αρχείων δεν χρησίμευσε στην προώθηση του ενδιαφέροντος για τη μελέτη του πεδίου ή στον εμπλουτισμό της μάλλον πενιχρής βιβλιογραφίας. Είναι λες και οι νικηφόροι Μπολσεβίκοι –μαζί με τα βουνά των ντοκουμέντων που το κόμμα του Λένιν έχει αφήσει για τις επόμενες γενιές– να είχε ρίξει ένα μαγικό ξόρκι πάνω στους ιστορικούς που δεν έχουν ακόμη πιάσει το νόημα της θεμελιώδους σημασίας ενός πολιτικού και κοινωνικού κινήματος που είχε τόσο μνημειώδη σημασία στην ίδρυση της Σοβιετικής κοινωνίας. Αυτό που ακολουθεί είναι μια προσπάθεια να γεμίσω αυτό το κενό ακολουθώντας τα βήματα του Ράντκι στην ανάπλαση των κύριων γεγονότων της δράσης των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών το 1918.

 

Από το παλιό PSR στους Αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες

Το θεμελιώδες σημείο εκκίνησης πρέπει αναγκαστικά να είναι η κρίση που ξέσπασε στο παλιό και ένδοξο Σοσιαλεπαναστατικό Κόμμα (PSR) το φθινόπωρο του 1917 και την άνοδο του Αριστερού Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος (PLSR). Πώς αντέδρασαν οι οργανωμένοι Λαϊκιστές στην κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους; Ποια ήταν η θέση των δεξιών και των αριστερών Σοσιαλεπαναστατών κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη δημιουργία μιας ομοιογενούς σοσιαλιστικής κυβέρνησης, που είχε προωθηθεί από την Παν-Ρωσική Εκτελεστική Επιτροπή της Ένωσης Σιδηροδρομικών (Vikzhel) αμέσως μετά τη Μπολσεβίκικη επανάσταση; Ας δούμε αν μπορούμε να απαντήσουμε την τελευταία ερώτηση πριν προχωρήσουμε στο γενικότερο θέμα της διάσπασης του Ρωσικού Λαϊκισμού.

Είναι γνωστό ότι η πανίσχυρη Vikzhel ανάγκασε τους Μπολσεβίκους να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις με τους αντιπάλους τους. Η Vikzhel έστειλε ένα τηλεγράφημα στις 26 Οκτωβρίου 1917, απειλώντας με ολική κατάρρευση στην κίνηση των σιδηροδρόμων[4]. Καταδίκασε τoν «αδελφοκτόνο πόλεμο» και ήθελε τη δημιουργία μιας «ομοιογενούς σοσιαλιστικής και επαναστατικής κυβέρνησης», αφού η υπουργία του Κερένσκι είχε αποδειχτεί «ανίκανη να διατηρήσει την εξουσία» και το Συμβούλιο των Κομισάριων του Λαού, το οποίο ήταν η έκφραση ενός μόνο κόμματος, «δεν θα συναντούσε την αναγνώριση και την αποδοχή σε όλη τη χώρα». Η Vikzhel δήλωσε ότι θα διατηρούσε μια σχολαστικά ουδέτερη στάση ενώ η πολιτική σύγκρουση ξεδιπλωνόταν και θα υποστήριζε σταθερά την ίδρυση ενός εκτελεστικού οργάνου που θα περιλάμβανε «όλα τα Σοσιαλιστικά Κόμματα, από τους Μπολσεβίκους μέχρι τους Λαϊκούς Σοσιαλιστές» ως τη μόνη διέξοδο από την κρίση.

Η περιγραφή του Ράντκι για τη στάση των Σοσιαλεπαναστατών τις εβδομάδες που ακολούθησαν την εξέγερση του Οκτώβρη, αν και γράφτηκε πάνω από τριάντα χρόνια πριν, αξίζει ακόμα να διαβαστεί. Έδωσε μια πολύ πειστική και συνετή ανάλυση για το πού έγκειται η ευθύνη για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων που πραγματοποίησε η Vikzhel: κατά την άποψή του, οι Μπολσεβίκοι δεν ήταν οι μόνοι που έδειξαν ανειλικρίνεια και αμφισημία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων∙ οι Σοσιαλεπαναστάτες ήταν εξίσου ένοχοι. Η κεντρο-αριστερή πτέρυγα του PSR και η Μπολσεβίκικη μειοψηφία θα μπορούσαν, αναμφισβήτητα, να καταλήξουν σε συμφωνία, αλλά οι σκληροπυρηνικοί και στα δύο στρατόπεδα δεν ήταν διατεθειμένοι να έρθουν σε οποιοδήποτε συμβιβασμό[5]. Ο Άμπραμ Ρ. Γκοτς, ο οποίος ήταν ο οργανωτικός εγκέφαλος του PSR, επέλεξε την ένοπλη αντίσταση κατά των Μπολσεβίκων. Πράγματι, οργάνωσε την αποτυχημένη ανταρσία των δοκίμων αξιωματικών στην Πετρούπολη στις 29 Οκτωβρίου. Αντίθετα, ο Βίκτορ Μ. Τσερνόφ, ο πασίγνωστος και με διεθνές κύρος επικεφαλής του κόμματος, «ήταν περισσότερο σαν ένα διακοσμητικό πουλί που εκτίθετο περιστασιακά εξαιτίας της λαμπρότητας του κεντρο-αριστερού φτερώματός του και της επιρροής που ασκούσε στους στρατιώτες και τους αγρότες, αλλά κλεινόταν ξανά στο κλουβί του μόλις έδινε ενδείξεις ανεξάρτητης πτήσης»[6].

Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, τόσο η δεξιά όσο και η κεντροδεξιά πτέρυγα του PSR συνέχισαν να έχουν σημαντική επιρροή μέσα στο κόμμα –οι ίδιες φωνές που μερικούς μήνες πριν είχαν δεχτεί κυβερνητική συνεργασία με τους Καντέτ[7] και τη συνέχιση του πολέμου. Ένας τυπικός αντιπρόσωπος αυτής της μέτριας σχολής σκέψης ήταν ο δήμαρχος της Μόσχας Βαντίμ Β. Ρούντνεφ, ο οποίος υποστήριζε την ένοπλη αντιπαράθεση με τους μπολσεβίκους και ο οποίος ήταν ένας βαμμένος πατριώτης και ένθερμος υποστηρικτής μιας συμμαχίας με τους φιλελεύθερους[8]. Ακόμη και η κοινωνική σύνθεση των απλών μελών του κόμματος είχε αλλάξει, όπως θα μπορούσε να φανεί στα γεγονότα της Μόσχας, που ανασυγκρότησε λεπτομερώς ο Ράντκι. Στην πρώην πρωτεύουσα υπήρξε μόνο μια χλιαρή ανταπόκριση στην έκκληση της επιτροπής των Σοσιαλεπαναστατών για κινητοποίηση του λαού εναντίον μιας μπολσεβίκικης δικτατορίας, αφού «η απώλεια των προλεταριακών και στρατιωτικών μελών της είχε μετατρέψει το κόμμα στη Μόσχα σε μια οργάνωση διανοουμένων και ριζοσπαστικών-δημοκρατικών στοιχείων που δεν είχαν την τάση να αγωνίζονται στους δρόμους, εκτός από έναν απροσδιόριστο αριθμό φοιτητών που ενώθηκαν με τους συμμαθητές τους άλλων πεποιθήσεων σε ένα εθελοντικό κίνημα που λέγεται ότι είχε ξεκινήσει από τους Συνταγματικούς Δημοκράτες»[9].

Το φθινόπωρο του 1917, το PSR βρισκόταν σε αδιέξοδο. Μέχρι τότε, οι υποστηρικτές του στις πόλεις ήταν κυρίως διανοούμενοι και υπάλληλοι, οι οποίοι φυσικά θα μπορούσαν να στηρίξουν τις πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις αλλά οι οποίοι ήταν επίσης ικανοί να τυφλωθούν από τον πατριωτισμό και τον εθνικισμό. Ο Ράντκι είχε απόλυτο δίκιο καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «ο πόλεμος ήταν η νέμεση του PSR, όπως ήταν και όλης της Ρωσικής Επανάστασης»[10]. Στην πραγματικότητα, οι Σοσιαλεπαναστάτες αποδείχθηκαν ανίκανοι να σχηματίσουν μία σαφή και συνεπή λύση στο τρομακτικό πρόβλημα του πολέμου και κατέληξαν –σε μεγαλύτερη έκταση ακόμη και από τους Μενσεβίκους– να διαλυθούν με εσωτερικές συγκρούσεις μέχρι την τελική διάσπαση που ήρθε το Νοέμβριο του 1917, όταν ιδρύθηκε επίσημα το Αριστερό Σοσιαλεπαναστατικό Κόμμα (PLRS).

Ένα άλλο, όχι λιγότερο μοιραίο, πλήγμα ήρθε με το χάσμα ανάμεσα στην ηγεσία και τη βάση ως αποτέλεσμα του πολέμου. Οι μάζες ριζοσπαστικοποιήθηκαν όλο και περισσότερο και πικράθηκαν στη διάρκεια των χρόνων του πολέμου, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο και το μέτωπο, ενώ η δημοκρατική διανόηση έτεινε όλο και περισσότερο να υποστηρίζει τις φιλελεύθερες και εθνικιστικές θέσεις των επαγγελματικών και υπαλληλικών τάξεων. Υπήρξε μια εύθραυστη ενότητα μεταξύ των διανοουμένων και του λαού που είχε ανθίσει στα τέλη του 19ου αιώνα με την άνοδο του «τρίτου στοιχείου» και που είχε ευημερήσει κατά τα τελικά στάδια της Επανάστασης του 1905∙ αυτή η συμμαχία κατέρρευσε και έληξε στα πεδία των μαχών και τα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μαζί με εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές. Σε καμία χώρα της γης η εθνική συνοχή, που διαποτιζόταν από το δηλητήριο του σοβινισμού το οποίο θέριευε ανάμεσα στις πλούσιες και τις κατώτερες τάξεις, δεν επιβιώνει άθικτη μέχρι το πικρό τέλος, όπως αποδεικνύεται από τις κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές της άμεσης μεταπολεμικής περιόδου. Παρ’ όλα αυτά, στη χώρα όπου εξουσίαζε ο τσάρος και όπου το χάσμα μεταξύ της υψηλόβαθμης κουλτούρας που επέτυχαν οι δυτικοποιημένες μεσαίες τάξεις και της καθυστέρησης της μάζας των πληβείων ήταν μεγαλύτερη, ο μακροχρόνιος πόλεμος είχε σκάψει μια ανυπέρβλητη τάφρο μεταξύ των δύο Ρωσιών. Αν και οι υπάλληλοι και οι επαγγελματίες μια δεκαετία νωρίτερα είχαν αντιταχθεί στον πόλεμο με την Ιαπωνία, το 1914 υπέκυψαν στο δέλεαρ του εθνικισμού που υπερνικούσε τις αντιρρήσεις των δυτικοευρωπαίων συναδέλφων τους. Φυσικά, αυτή η όλη διαδικασία ιδεολογικής ομοιογένειας είχε συνέπειες. Μόνο μια μικρή μειοψηφία της δημοκρατικής διανόησης που ήταν σε στενή επαφή με τις κατώτερες τάξεις και γνώριζε τις ανάγκες και τη νοοτροπία τους μπόρεσαν να αντέξουν τον πειρασμό να ενδώσουν στον εθνικισμό και βρήκαν καταφύγιο στον εξτρεμισμό και το ριζοσπαστισμό. Οι περισσότεροι από αυτούς ένιωσαν ότι –αν και έκαιγε πιο ζωηρή η φλόγα του παλιού ονείρου της μεταρρύθμισης– το πιο άμεσο και επείγον καθήκον που αντιμετώπιζε η πατρίδα ήταν ο γερμανικός ιμπεριαλισμός. Η δημοκρατική αστική τάξη ήταν ταυτόχρονα πονηρή και επαναστατική όσο ο τσάρος κρατούσε τα ηνία της εξουσίας. Πράγματι, η δημοκρατική αστική τάξη έπαιξε έναν ασήμαντο ρόλο στην πτώση του αυταρχικού καθεστώτος και στην εγκατάσταση της ελευθερίας στη Ρωσία. Ωστόσο, όταν έπεσε ο τσαρισμός, ήταν αληθινά σε δίλημμα –θα έπρεπε να αρχίσουν αμέσως οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με όλα τα εμπόλεμα μέρη ή θα έπρεπε να υπερασπιστούν τη δημοκρατική Ρωσική πατρίδα ενάντια στους Αυστρο-Γερμανούς εισβολείς; Η δημοκρατική αστική τάξη επέλεξε το τελευταίο, αφού υπήρχε το πρόσθετο πλεονέκτημα να εκφράζονται τα ισχυρά αισθήματα του πατριωτισμού με ιδεαλιστικούς όρους. Καθώς πολύ λίγοι Σοσιαλεπαναστάτες διανοούμενοι έμειναν πιστοί στα ειρηνιστικά τους ιδεώδη, οι επαγγελματικές και υπαλληλικές τάξεις που αποτελούσαν τώρα την καρδιά και την ψυχή του κόμματος εκσφενδόνιζαν κατηγορίες προδοσίας σε εκείνους που μιλούσαν με πραγματικούς όρους για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Μέσα στο PSR, οι συγκρούσεις είχαν φτάσει σε παροξυσμό μέχρι το τέλος του καλοκαιριού μετά τις διαδοχικές μαζικές εξεγέρσεις των αγροτών. Η αλήθεια είναι ότι στο Σοσιαλεπαναστατικό Κόμμα υπήρχαν τουλάχιστον τρεις ξεχωριστές και εντελώς ανόμοιες πολιτικές ομάδες που συνυπήρχαν δίπλα δίπλα, όλες, όμως, προερχόμενες από τις ίδιες Λαϊκίστικες ρίζες. Η προέλευση της κρίσης του Σοσιαλεπαναστατικού Κινήματος ξεκίνησε από την ήττα του 1905 και την αγροτική μεταρρύθμιση που προώθησε ο Στολίπιν∙ ήταν με το ξέσπασμα του πολέμου και κατά τη διάρκεια του ίδιου του πολέμου που οι διάφορες πολιτικές θέσεις στο Λαϊκίστικο κίνημα σκλήραιναν μέχρι το σημείο να καταλήξουν τελικά σε ασυμβίβαστο. Υποστηρίζεται κατ’ επανάληψη ότι ο κύριος λόγος για τη διάσπαση έγκειται στην πολιτική και ιδεολογική μεταμόρφωση μεγάλου μέρους της ρωσικής δημοκρατικής διανόησης, της οποίας η ξαφνική μεταστροφή στον φιλελεύθερο εθνικισμό τους τύφλωσε τόσο που δεν έβλεπαν ότι η χώρα αντιμετώπιζε πολύ πραγματικά και πολύ επείγοντα κοινωνικά προβλήματα. Έτσι, το 1917, χάρη στο ασυνήθιστα πειστικό και αληθοφανές Λαϊκίστικο μήνυμα, οι Σοσιαλεπαναστάτες κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα κόμμα με πολλούς οπαδούς και να πραγματοποιήσουν το θαύμα της ειρηνικής κινητοποίησης των αγροτικών μαζών. Στη συνέχεια, όμως, αντί να συγκαλέσουν τη Συντακτική Συνέλευση και να εισηγηθούν τη μεταρρύθμιση της γης, η ηγεσία του PSR έκανε αρκετά λάθη. Πρώτον, η ηγεσία υπολόγιζε ότι η αγροτιά, η οποία από καιρό λαχταρούσε τη γη των γαιοκτημόνων, και ο στρατός, που ήταν πρόθυμος να εγκαταλείψει τα χαρακώματα και να μοιραστεί τα λάφυρα της διαίρεσης των μεγάλων γαιών, θα μπορούσαν να συγκρατηθούν. Ο λαός, τόσο στις πρωτεύουσες όσο και στην ενδοχώρα, ικέτευε μάταια τους ηγέτες να αναγνωρίσουν τα αληθινά αισθήματα που διακατείχαν τις μάζες και τη φωτιά που τρεμοπαίζε ανάμεσα στις στάχτες σε ό,τι επιφανειακά φαινόταν ειρηνικό. Οι δεσμοί που είχε η Σοσιαλεπαναστατική διανόηση με το Ρωσικό λαό είτε είχαν χαθεί ή αποδυναμωθεί σε σημείο που η διανόηση δεν κατανοούσε πλέον ότι μόνο τα λόγια για το παλιό και ένδοξο πρόγραμμα του κόμματος δεν αρκούσαν πλέον για να επιλύσουν τις κοινωνικές συγκρούσεις και να καθησυχάσουν τις μάζες. Ο λαϊκός σκληρός πυρήνας του Σοσιαλεπαναστατικού κινήματος δεν διαλύθηκε, αλλά μάλλον πέρασε ακέραιος στο νέο πολιτικό κίνημα που προέκυψε από τη διάσπαση του PSR μετά τη νίκη των μπολσεβίκων. Ο Ράντκι είχε απόλυτο δίκιο όταν σημείωσε ότι ο «λαϊκός τύπος» και η νεαρή ηλικία των ηγετών του ήταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του νέου Λαϊκίστικου κόμματος. Τη στιγμή της διάσπασης, οι περισσότεροι διανοούμενοι και υπάλληλοι παρέμειναν με το παλιό PSR, ενώ σχεδόν όλοι οι ναύτες και ένας μεγάλος αριθμός εργατών και στρατιωτών ακολούθησαν τους Αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες[11].

 

Η αρχή της συνεργασίας μεταξύ των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών και των Μπολσεβίκων

Αφού ο Λένιν είχε απορρίψει χωρίς δεύτερη σκέψη την πιθανότητα να συνεργαστεί με τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες, προσπάθησε να δημιουργήσει μια ειδική σχέση με την εξτρεμιστική αριστερή πτέρυγα των Λαϊκιστών, η οποία βρισκόταν σε διαδικασία διάσπασης από το PSR και την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κόμματος. Η αλήθεια ήταν ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Μπολσεβίκων και των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών, οι οποίες είχαν αρχίσει αμέσως μετά την εξέγερση της Πετρούπολης και είχαν συνεχιστεί μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου, δεν ήταν καθόλου εύκολη∙ αν και το PLSR συμφωνούσε πραγματικά με τον Λένιν και το πρόγραμμά του όσον αφορά τα κρίσιμα ζητήματα της γης και της ειρήνης, συνέχιζε να διαφωνεί με το πραξικόπημα της 25ης Οκτωβρίου και ήταν εξαιρετικά δύσπιστο για τον τρόπο με τον οποίο κυβερνούσε το Συμβούλιο των Κομισάριων του Λαού (Sovnarkom)[12]. Επιπλέον, οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες σε καμία περίπτωση δεν παρουσίαζαν ένα ενωμένο και συνεκτικό μέτωπο. Ανάμεσα στις τάξεις τους υπήρχε μια ριζοσπαστική και σκληροπυρηνική πτέρυγα που συνυπήρχε με μια πιο μετριοπαθή πτέρυγα, η οποία γνώριζε τους δημοκρατικούς κανόνες του παιχνιδιού και που απεχθανόταν τις μεθόδους των μπολσεβίκων.

Θα ήταν καλό να έχουμε κατά νου ακριβώς τι διέκρινε το PLSR από τους Λενινιστές Μπολσεβίκους. Πρώτα απ’ όλα, το PLSR απέρριπτε την τρομοκρατία ως μέσο επιτάχυνσης της έλευσης του σοσιαλισμού και υποστήριζε την προστασία των δικαιωμάτων στην ελευθερία. Αυτά ήταν τα πιο καυτά θέματα διαμάχης μεταξύ των Μπολσεβίκων και των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της Παν-Ρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ (VTsIK). Στις 2 Νοεμβρίου 1917, ο Μ. Φ. Μάλκιν διαμαρτυρήθηκε έντονα ενάντια στη μονοκομματική δικτατορία, η οποία είχε λάβει κατασταλτικά μέτρα που κινδύνευαν να επηρεάσουν όχι μόνο τους πλούσιους ιδιοκτήτες αλλά και τις μάζες επίσης[13].Στη συνέχεια, δύο μέρες αργότερα, υπήρξε μια συζήτηση γεμάτη ένταση για την ελευθερία του τύπου μετά το διάταγμα του Sovnarkom που έκλεισε τις αστικές εφημερίδες. Ο Προς Π. Προσιάν ήταν απολύτως σαφής  καταδικάζοντας τις χοντροκομμένες θεωρίες του Λένιν και του Τρότσκι όταν παρατήρησε ότι «ο αγώνας για την ελευθερία του Τύπου ήταν πάντα στενά συνδεδεμένος με τον αγώνα για τον σοσιαλισμό»[14]. Ο Μάλκιν απάντησε στις απόπειρες των δύο κορυφαίων ηγετών των Μπολσεβίκων να παρουσιάσουν μια ιδεολογική αιτιολόγηση για τη δικτατορία με τον ακόλουθο τρόπο:

«Απορρίπτουμε σταθερά την ιδέα ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να έρθει ενόπλως. […] Το αίτημα της επανάστασης έγκειται στο γεγονός ότι αγωνιζόμαστε όχι μόνο να γεμίζουμε τις πεινασμένες μας κοιλιές αλλά για μια υψηλότερη αλήθεια, την απελευθέρωση του ατόμου. Θα κερδίσουμε όχι με το κλείσιμο των αστικών εφημερίδων αλλά επειδή το πρόγραμμα και οι τακτικές μας εκφράζουν τα συμφέροντα των πλατιών μαζών που εργάζονται σκληρά, γιατί μπορούμε να κτίσουμε ένα στέρεο συνασπισμό στρατιωτών, εργατών και αγροτών.[…]

Ο Λένιν μας έχει πει για τις συκοφαντίες που διαδίδει ο αστικός Τύπος. […] Εμείς οι επαναστάτες και σοσιαλιστές απαντάμε σε αυτά τα ψέματα λέγοντας την αλήθεια. Τα ψέματα του αστικού τύπου δεν αποτελούν αυθεντικό κίνδυνο για το σοσιαλιστικό κίνημα. […]

Εμείς οι Σοσιαλεπαναστάτες ήμασταν κάποτε κρατούμενοι του τσαρισμού, αλλά ποτέ δεν ήμασταν σκλάβοι του και δεν θέλουμε τώρα να καθιερώσουμε τη δουλεία για κανέναν»[15].

Μια άλλη αιτία τριβής μεταξύ του κόμματος του Λένιν και των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών ήταν η παντοδυναμία της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία δεν υπόκειτο σε κανέναν έλεγχο. Ο Καρέλιν διαμαρτυρήθηκε για την κατάχρηση του όρου «αστική»:

«Δεν είναι μόνο οι αστικές κυβερνήσεις που πρέπει να δίνουν λογαριασμό για τον εαυτό τους ή να διατηρούν σε καλή τάξη τις υποθέσεις τους, ακόμη και σε λεπτομέρειες. […] Μια προλεταριακή κυβέρνηση πρέπει επίσης να υποβάλλεται σε λαϊκό έλεγχο. […]

Το αίτημά μας για υπεύθυνη κυβέρνηση απορρίπτεται στην απλοϊκή βάση ότι αυτό ήταν χαρακτηριστικό των προηγούμενων κοινοβουλευτικών καθεστώτων. Η λογική συνέπεια θα ήταν να εγκαταλείψουμε την ανάληψη της οικονομικής ευθύνης, μιας άλλης «αστικής» προκατάληψης. […]

Αυτά τα διατάγματα και τα προσχέδια διατάξεων που μαγειρεύονται σαν bliny[16] είναι εξαιρετικά αδαή, αν και μέχρι στιγμής, δόξα το θεό, η γραφή και η ανάγνωση δεν έχει δηλωθεί ως αστική προκατάληψη»[17].

Το PLSR δεν είχε καμία πρόθεση να επιτύχει συμβιβασμό πάνω στον διαχωρισμό των εξουσιών μεταξύ Sovnarkomκαι VTsIK κατά τις διαπραγματεύσεις που είχαν ξεκινήσει με τους Μπολσεβίκους για τη δημιουργία μιας δικομματικής κυβέρνησης. Αφού η PLSR εγκατέλειψε την αρχική ιδέα της συμμαχίας όλων των Σοσιαλιστικών κομμάτων μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων που προώθησε η Vikzhel, αποφάσισε να συμμετάσχει στο Συμβούλιο των Κομισάριων του Λαού. Ωστόσο, το έπραξε μόνο μετά την ολοκλήρωση της διεύρυνσης της Παν-ρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ (VTsIK), που συμπεριέλαβε εκπροσώπους του έκτακτου συνεδρίου των αγροτών (που εκείνη τη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

echo ‘’ ;