23.4 C
Athens
Τρίτη, 16 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣ(Πράσινη) τεχνοκαινοτομία και αγορά

(Πράσινη) τεχνοκαινοτομία και αγορά

Η τεχνοκαινοτομία, σε αντίθεση με την επιστημονική έρευνα των εργαστηρίων, είναι άρρηκτα δεμένη με (και κατευθυνόμενη προς) τη μη ελέγξιμη πλέον αγορά.

Η οξυμένη οικοκλιματική και οικοκοινωνική κρίση των τελευταίων δεκαετιών φέρεται αντιμέτωπη με δύο πανίσχυρους και ανεξέλεγκτους κινητήρες-φετίχ μιας πολυκλαδικής μεγα-μηχανής/τέρατος που «αλληλολαδώνονται»:

α) οικονομία-αγορά/αγορές (πλέον αυτονομημένη, διεθνοποιημένη, χρηματιστικοποιημένη εδώ και δεκαετίες και σήμερα επιπλέον κυβερνοψηφιοποιημένη και πλατφορμική), ανταγωνισμός-μεγέθυνση, που οδηγούν σε διαρκή αύξηση της παραγωγής για την παραγωγή (παραγωγισμός) και διαρκή αύξηση της κατανάλωσης για την κατανάλωση (υπερκαταναλωτισμός – κοινωνία της κατανάλωσης) με σοβαρές, σχεδόν ολοκληρωτικές, οικολογικές, κοινωνικές και ανθρωπολογικές συνέπειες.

Από τις αρχικές ποικιλόμορφες και πάντως χωροτοπικές αγορές περάσαμε στην («ελεύθερη», ανταγωνιστική και ανεξέλεγκτη) αγορά-μηχανισμό των οικονομολόγων, ως μη ανθρώπινου αλλά και ως μη οικοκοινωνικού θεσμού. Είναι πλέον σαφές ότι, αντίθετα με τη νεοφιλελεύθερη θεώρηση, η αγορά δεν ταυτίζεται με την κοινωνία, διότι στην αγορά δεν απεικονίζονται πάντα και απαραίτητα οι πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Η αγορά (και ιδιαίτερα το σύστημα της οικονομίας της αγοράς των τελευταίων διακοσίων πενήντα ετών) χαρακτηρίζεται από την κατασκευή ή επινόηση αναγκών και την εγγενώς (και ολοκληρωτικά) τάση σταδιακής επέκτασης της λογικής της, ιδίως μετά τη δεκαετία του ’70, σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης, ακόμα και του ανθρώπινου σώματος.

Οι άνθρωποι και τα πράγματα καταβροχθίζονται, ως αναλώσιμα στοιχεία, από το αγοραμεγεθυνσιακό μεγα-«σύστημα» (αν πρόκειται ακόμα για τέτοιο), στη διαδικασία διαιώνισής του/αναπαραγωγής του. Η εξάρτηση γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκη και βουλιάζει τον άνθρωπο σε ολοένα και μεγαλύτερη υποδούλωση (Ι. Χόντελ, 2020). Τέλος, στην αγορά αυτή, εκτός από τον κύριο φορέα της σήμερα -στο «νέο πνεύμα του καπιταλισμού»-, την ιδιωτική κερδοσκοπική μεγα-επιχείρηση με διάφορες μορφές, μπορούν να συνυπάρξουν και απλά (οικονομικά) άτομα τα οποία παρακινούνται για μεγιστοποίηση της ωφέλειας/πλούτου, αλλά και συλλογικές οντότητες – δομές (της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας) των οποίων ο πρωταρχικός σκοπός – κίνητρο δεν είναι η αποδοτικότητα, δηλ. η συσσώρευση και το κέρδος ως αυτοσκοπός (βλ. παρακάτω β’). Πράγματι, η αγορά δεν είναι ο μόνος κόσμος, αλλά υπάρχουν και άλλες σχέσεις ανταλλαγής (αλληλεγγύης και συνεργατικότητας, αμοιβαιότητας ακόμα και χαριστικότητας κ.λπ.).

Το υπόδειγμα αυτό της οικονομίας της αγοράς συνόδευσε τον καπιταλισμό (αλλά όχι μόνο) αφενός στη δίχως τέλος συσσώρευση, με δομικές οικολογικές/πλανητικές και αυτοτροφοδοτούμενες ανατροπές – κρίσεις («καπιταλόκαινος» περίοδος), και αφετέρου οδήγησε στη δημιουργία ενός πολυπλόκαμου αυτονομημένου και ορθότερα μη ελέγξιμου πλέον μεγα-«συστήματος»/τέρατος.

Και τούτο με τη στήριξη από λίγους ισχυρούς οικονομικούς -και κυρίως σήμερα χρηματιστικούς και ψηφιακούς- παράγοντες αλλά και την ώθηση από μεγαεπιχειρήσεις και κράτη, που συνιστούν στην πραγματικότητα κατά την Σ. Σάσεν, μεγα-«αρπακτικούς μηχανισμούς» ή αόρατες ή γκρίζες/θολές, εξουσιαστικές δομές – πλέγματα. Τούτοι, «αποσχισμένοι», και «αξιοποιώντας» μονοπωλιακά, μαζί με αγορές, κυβερνήσεις και τεχνολογίες, ιδίως ψηφιακές, το πολυπλόκαμο «μεγα-σύστημα», αφενός νέμονται ολοκληρωτικά ως υπερ-τάξη με νεοφεουδαρχικά χαρακτηριστικά αδιαφανώς όλο και περισσότερη οικονομική, και όχι μόνο, εξουσία και ισχύ, και αφετέρου δημιουργούν μια παγκόσμια υπερ-πραγματικότητα αυτοαναφορική και εν ονόματι της οποίας δρουν και δια-κυβερνούν(παγκόσμια διακυβέρνηση).

β) κέρδος (και η διαρκής μεγιστοποίησή του) μέσω πρωτίστως σήμερα της αποδοτικότητας (συσσώρευση κέρδους-η μόνη κοινωνική ευθύνη της ιδιωτικής κερδοσκοπικής μεγαεπιχείρησης) και δευτερευόντως της (τεχνικής) αποτελεσματικότητας (Ντ. Κοέν, 2013). Η τελευταία συνδέεται με την κάθε άλλο παρά «ουδέτερη» και ακίνδυνη τεχνοεπιστήμη/καινοτομία.

Πρόκειται για την εργαλειοποίηση και «αγοραποίηση» της γνώσης, όχι, όπως λέει η Σ.Κ. Σελ, για ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών αλλά για περαιτέρω πλουτισμό. Και τούτο, σύμφωνα με τη ίδια, μέσω αφενός της μεγιστοποίησης της χρηματιστηριακής (μετοχικής) αξίας και προάσπισης μονοπωλιακά της πνευματικής ιδιοκτησίας (πατέντες) («καπιταλισμός της πνευματικής ιδιοκτησίας») και αφετέρου της μείωσης του εργατικού/μισθολογικού κόστους.

Η τεχνοκαινοτομία ανέκαθεν υπήρξε το βασικό επιχείρημα – εργαλείο του «προοδευτικού», «δημιουργικού» και σήμερα «πράσινου» καπιταλισμού και των οπαδών του, καύσιμο (πράσινο) του οποίου είναι το κέρδος. Ομως είναι κοινή η παραδοχή ότι οι μεγάλες και ουσιαστικές καινοτομίες (φυσική, επικοινωνία, ιατρική) ιδίως του περασμένου αιώνα (αλλά και του παρόντος, π.χ. εμβόλια κατά της πανδημίας Covid-19) δεν ήταν προϊόν καπιταλιστικών κερδώων επενδύσεων αλλά, συχνά, κρατικής ή δημόσιας χρηματοδότησης, κυρίως της κατευθυνόμενης στην πανεπιστημιακή έρευνα (Κ. Καλλωνιάτης, 2022).

Η σύγχρονη καπιταλιστική τεχνοκαινοτομία βασίζεται πρωτευόντως στην ψηφιακή και στη βιοτεχνολογική επανάσταση (και ειδικότερα, από τις αρχές του 2000 στη βιολογία της σύνθεσης, ως νέας διάστασης της σύγχρονης βιοτεχνολογίας).

Η βιολογία της σύνθεσης, σημειωτέον, περιλαμβάνει ένα σύνολο τεχνικών και πρακτικών που αποσκοπούν στη δημιουργία νέων βιολογικών λειτουργιών που ποτέ δεν υπήρξαν στη φύση, χειραγωγώντας τα γονιδιώματα των μικροοργανισμών, φυτικών, ζωικών και ανθρώπινων. Πρόκειται περισσότερο για «βιο-αλχημεία» στο πλαίσιο ενός νέου «βιοτεχνολογικού ολοκληρωτισμού» (Σπ. Μανουσέλης, «Νησίδες», 10-11/12/2022) μέσω ενός συνόλου τεχνικών χειραγώγησης και επανασχεδιασμού της ζωής και των ζωντανών διαδικασιών με υπόρρητο στόχο την περισσότερη επίδοση και αποδοτικότητα, παρά για ενιαία επιστήμη (H.Tordjman, 2021).

Η βιολογία της σύνθεσης αφορά κυρίως start-up επιχειρήσεις στις οποίες μετέχουν πανεπιστημιακοί ή ερευνητές σε διάφορα ινστιτούτα δημόσια ή ιδιωτικά. Ταυτόχρονα αυτοί οι ίδιοι συμβουλεύουν τα κράτη ως εμπειρογνώμονες, εντασσόμενοι έτσι στο σύστημα των «περιστρεφόμενων θυρών». Οι επιστήμονες αυτοί οι οποίοι «παίζουν με όλους», συμβάλλουν στη κατάλυση των ορίων επιστήμης, κράτους και βιομηχανίας, κάνοντας μερικούς να μιλούν για «προδοσία των επιστημόνων», για «θανατηφόρα συμπαιγνία» και για «υποδουλωμένη επιστήμη» (H. Tordjman, 2021).

Η τεχνοκαινοτομία σε αντίθεση με την επιστημονική έρευνα των εργαστηρίων είναι άρρηκτα δεμένη με (και κατευθυνόμενη προς) τη μη ελέγξιμη πλέον αγορά. Ολες οι ερευνητικές ανακαλύψεις δεν «αγοραποιούνται». Η επιστήμη πλέον είναι εδώ και χρόνια στην υπηρεσία (των σκοπών) της αυτονομημένης από τον άνθρωπο τεχνικής, οδηγούμενη ως τεχνοκαινοτομία πλέον προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις (αντί για άλλες).

Και αυτή, μαζί με τη διεθνοποιημένη αγορά (και στην υπηρεσία της) οργανώνουν ως «αποπολιτικοποιημένο» πλέον μεγα-«σύστημα» συνολικά και ολοκληρωτικά, την κοινωνία και, μέσω αυτής, τη φύση. Με άλλα λόγια, η κοινωνία λειτουργεί πλέον -και σχεδόν αποκλειστικά- με «καινοτόμες» τεχνικές (κυρίως ψηφιακές) και πολύπλοκους μηχανισμούς, ελέγχοντας ακόμα και την ίδια τη ζωή και τα σώματα και μ’ έναν εργαλειακό λόγο που χειραγωγεί τη σκέψη των ανθρώπων και κατευθύνει τις επιλογές τους. Και τούτο υπό τον επιστημονικό ορίζοντα της λεγόμενης σύγκλισης NBIC (νανοτεχνολογίες, βιοτεχνολογίες, επιστήμες της πληροφόρησης και της γνώσης).

Πρόκειται για ένα επιστημονικό πρόγραμμα που γεννήθηκε στις ΗΠΑ στα τέλη του 2001 κατά τη διάρκεια μιας διάσκεψης με θεματική τις διαδράσεις ανάμεσα σε αυτές τις νέες επιστήμες και τεχνολογίες που θα έλυναν, δήθεν, όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας (H.Tordjman, 2021). Πρόκειται για ολοκληρωτικό εγγενώς τεχνοψηφιακό καπιταλισμό με πλήρη αλλοίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας.

Πράγματι, η τεχνοεπιστημονική καινοτομία με χαρακτηριστικά ιερού και εκφυλιστικά της δημοκρατίας αδιαφορεί για την πολιτική και τη θέληση των πολιτών. Αδιαφορεί για το οικολογικά και κοινωνικά ωφέλιμο. Το ωφέλιμο είναι ό,τι είναι εφικτό τεχνολογικά και, όπως προαναφέρθηκε, προς «αγοραποίηση» – κέρδος. Εξ ου και το αίτημα της δημοκρατικοποίησης της τεχνοεπιστήμης ως «κοινωνιοεπιστήμης» και «επιστήμης των πολιτών» όπως είχαμε επισημάνει («Νησίδες», 2-3/4/2022).

Από την άλλη, για τους (πράσινους) περιβαλλοντιστές και τους λεγόμενους οικοεκσυγχρονιστές και οικοαποδοτικούς, η (πράσινη) τεχνοεπιστήμη και τεχνοκαινοτομία αποτελούν τη λύση της οικοκλιματικής κρίσης και του οικοκοινωνικού προβλήματος. Ομως δεν αποτελούν παρά απλώς το τεχνικό αλλά και το ιδεολογικό υπο-στήριγμα της μεγέθυνσης, τώρα και πράσινης, και του «πράσινου καπιταλισμού». Και τούτο χωρίς να παραγνωρίζεται ότι πολλές πράσινες τεχνοκαινοτομίες «εξουδετερώνονται» από την αύξηση της χρήσης/κατανάλωσής τους (φαινόμενο της αναπήδησης ή παράδοξο του Τζέβονς).

Ως εκ τούτου απαιτούνται ριζικά νέες μορφές οργάνωσης – τρόπου της παραγωγής και διανομής του πλούτου αλλά και νέων δεικτών αυτού. Μορφές οι οποίες θα βασίζονται σε ριζικά διαφορετικές λογικές οικονομικές αλλά και πολιτικές: αφενός δηλαδή σε μια συμβιωτική (των σχέσεων) και βιοτική (των αναγκών και όχι των μεγεθών) οικο-λο-νομία με άξονα το κοινωνικό και οικολογικό όφελος και τα κοινά, και αφετέρου, παράλληλα, σε μια αποκεντρωμένη και αποσυγκεντρωμένη/αντιιεραρχική οργάνωση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, σε αμεσοσυμμετοχική και βιοχωροτοπική (ή, κατ’ άλλους, βιοπεριφερειακή ή βιοπεριοχική, J.Rifkin, 2022) βάση.

Τάκης Νικολόπουλος – Ομ. καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ
Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!
echo ‘’ ;