ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΚοινωνικά βιώσιμη εθελοντική οικονομική αποανάπτυξη

Κοινωνικά βιώσιμη εθελοντική οικονομική αποανάπτυξη

Του Αλέξανδρου Κόρπα Πρελορέντζου

Η αποανάπτυξη θεωρείται μία ιδιαιτέρως ουτοπική, αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστική πρόταση, κατά την οποία σκιαγραφείται ένα εναλλακτικό μοντέλο αναπτυξιακής πολιτικής, το οποίο είναι εμπνευσμένο από το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης και του οικονομικού φιλελευθερισμού.

Η αποανάπτυξη, είναι μια νέα κοινωνική συμμαχία, που φιλοδοξεί να κατασκευάσει μια κοινωνία που ζει καλύτερα με λιγότερα και νέο ριζοσπαστικό πολιτικό σχέδιο. Μια από της πηγές προέλευσης της αποανάπτυξης είναι η οικολογία και σε αυτό το άρθρο, θα προσπαθήσω να αποδώσω την διαφορετικότητα από την βιώσιμη ανάπτυξη. 

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια, μετά την έκθεση της Λέσχης της Ρώμης και γίνονται εμφανείς, οι οικολογικές επιπτώσεις της οικονομικής ανάπτυξης, λόγω της διατάραξης των οικολογικών συστημάτων, της εκτεταμένης ρύπανσης, της εξάντλησης των μη ανανεώσιμων πόρων και γενικά της ραγδαίας υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής. Η αποανάπτυξη και οι υποστηρικτές της εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 70’, η οποία χαρακτηρίστηκε ως το τέλος του φορντισμού, ενώ σημείο αναφοράς για την αποανάπτυξη θεωρείται η έκθεση της Λέσχης της Ρώμης (1972). Ήταν η πρώτη φορά, που ασκείται κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα οικονομικής ανάπτυξης, λόγω της  οικολογικής υποβάθμισης του πλανήτη  Η πετρελαϊκή κρίση, μεταβίβασε το κευνσιανό και φορντικό σύστημα συσσώρευσης σε ένα σύστημα συσσώρευσης, που βασίστηκε στο τριτογενή τομέα της οικονομίας, αυξάνοντας το κοινωνικό και οικολογικό κόστος.

Τα μέλη της Λέσχης υποστήριξαν, ότι η ανάπτυξη της οικονομίας και του πληθυσμού θα είναι βιώσιμη, αν παραμείνουν εντός της φέρουσας ικανότητας της Γης. Η έκθεση, ήταν μία προσπάθεια ποσοτικοποίησης της οικολογικής επιβάρυνσης του πλανήτη από τον άνθρωπο. Για να αποδείξουν τη θέση τους, χρησιμοποίησαν ένα παγκόσμιο μοντέλο, που αποτελούνταν από πέντε μεταβλητές που συνδέονταν μεταξύ τους. Η βιομηχανία (θετική), η ρύπανση του πλανήτη (αρνητική), η παραγωγή τροφίμων (θετική), ο πληθυσμός (θετική) και η εξάντληση των πόρων (αρνητική) είναι οι προαναφερθείσες μεταβλητές. Όμως, η ανάπτυξη των θετικών μεταβλητών, περιορίζεται από εκείνη των αρνητικών. Εκείνη τη περίοδο, το διεθνές νομισματικό σύστημα, ήταν ασταθές και η οικονομία είχε περιπέσει σε «κατάθλιψη», ενώ το περιβαλλοντικό κίνημα βρισκόταν σε ανάπτυξη και η κοινωνία ήταν σε εγρήγορση λόγω των φοιτητικών διαδηλώσεων.

Το 1987 δημοσιεύεται η έκθεση Brundtland με τίτλο «Το κοινό μας μέλλον», όπου ακούγεται για πρώτη φορά ο ορισμός της αειφόρου ανάπτυξης. Ήταν η πρώτη φορά, που σε παγκόσμιο επίπεδο μπαίνουν κοινοί στόχοι για την ανισότητα του πλούτου, αλλά και για την προστασία του περιβάλλοντος . Η αειφόρος ανάπτυξη, αναφέρεται στην ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων, χωρίς να υποθηκευτεί για τις μελλοντικές γενιές, η δυνατότητα ικανοποίησης των αναγκών τους. Επιπλέον στόχοι της έκθεσης, εκτός των άλλων, ήταν η κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων χωρών. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να βρείτε στο άρθρο μου στην εφημερίδα Ρήξη με τίτλο: Η οικολογική υποβάθμιση και η διέξοδος του «σαλιγκαριού» . Στο τέλος του άρθρου αυτού βρίσκεται το link.

Πολλοί ερευνητές, μιλούν για μία κοινωνικά βιώσιμη οικονομική αποανάπτυξη, δεδομένου ότι η βιώσιμη ανάπτυξη, δεν έχει πετύχει τον στόχο της. Πλέον είναι αποδεδειγμένο, ότι η συνεχής ανάπτυξη επιβαρύνει τη ποιότητα ζωής, δεδομένου ότι ο δείκτης του οικολογικού αποτυπώματος,  δείχνει ότι η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί το 125% της ικανότητας της Γης για ανανέωση των πόρων. Το οικολογικό αποτύπωμα, ανέρχεται σε 18 δισεκατομμύρια εκτάρια βίο-παραγωγής και είναι διπλάσιο από το 1966. Ενώ το οικολογικό αποτύπωμα των Η.Π.Α. είναι περίπου το διπλάσιο από της Ευρώπης. Ως οικολογικό αποτύπωμα, ορίζεται η περιοχή της παραγωγικής γης και των υδάτινων οικοσυστημάτων παγκοσμίως, που απαιτούνται για τη παραγωγή πόρων που καταναλώνονται από το πληθυσμό και που αφομοιώνουν τα απόβλητά του.

Το φαινόμενο του θερμοκηπίου και η κλιματική αλλαγή, είναι προβλήματα μείζονος σημασίας, η εμφάνιση της αποανάπτυξης είναι η σημαντική εξέλιξη της πράσινης πολιτικής. Βέβαια, από το 2007 μέχρι και το 2012, τα ποσοστά του φαινόμενου του θερμοκηπίου σύμφωνα με την Eurostat παρουσιάζουν πτωτική τάση για την Ευρωζώνη. Πολυάριθμες μελέτες έχουν διαπιστώσει, ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε τροχιά αύξησης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας, κατά 4 βαθμούς Κελσίου. Οι λύσεις για τα περιβαλλοντικά προβλήματα του πλανήτη, όπως το πράσινο επιχειρείν, δεν φέρουν αποτελέσματα, όσο η τεχνοοικονομική καινοτομία προϊόντων είναι προσκολλημένη στο σύστημα της αγοράς.

Μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας, μπορεί η κατανάλωση πράσινων προϊόντων να αυξήθηκε, με αποτέλεσμα να μειώθηκαν τα ποσοστά ενεργειακής κατανάλωσης, όμως δεν είναι ένα επαρκές βήμα προς την βιώσιμη κατανάλωση. Αρκετές οικονομικές μελέτες, δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης των εκπομπών αερίου του άνθρακα, κατά τις επόμενες δεκαετίες, είναι απίθανο να προέρχονται από τη τεχνολογική καινοτομία. Η κριτική της αποανάπτυξης προς την τεχνολογία, από τον μεγάλο στοχαστή Ιβάν Ίλιτς, βασίστηκε στην αντίστροφη σχέση μεταξύ της τεχνολογίας και της δημοκρατίας, γιατί τα τεχνολογικά επιτεύγματα και η τεχνολογική πρόοδος  μέσω της εξειδίκευσης, καταλήγει να συσσωρεύεται σε λίγους ανθρώπους, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι να εξαρτιούνται από τους άλλους και να λειτουργούν στη βάση της ανάθεσης.

Πλέον γίνεται λόγος για μία ισχυρή βιωσιμότητα, αναγνωρίζοντας ότι το περιβάλλον περιέχει τα ανθρώπινα συστήματα, που παρέχουν πόρους και περιβαλλοντικές υπηρεσίες.  Παράλληλα αναφέρεται μία ισχυρή βιώσιμη κατανάλωση, κάνοντας αλλαγές στα επίπεδα κατανάλωσης, ενσωματώνοντας κοινωνικές διαστάσεις γύρω από την κατανάλωση, όπως η κοινωνική συνοχή και η αύξηση της ανθρώπινης ευημερίας. Πολλοί υποστηρικτές της αποανάπτυξης όπως ο Λατούς (2013), μιλούν για μία οικονομία που θα βασίζεται σε μικρές αποστάσεις, αποφεύγοντας τη ρύπανση από τις μεταφορές των εμπορευμάτων. Επιπλέον, αναφέρεται σε ένα διαφορετικό σύστημα αγοράς, αποτελούμενο από τοπικές αυτοσυντηρούμενες κοινότητες, βασισμένες στην αμοιβαιότητα των κατοίκων.

Στα πλαίσια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, το αλληλέγγυο εμπόριο  θεωρείται μία εναλλακτική εμπορική δραστηριότητα, που διασφαλίζει τα συμφέροντα των μικρών παραγωγών και των καλλιεργητών γης, προσφέροντας σεβασμό και διαφάνεια στο καταναλωτή. Ο στόχος του δίκαιου εμπορίου, είναι η αμφισβήτηση των υφιστάμενων οικονομικών μοντέλων και η δημιουργία κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Εφαλτήριο για το κίνημα του αλληλέγγυου εμπορίου, θεωρείται η ιδεολογία που ανταποκρίνεται στην ανάπτυξη των κοινοτήτων των φτωχότερων περιοχών του κόσμου. Η κίνηση αυτή αποσκοπεί, στην ενδυνάμωση των παραγωγών του παγκόσμιου Νότου, μέσω της παροχής καλύτερων τιμών. Παράλληλα, η δίκαιη εμπορία καφέ από την περιοχή της Τσιάπας του Μεξικού, αποδεικνύει ότι τα τοπικά κοινωνικά κινήματα, μπορούν να αλλάξουν συμπεριφορές στα καθεστώτα του διεθνές εμπορίου.

Στο παρόν άρθρο προσπάθησα να αποδώσω την διαφορετικότητα της οικολογίας ανάμεσα στην βιώσιμη ανάπτυξη και την αποανάπτυξη μέσα από ίσως ριζοσπαστικές σκοπιές για το τι θεωρούμε οικολογία και πως μπορούμε να απεμπλακούμε από αυτό που ονομάζουμε πράσινο καπιταλισμό.

https://ardin-rixi.gr/archives/202243

Αλέξανδρος Κόρπας Πρελορέντζος

8/12/25

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ
Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!