Πριν δύο χρόνια έφυγε ένας σπουδαίος ερευνητής των γραμμάτων, της λαογραφίας και της ιστορίας, ο σημαντικότερος μελετητής της Κύμης τουλάχιστον κατά την τελευταία 50ετία και δυστυχώς για εμένα και λίγους ακόμη ανθρώπους ένας σημαντικός φίλος. Πέρα από τα προαναφερόμενα ο άνθρωπος αυτός υπήρξε βοηθός στην έρευνα πολλών επιστημόνων ανά την Ελλάδα, σε τομείς που κάλυπταν οι γνώσεις και η μεθοδική δουλειά του. Πολλές διδακτορικές διατριβές ολοκληρώθηκαν χάριν στην βοήθειά του. Το όνομα του: Μιχάλης Ποντίκης.
Μπορεί να μην είναι ευρύτερα γνωστό, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί ο Μιχάλης ζούσε ενστερνιζόμενος το “λάθε βιώσας” ( του Επίκουρου). Το έργο του σε βιβλία, μελέτες, περιοδικά και άρθρα είναι ευρύτατο και θα πρέπει να αποτελέσει πεδίο σπουδής ορθής αποδελτίωσης και αρχειοθέτησης και εν τέλη συνολικής παρουσίασης για να είναι προσιτό στον κόσμο, ως πηγή γνώσης και έρευνας. Γιατί ο Μιχάλης αυτό πάντοτε ήθελε: την πραγματική, βαθιά γνώση και την θέση αυτής της γνώσης στην κοινωνία υπό τον όρο του διπλού σεβασμού, προς την πηγή και προς τον αποδέκτη της κάθε πληροφορίας.
Η τελευταία του ολοκληρωμένη αλλά ανέκδοτη εργασία αφορούσε τον Ηράκλειτο και πολλοί θεωρούν ότι αυτό το έργο θα ήταν το magnum opus… ας ευχηθούμε τα αδέλφια του να φροντίσουν για την έκδοσή του.
Από όλα όμως όσα προαναφέρονται, για εμένα που τολμώ να πω ότι τον ήξερα κάπως καλύτερα και πλησιάζαμε ο ένας τον άλλον στο πέρασμα των χρόνων, αυτό που θεωρώ σπουδαιότατο στον Μιχάλη ήταν ο λόγος του, η σκέψη του και η κρυφή τρυφερότητά του.
Το περιοδικό που είναι δημοσιευμένο το συγκεκριμένο Σημείωμα του Εκδότη
Αντί λοιπόν πολλών άλλων δικών μου λέξεων, για έναν σιωπηλό εν πολλοίς διανοητή, έχων ως αφορμή την φράση του Κων. Βαθιώτη “Κλείστε την τηλεόραση για να βρείτε την πραγματική σας όραση!” στην συνέχεια παραθέτω αυτολεξεί ένα εκπληκτικό κείμενο του, δημοσιευμένο σε ένα από τα περιοδικά που εξέδιδε, το ΑΣΤΕΡΟΣ, τ. 6, Άνοιξη 2007, ως Σημείωμα του εκδότη. Απολαύστε την σκέψη του, την θέση του, την ματιά του και την στάση του και αναλογιστείτε πόσο πιο καλό θα ήταν για όλους μας, αφενός να έχουμε και εμείς τέτοιες μικρές επετείους και αφετέρου να ακούμε και να διαβάζουμε ανάλογες σκέψεις και κείμενα.
Γράφει λοιπόν ο Μιχάλης Ποντίκης στο Σημείωμα του εκδότη: “Πριν από λίγο καιρό «τίμησα» μια μικρή προσωπική επέτειο που μπορεί στα μάτια των άλλων να φαίνεται ασήμαντη, για μένα όμως αντιπροσωπεύει κάτι ουσιαστικό: έκλεισαν δέκα χρόνια χωρίς να παίξει καθόλου τηλεόραση στο σπίτι. Είναι αλήθεια ότι καθώς κατοικώ κυρίως μόνος μου, δεν δέχτηκα αυτό το διάστημα ιδιαίτερες πιέσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μιλάω δηλαδή εδώ μόνο «εξ ονόματος» μου, αν και αυτό για το θέμα μου δεν έχει και μεγάλη σημασία.
Η αφορμή υπήρξε ένα τυπικό γεγονός που με φόρτισε συναισθηματικά κάπως ιδιαίτερα. Ήταν τότε η στιγμή που η τηλεόραση από «παράθυρο στον κόσμο» έγινε για μένα καθαρά ένα «πρίσμα παραμόρφωσης του κόσμου». Η στιγμή της συνειδητοποίησης ότι η πραγματική Ζωή ήταν απολύτως αλλού.
Πολλοί πιστεύουν ότι το να βλέπει ή να μη βλέπει κανείς τηλεόραση είναι απλώς θέμα διευθέτησης του προσωπικού χρόνου. Μάλλον όμως έτσι παραβλέπουν το πρόβλημα της εξάρτησης. «Μα τι άλλο μπορεί να κάνει κάποιος τον ελεύθερο χρόνο του;» ρωτούν. Και όμως υπάρχουν δεκάδες (ή χιλιάδες;) όμορφα (και πιο χρήσιμα) πράγματα που θα μπορούσε να κάνει κανείς αντί να στέκεται μπροστά στη μικρή οθόνη. Να περιποιηθεί τον κήπο του, να διαβάσει ένα βιβλίο, να κάνει ένα περίπατο στην εξοχή, να… Το ότι δεν κάνει τίποτα από όλα αυτά προτιμώντας να σπαταλάει το χρόνο του με την ΤV, αποδεικνύει από μόνο του την εξάρτηση. Η ψευδαισθητική παρουσία των ανθρώπων στην οθόνη και η ταύτιση του θεατή μαζί τους (που συχνά γίνεται, με αφορμή ένα γεγονός, νοερός σχηματισμός μιας κοινότητας), η ποικιλία των πληροφοριών, το στοιχείο της μικρής έκπληξης και του καινούργιου (ιδιαίτερα στις ειδήσεις), είναι μερικά από τα επικοινωνιακά πλεονεκτήματα της τηλεόρασης που η κοινωνιολογία τοποθετεί στη βάση του φαινομένου. Κατά την ταπεινή μου γνώμη ο πραγματικός λόγος της εξάρτησης του σημερινού τηλεθεατή βρίσκεται πέρα από όλα αυτά: είναι ένα συναίσθημα αισιοδοξίας που η τηλεόραση, πίσω από την οποιαδήποτε κίνηση στην οθόνη, μεταφέρει στους τηλεθεατές: ο κόσμος είναι όμορφος παρά τις πολλές άσχημες όψεις που εμφανίζει, ο κόσμος έχει πάθος για επικοινωνία παρά την βοούσα μοναξιά, ο κόσμος είναι καλός παρά την αγριότητα που επικρατεί, ο κόσμος είναι ανοιχτός στην καλυτέρευση του συνόλου και στην προσωπική άνοδο του καθενός. Κάποιος μπορεί να παρατηρήσει εδώ («ψυχρά») ότι αυτό το συναίσθημα αισιοδοξίας εξαργυρώνεται στη συνέχεια με κατανάλωση, το θεμελιώδες άλλωστε επιδιωκόμενο του ισχύοντος οικονομικού συστήματος. Αυτό όμως δεν ισχύει πάντα.
Το να κλείσεις λοιπόν μια για πάντα την τηλεόραση σου, σε μια στιγμή μάλιστα που ξοδεύεις πολλές ώρες μπροστά της, σημαίνει να δεχτείς να υποστείς, χωρίς υπερβολή, μια πνευματική μεταμόρφωση. Αντί για την ομορφιά των τηλεοπτικών πραγμάτων (στημένη, πλαστική και λουστραρισμένη) πρέπει να μπορέσεις να δεις την ομορφιά του πραγματικού κόσμου αλλά και να κατανοήσεις (όχι να απωθήσεις) την ασχήμια του. Αντί για μια παθητική ακρόαση (βρίζοντας από μακριά μερικούς ηλίθιους, δε γίνεσαι πιο ενεργητικός), να αναπτύξεις ένα αυθεντικό (όχι εξυπνακίστικο) προσωπικό λόγο και να τον απευθύνεις στους πραγματικούς άλλους. Αντί για την καλοσύνη των «επ’ αμοιβή καλών» της τηλεόρασης, να ψάξεις και να αναδείξεις την καλοσύνη (κόντρα στην υποκρισία) στις καθημερινές σου σχέσεις.
Ναι, μα πέρα από αυτά τα «σπουδαία», η τηλεόραση έχει και μια διάσταση καθαρής ψυχαγωγίας που δεν πρέπει να παραβλέψουμε, θα μπορούσε να μου αντιτείνει κάποιος. Σωστά. Και εδώ βρίσκεται το πιο δύσκολο σημείο για μια απόπειρα απεξάρτησης από την τηλεοπτική θέαση. Γιατί η ριζοσπαστική (χωρίς δηλαδή πισωγυρίσματα) λύση δεν είναι να ψυχαγωγείσαι πλέον διαβάζοντας κάποιο βιβλίο, ακούγοντας κλασσική μουσική ή πηγαίνοντας πιο τακτικά στον κινηματογράφο και το θέατρο. Είναι κυρίως, όσο παράδοξο και αν μοιάζει αυτό, το να καταφέρεις από δω και πέρα, να ψυχαγωγείς ο ίδιος τον εαυτό σου. Πώς; Με το μοναδικό τρόπο που μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο: δημιουργώντας, παράγοντας δηλαδή νέες μορφές και απολαμβάνοντας τόσο την (συνήθως επίμονη) διαδικασία παραγωγής τους όσο και το αποτέλεσμα. Φτιάχνοντας οτιδήποτε: από ένα φαγητό μέχρι ένα ποίημα, από ένα σχέδιο μέχρι κάνοντας τη διαμόρφωση του κήπου σου. Από αυτή την άποψη, ίσως η τηλεόραση είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος ευνουχισμού της δημιουργικής μας δύναμης.
Δεν αμφιβάλλω ότι αυτές οι σκέψεις θέλουν εκατοντάδες (ίσως και χιλιάδες) τυπωμένες σελίδες για να συζητηθούν διεξοδικά. Εδώ έθιξα κάποια πράγματα πολύ πρόχειρα και μόνο με αφορμή μια καθαρά προσωπική διαπίστωση: ότι το περιοδικό αυτό, ο «Αστέρος», ως «μηχανισμός παραγωγής» κάποιων ιδεών και μορφών γεννήθηκε κατά βάση, πάνω στα συντρίμμια μιας νικημένης τηλεόρασης”.
Δημήτριος Δούκα Σουφλέρης
6/5/2026
