21.4 C
Athens
Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου, 2022
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣ1922: Η άλλη όψη

1922: Η άλλη όψη

Για την Ελλάδα, ο 20ος αιώνας ξεκίνησε δύσκολα: το 1894 είχε χρεοκοπήσει, το 1897 είχε συντριβεί στρατιωτικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και της επιβλήθηκε ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, στη Μακεδονία κέρδιζαν επί χρόνια έδαφος οι εξαρχικοί.

Ο πραγματικά Μεγάλος Ασθενής στην περιοχή ήταν, όμως, η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αποδυναμωμένη από την κακοδιοίκηση και την τεχνολογική υστέρηση, στρατιωτικά υποδεέστερη από την τσαρική Ρωσία που εποφθαλμιούσε ανοικτά την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, με τα βαλκανικά βασίλεια να ανταγωνίζονται στρατιωτικά για τον έλεγχο των  πληθυσμών στα ευρωπαϊκά εδάφη της, στηριζόταν για την επιβίωσή της στα αντικρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων και στην επιδέξια διπλωματία της.

 

Οι Νεότουρκοι και ο τουρκικός εθνικισμός

Στις συνθήκες αυτές, η επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 ήταν αναμενόμενη. Το αρχικό συνταγματικό και φιλελεύθερο πρόσωπό της δημιούργησε ελπίδες και στους υποτελείς λαούς, σύντομα όμως εξελίχθηκε σε καθαρά εθνικιστικό: έχοντας ήδη κάποια εικόνα από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, κυρίως μέσω των Γερμανών στρατιωτικών εκπαιδευτών τους, οι Νεότουρκοι είχαν διαμoρφώσει την πεποίθηση ότι μόνο ως εθνικό κράτος μπορούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία να έχει μέλλον. Έτσι η αναγκαστική αφομοίωση των χριστιανικών κυρίως λαών της, εμφανιζόταν γι’ αυτούς ως μονόδρομος.

Ο εθνικισμός δεν ωφέλησε ιδιαίτερα τους Νεότουρκους:

  • Οι αραβικοί λαοί της αυτοκρατορίας προσανατολίστηκαν κι αυτοί εντονότερα προς την ανεξαρτησία τους.
  • Το 1911 η Ιταλία κήρυξε πόλεμο και κατέκτησε εύκολα τη Λιβύη και τα Δωδεκάνησα.
  • Το 1912, η πολιτική των Νεοτούρκων κατάφερε να συνασπίσει στρατιωτικά εναντίον τους όλα τα Βαλκανικά βασίλεια, παρά την θανάσιμη εχθρότητα Ελλάδας-Βουλγαρίας.  Η κυριαρχία του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο εμπόδισε τη μεταφορά οθωμανικών ενισχύσεων από τη Μ. Ανατολή στη Μακεδονία, ενώ η βουλγαρική επίθεση στην Κωνσταντινούπολη δέσμευσε εκεί τον κύριο όγκο του οθωμανικού στρατού: οι ευρωπαϊκές κτήσεις της αυτοκρατορίας κατέρρευσαν μέσα σε λίγες εβδομάδες.
  • Αμέσως μετά, το 1913, ο βουλγαρικός εθνικισμός συνάσπισε κι αυτός εναντίον του όλες τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες: στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο η Οθωμανική Αυτοκρατορία  συμμάχησε με Ελλάδα, Σερβία και Ρουμανία, ανακτώντας την Αν. Θράκη με την Αδριανούπολη, ιστορική οθωμανική πρωτεύουσα μέχρι το 1453.
  • Το 1914 οι Νεότουρκοι συντάχθηκαν από την αρχή με τις Κεντρικές Δυνάμεις στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που έφερε και το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η σύμπραξη με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, δεν ήταν συγκυριακή επιλογή:  είχαν προηγηθεί δύο δεκαετίες εντατικής γερμανικής διείσδυσης, τόσο στο εμπόριο και τις υποδομές (όπου ο σιδηρόδρομος της Βαγδάτης αποτελούσε τη γερμανική απάντηση στη διώρυγα του Σουέζ) όσο και στον στρατιωτικό τομέα, μέσω εκπαιδευτών, στρατιωτικών συμβούλων και σχεδιασμού οχυρωματικών έργων. Τα γερμανικά εμπορικά συμφέροντα έβλεπαν τους ελληνικούς  και αρμενικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας ως ανταγωνιστές και  ενίσχυαν στους Νεότουρκους την ιδέα ότι οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί αποτελούσαν εμπόδιο για την ευημερία των Τούρκων.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, με το κύμα μουσουλμάνων προσφύγων από τις χαμένες βαλκανικές επαρχίες, πυροδότησαν το πρώτο κύμα διωγμών του ελληνικού στοιχείου στην Ανατολική Θράκη. Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι Γερμανοί σύμβουλοι του οθωμανικού στρατού προώθησαν τη συστηματική εκκένωση των Στενών και των μικρασιατικών παραλίων του Αιγαίου από τον χριστιανικό τους πληθυσμό. Οι εθνικές εκκαθαρίσεις εντάθηκαν, όταν η Αντάντ πρότεινε στην Ελλάδα μικρασιατικά εδάφη, ως κίνητρο για να συνταχθεί  μαζί τους στον πόλεμο. Ακολούθησε η γενοκτονία των Αρμενίων, οι μαζικές σφαγές στον (Δυτικό, κυρίως) Πόντο ενόψει της ρωσικής προέλασης, και ο αργός θάνατος πολλών χιλιάδων ακόμη μέσω των εκτοπίσεων και των Ταγμάτων Εργασίας. Για την ελληνική κοινή γνώμη και την κυβέρνηση Βενιζέλου, οι διωγμοί αυτοί αποτέλεσαν στη συνέχεια βασικό επιχείρημα για την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος όσο γινόταν περισσότερων περιοχών με μαζική ελληνική παρουσία.

Για τους ελληνικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, η ανάδυση του τουρκικού εθνικισμού ερχόταν να ανατρέψει εξελίξεις και ελπίδες δεκαετιών: από τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56) και μετά, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε βελτιώσει σημαντικά τη θέση των Χριστιανών υπηκόων της με μια σειρά μεταρρυθμίσεις, κυρίως με απαίτηση Βρετανίας και Γαλλίας ως αντάλλαγμα για τη στρατιωτική συνδρομή τους απέναντι στην απειλή ρωσικής κατάληψης της Πόλης. Για πάνω από μισό αιώνα το ελληνικό στοιχείο της αυτοκρατορίας ενισχυόταν σε αριθμούς και επιρροή, μεγάλο μέρος τους είχε βελτιώσει θεαματικά την οικονομική και κοινωνική του θέση, ενώ κάποιοι είχαν βρεθεί ακόμη και στον στενό κύκλο που ασκούσε την εξουσία την περίοδο της απολυταρχίας. Η κοινή αίσθηση απειλής από τη Ρωσία και τη Βουλγαρία, συχνά έφερνε τις δύο εθνότητες ακόμη πιο κοντά. Στην καθημερινή ζωή  Έλληνες και Τούρκοι είχαν φθάσει να συμβιώνουν σε μεγάλο βαθμό ομαλά, ιδίως στις μεγάλες πόλεις, ενώ υπήρχαν και μεμονωμένες φωνές που απέβλεπαν σε  σταδιακή  μετεξέλιξη της αυτοκρατορίας σε τουρκο-ελληνική μοναρχία υπό την οθωμανική δυναστεία, στα πρότυπα της τότε Αυστρο-Ουγγαρίας.

Η παρακαταθήκη αυτή συνέχισε να δίνει μεμονωμένους καρπούς, ακόμη και στην εποχή του εθνικισμού και των διωγμών:

  • Στη Θεσσαλονίκη το 1912, ο Οθωμανός διοικητής Χασάν Ταξίν Πασάς παρέδωσε την πόλη στον ελληνικό στρατό με μια μόλις μέρα διαπραγμάτευσης. Αν παρέτεινε δύο ακόμη μέρες την αντίσταση ή τη διαπραγμάτευση, η Θεσσαλονίκη θα είχε πιθανότατα  καταληφθεί από τον βουλγαρικό στρατό που έφθασε λιγότερο από 48 ώρες μετά. (1)
  • Στη Σμύρνη το 1914-18, ο Οθωμανός διοικητής Ραχμή Μπέης προστάτευσε με επιτυχία τον ελληνικό  πληθυσμό της πόλης από τον διωγμό και τις εκτοπίσεις. (2)
  • Στην Τραπεζούντα ο Μητροπολίτης Χρύσανθος είχε κερδίσει σε τέτοιο βαθμό την εμπιστοσύνη των οθωμανικών αρχών, ώστε το 1916 οι τελευταίες του παρέδωσαν επίσημα την πόλη πριν την είσοδο του τσαρικού στρατού. (3) Μετά τον πόλεμο τιμήθηκε επίσημα από την οθωμανική κυβέρνηση για την προστασία των μουσουλμανικών πληθυσμών κατά τη ρωσική κατοχή, όπου ήταν επικεφαλής της τοπικής προσωρινής κυβέρνησης. Στην περιοχή του, οι διώξεις και οι σφαγές των Ποντίων υπήρξαν σαφώς λιγότερες.

 

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος: η Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών

Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα μπήκε μόλις το 1916-17, στο πλευρό της Αντάντ. Στην αρχή του, το 1914-5, είχε απορρίψει βρετανική προσφορά να της δοθούν η Κύπρος και (μελλοντικά) η Ιωνία ως αντάλλαγμα για να μπει στον πόλεμο και να παραχωρήσει την Καβάλα στη Βουλγαρία, ώστε να πειθόταν η τελευταία να συμμαχήσει με τη Σερβία και την Αντάντ. Τελικά η Βουλγαρία τάχθηκε στρατιωτικά με τις Κεντρικές Δυνάμεις, ελπίζοντας σε πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στη Μακεδονία. Η Ελλάδα πολέμησε αποκλειστικά στο Μακεδονικό Μέτωπο, ενώ δεν είχε  καθόλου στρατιωτική εμπλοκή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το τέλος του πολέμου βρήκε την Ελλάδα όχι μόνο στο στρατόπεδο των νικητών, αλλά και σε περίοπτη θέση ανάμεσά τους: η στρατιωτική της συμβολή ήταν καθοριστική στην τελική συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας, τον Σεπτέμβριο του 1918, που έφερε ως ντόμινο τη συνθηκολόγηση και των υπόλοιπων Κεντρικών Δυνάμεων. Για να διατηρήσει όμως αυτή τη θέση και να μεγιστοποιήσει τα εδαφικά της κέρδη στον τελικό διακανονισμό, η Ελλάδα ένιωθε πιεσμένη να ακολουθεί σε μόνιμη βάση τα συμφέροντα των άλλων, μεγαλύτερων νικητών: συμμετείχε έτσι στη γαλλική εκστρατεία στην Ουκρανία κατά των Μπολσεβίκων (αρχές 1919), ενώ στα μέσα της ίδιας χρονιάς δεσμευόταν με το Σύμφωνο Βενιζέλου-Τιτόνι να στηρίξει πλήρως τις ιταλικές διεκδικήσεις στην Αλβανία με αντάλλαγμα την προσάρτηση των νοτιότερων εδαφών της στην Ελλάδα.  Έτσι ο Βενιζέλος κέρδισε ως ανταμοιβή τη συμμαχική εντολή για απόβαση στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919, στο ευρύτερο πλαίσιο της στρατιωτικής κατοχής των νικητών σε μέχρι τότε οθωμανικά εδάφη: Βρετανοί στα Δαρδανέλια και την Κωνσταντινούπολη, Ιταλοί στα νότια της Σμύρνης μέχρι την Αττάλεια, Γάλλοι στην Κιλικία και τη Συρία, διασυμμαχικός έλεγχος στη Θράκη.

Η Συνθήκη των Σεβρών, τον Ιούλιο του 1920, περιόριζε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε ένα μικρό τουρκικό κράτος, όπου ο Μεχμέτ ΣΤ’ διατηρούσε την Κωνσταντινούπολη και παρέμενε στον θρόνο ως σουλτάνος. Όμως οι σιδηρόδρομοι και τα λιμάνια περνούσαν όλα σε διεθνή έλεγχο, η Ανατολική και Δυτική Θράκη δινόταν στην Ελλάδα, ιδρυόταν μεγάλο Αρμενικό Κράτος στον Ανατολικό Πόντο και τον Καύκασο με προοπτική και για αντίστοιχο κουρδικό, η Κιλικία και οι αραβικές επαρχίες γίνονταν γαλλικές και βρετανικές αποικίες, στα δυτικά το βιλαέτι της Σμύρνης περνούσε σε ελληνική διοίκηση με υποχρέωση για δημοψήφισμα το 1925.

Με προφανή εξαίρεση την Κωνσταντινούπολη, η Ελλάδα φαινόταν να εκπληρώνει το σύνολο σχεδόν των προσδοκιών της. Για τον μέσο Έλληνα, η εδαφική επέκταση στην Μ. Ασία  αποτελούσε λογική συνέπεια 3.000 χρόνων συνεχόμενης ελληνικής παρουσίας εκεί, ενώ οι σχεδόν 6 αιώνες Οθωμανικής κυριαρχίας διαβάζονταν ως βίαιη παρένθεση που «όφειλε» να δώσει τη θέση της σε μια ανασύσταση του Βυζαντίου ως ελληνικής αυτοκρατορίας.

 

Τα σύννεφα φαίνονταν από την αρχή

Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα καταδικαζόταν να συνεχίσει να μάχεται στρατιωτικά επ’ αόριστον, εξαντλημένη ήδη από 8 συνεχόμενα χρόνια πολέμων και βαθύτατα διχασμένη από τη διαμάχη Βενιζελικών και Κωνσταντινικών. Την εποχή της Συνθήκης των Σεβρών, η πραγματικότητα αυτή ήταν πλέον ορατή και στον μέσο πολίτη:

  • Ήδη την πρώτη μέρα της απόβασης του ελληνικού στρατού στην πόλη της Σμύρνης,  υπολείμματα του οθωμανικού στρατού είχαν προβάλει ένοπλη αντίσταση.
  • Τουρκικά ανταρτικά σώματα πύκνωναν τη δράση τους στην ελληνική ζώνη, με υποστήριξη και από τη διπλανή ιταλική ζώνη αμέσως νοτιότερα.
  • Στην Ανατολική Θράκη, το τουρκικό στρατιωτικό κίνημα του Τζαφέρ Ταγιάρ είχε προσπαθήσει να εμποδίσει βίαια την παραχώρησή της στην Ελλάδα και χρειάστηκε 3 μήνες (Απρίλιος-Ιούλιος 1920) για να κατασταλεί.
  • Στη Μικρά Ασία, αρκετούς μήνες πριν τη Συνθήκη των Σεβρών είχε ξεκινήσει και επίσημα το στρατιωτικό και πολιτικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ που αμφισβητούσε ριζικά την εξουσία του Σουλτάνου: τα ελληνικά κέρδη (που υπογράφονταν από τον Σουλτάνο) μπορούσαν να κρατηθούν μόνο με πλήρη συντριβή των κεμαλιστών, καθώς πουθενά στον ορίζοντα δεν φαινόταν δυνατότητα πολιτικού συμβιβασμού μαζί τους.
  • Οι κεμαλιστές είχαν ήδη ανοικτή στήριξη από τη Σοβιετική Ένωση και καλυμμένη από  την Ιταλία: η πρώτη θεωρούσε εχθρική ενέργεια την ελληνική συμμετοχή στην εναντίον της επέμβαση στην Ουκρανία (απαραίτητη «εγγύηση» του Βενιζέλου προς τη Γαλλία, λίγο πριν την άδεια των Συμμάχων για την αποβίβαση στη Σμύρνη), η δεύτερη διεκδικούσε την περιοχή της Σμύρνης για τον εαυτό της.
  • Τις μέρες που εξελισσόταν η προεκλογική εκστρατεία στην Ελλάδα, οι κεμαλιστές εδραίωναν ήδη τη στρατηγική τους θέση, καταλύοντας το νεοσύστατο αρμενικό κράτος σε συνεργασία με τη Σοβιετική Ένωση.

Στο κλίμα αυτό το αντιβενιζελικό στρατόπεδο έμενε συμπαγές, και μάλιστα διευρυνόταν με τις οικογένειες των στρατευμένων που δεν άντεχαν άλλη παράταση των πολέμων χωρίς σοβαρή απειλή κατά της χώρας. Στην ίδια κατεύθυνση συνέκλιναν οι πολυάριθμες ψήφοι Μουσουλμάνων και Εβραίων στις νέες χώρες, αλλά και η νεοσύστατη Αριστερά του ΣΕΚΕ που θεωρούσε εξαρχής έγκλημα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε οριστικά αποξενωθεί με την εκστρατεία στην Ουκρανία κατά των Μπολσεβίκων. Ο Βενιζέλος, που δεν μπορούσε να στηριχθεί άλλο στην αναβίωση της Βουλής του 1915, ήταν πρακτικά αναγκασμένος να προκηρύξει τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, πιστεύοντας πάντως ότι δεν μπορούσε να χάσει.

 

Σκιαγραφώντας την τουρκική οπτική

Στη δημόσια συζήτηση για τα 100 χρόνια από το 1922, έχουν ακουστεί σχεδόν τα πάντα για την ελληνική οπτική. Λιγότερο γνωστή είναι η οπτική της τουρκικής πλευράς, όπου οι όροι της Συνθήκης των Σεβρών συσπείρωσαν το σύνολο σχεδόν των Τούρκων γύρω από τον Κεμάλ:

  • Με τη Συνθήκη των Σεβρών, οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι διαμελιζόταν η τελευταία πιθανή τους πατρίδα: στη δική τους αφήγηση οι κατακτήσεις των Σελτζούκων και των Οθωμανών δημιούργησαν ένα νέο έθνος, «νόμιμη» συνέχεια και των παλαιότερων λαών της Μ. Ασίας που είχαν αφομοιωθεί κατά μεγάλο μέρος, γλωσσικά και θρησκευτικά, με τον ίδιο τρόπο που είχαν παλιότερα εξελληνιστεί και εκχριστιανιστεί στο Βυζάντιο. Από την άλλη, η ανεξαρτησία και επέκταση των βαλκανικών βασιλείων  είχε παντού συνοδευτεί από την έξωση ή περιθωριοποίηση των μουσουλμάνων κατοίκων τους, δίνοντας το μήνυμα ότι Τούρκοι δεν μπορούσαν να έχουν μέλλον σε κράτη πρώην υποτελών τους. Εναλλακτικές λύσεις, όπως το όραμα του Ρήγα για δημοκρατική αυτοκρατορία ισότιμων χριστιανικών και μουσουλμανικών λαών, ή το βραχύβιο πείραμα της Ανατολικής Ρωμυλίας ως αυτόνομης πολυεθνικής ηγεμονίας (1878-1885), δεν συζητιούνταν πια από κανέναν.
  • Για την τουρκική πλευρά η Μικρά Ασία αποτελούσε ενιαίο εθνικό τους χώρο, όπου  πλειοψηφούσαν καθαρά: το 1912 η στατιστική του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατέγραφε 7.048.662 Τούρκους (72,70%), 1.782.582 Έλληνες και 608.707 Αρμένιους σε σύνολο 9.695.576 κατοίκων (4).  Οι Τούρκοι μπορούσαν να αποδεχθούν την απώλεια των ευρωπαϊκών και αραβικών κτήσεων, όχι όμως και της Μ. Ασίας: η απόδοση τμημάτων της σε άλλα κράτη, έστω και με βάση τοπικά εθνολογικά δεδομένα, αντιμετωπιζόταν ως ακρωτηριασμός και διαμελισμός. Ακόμη και τα οικονομικά επιτεύγματα των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης από το 1870-80 και μετά, «διαβαζόταν» κυρίως ως καρπός της οθωμανικής πολιτικής να καταλήγουν εκεί όλες οι σιδηροδρομικές γραμμές της Μ. Ασίας: η απόδοση της περιοχής στην Ελλάδα σήμαινε και μόνιμη αφαίρεση της αποκλειστικής εμπορικής πύλης όλης της (μουσουλμανικής) ενδοχώρας προς το Αιγαίο και τη Μεσόγειο.
  • Οι συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί της Ιωνίας δεν πτοούσαν τον τουρκικό εθνικισμό: στο βιλαέτι Σμύρνης-Αϊδινίου (που θα διοικούσε η Ελλάδα) ζούσαν 620.000 Έλληνες, όμως η επίμαχη ζώνη είχε συνολικά 940.000 περίπου Τούρκους (56,97%) σε σύνολο 1.650.000 κατοίκων (5). Στη Σμύρνη και τα παράλια η ελληνική υπεροχή ήταν αδιαμφισβήτητη, στην ενδοχώρα τα πράγματα αντιστρέφονταν: χωρίς μαζική μεταστροφή τουρκικών ψήφων, η Ελλάδα ήταν αδύνατον να κερδίσει το δημοψήφισμα που προέβλεπε η Συνθήκη των Σεβρών για το 1925. Η πολυσυζητημένη εύνοια του Έλληνα αρμοστή Αριστ. Στεργιάδη προς τους Τούρκους και τους Εβραίους,  πιθανότατα σχετιζόταν και με τη σκοπιμότητα αυτή.
  • Η τουρκική ιστοριογραφία επισημαίνει ότι οι αρχαίες ελληνικές πόλεις βρίσκονταν όλες στα παράλια και ότι οι τότε λαοί της ενδοχώρας (Λυδοί, Φρύγες, Κάρες) εξελληνίστηκαν μόλις στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια: θεωρούν ότι μετά το 1300 μΧ οι μακρινοί απόγονοι των ίδιων λαών τελικά εξισλαμίστηκαν και εκτουρκίστηκαν. Εστιάζουν επίσης ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Δυτικής Μικράς Ασίας είχαν συρρικνωθεί επί αιώνες σε σχετικά περιορισμένη  μειοψηφία, μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα: στην πόλη της Σμύρνης αναφέρονται το 1721 7-8.000 Έλληνες σε πληθυσμό 60.000, το 1800 26.000 Έλληνες σε σύνολο 130.000 κατοίκων (6), το 1850 60.000  Έλληνες σε σύνολο 125.000 κατοίκων (7), το 1912 200.000  Έλληνες (και Αρμένιοι) σε πληθυσμό περίπου 350.000 (8). Μεγάλο μέρος της ανάκαμψης του ελληνισμού προερχόταν από Έλληνες άλλων περιοχών: αγγλική πηγή του 1882 υπολογίζει σε 200.000 τους Έλληνες που εγκαταστάθηκαν το 1840-1880 στην περιοχή της Σμύρνης, μόνο από νησιά του Αιγαίου (9). Έτσι οι Τούρκοι αισθάνονταν «πιο Μικρασιάτες» από μεγάλο μέρος του μικρασιατικού ελληνισμού.
  • Σε πολιτικό επίπεδο, τέλος, οι Έλληνες της Μ. Ασίας δεν είχαν ποτέ αμφισβητήσει την οθωμανική κυριαρχία με εξέγερση ή με ένοπλα σώματα. Μέχρι το 1914-5, όταν της το πρότεινε η Αντάντ, η Ελλάδα δεν είχε διεκδικήσει μικρασιατικά εδάφη. Για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Τούρκοι δεν θεωρούσαν ότι η Ελλάδα τους είχε νικήσει, καθώς δεν υπήρξε καθόλου άμεση στρατιωτική εμπλοκή μεταξύ τους. Αντίθετα θεωρούσαν τους εαυτούς τους εν μέρει τουλάχιστον νικητές και αδικημένους από την τελική έκβαση του πολέμου: στα Δαρδανέλια και την Καλλίπολη έριξαν τους Αγγλο-γάλλους στη θάλασσα, στην Παλαιστίνη και στη Μεσοποταμία συγκράτησαν τις βρετανικές επιθέσεις για πάνω από 4 χρόνια, στον Καύκασο και τον Πόντο ηττήθηκαν από την τσαρική Ρωσία αλλά τελικά σταθεροποίησαν και εκεί το μέτωπο. Συνθηκολόγησαν μόνο όταν κατέρρευσε η Βουλγαρία και αποκόπηκε η επικοινωνία με τη Γερμανία.

 

Τα ανοικτά ερωτήματα

Η συνέχεια είναι γνωστή. Οι αντιβενιζελικοί νικητές των εκλογών του 1920 συνέχισαν τη Μικρασιατική Εκστρατεία ως στρατιωτική επιχείρηση για συντριβή των κεμαλιστών, προκειμένου να μπορέσει να εφαρμοστεί η Συνθήκη των Σεβρών. Ο θάνατος του βασιλιά Αλέξανδρου, λίγο πριν τις εκλογές, έδωσε στη νέα κυβέρνηση την ευκαιρία να επαναφέρει στον θρόνο τον έκπτωτο Κωνσταντίνο Α’ που είχε καθαιρεθεί και εξοριστεί το 1917 με απαίτηση της Αντάντ, ως γερμανόφιλος και αντίπαλος των Συμμάχων. Γαλλία και Ιταλία, που ήδη από τις αρχές του 1921 αποσύρονταν στρατιωτικά από τις δικές τους ζώνες κατοχής στη Μ. Ασία, ένιωσαν ελεύθερες να αποδεσμευθούν από τη Συνθήκη των Σεβρών και να προσεγγίσουν τους κεμαλιστές. Χαρακτηριστικό είναι ότι καμιά χώρα δεν κύρωσε ποτέ τη Συνθήκη των Σεβρών.

Επιμένοντας για στρατιωτική καταστολή των κεμαλιστών, η Ελλάδα κατέληξε να πολεμά για να επιβάλει στους Τούρκους την… εξουσία του σουλτάνου. Απομονωμένη διπλωματικά, προσπάθησε για τετελεσμένα στο πεδίο των μαχών, με τις πύρρειες στρατιωτικές νίκες να αδυνατούν να έχουν ουσιαστικό αντίκρισμα και με την τελική διάσπαση του μετώπου να μετατρέπεται σε πλήρη κατάρρευση. Κορύφωση της τραγωδίας ήταν η επιλογή να μην επιτραπεί να φύγουν και οι ελληνικοί πληθυσμοί μαζί με την αποχώρηση του στρατού και των ελληνικών αρχών, με αποτέλεσμα όσα ακολούθησαν.

Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά; Εδώ έρχονται να βρουν τη θέση τους μια σειρά κρίσιμα ερωτήματα:

Ήταν μονόδρομος η απόβαση του 1919 στη Σμύρνη;

Η κυρίαρχη ελληνική απάντηση (10) είναι καταφατική, με το επιχείρημα ότι αλλιώς θα περνούσε στα χέρια των Ιταλών. Μπορούσαν όμως οι Ιταλοί να κρατήσουν τη Σμύρνη μόνιμα ως αποικία; Το ιταλικό σχέδιο για προτεκτοράτο στην Αλβανία,  με μικρότερο πληθυσμό και σε απόσταση αναπνοής από την Ιταλία, εγκαταλείφθηκε μέσα σε 1 χρόνο παρά την ελληνική στήριξη με το Σύμφωνο Βενιζέλου-Τιτόνι (11).  Οι ιταλικές θέσεις στη ΝΔ Μ. Ασία, εκκενώθηκαν κι αυτές στις αρχές του 1921. Από την άλλη, αν στόχος της ελληνικής απόβασης ήταν όντως «μόνο» η προστασία των ελληνικών πληθυσμών από ενδεχόμενους νέους διωγμούς, η Ιταλία κατείχε ήδη από το 1911 τα Δωδεκάνησα χωρίς να έχει μέχρι τότε δώσει δείγματα διωγμών.

Μπορούσε η Ελλάδα να κρατήσει μόνιμα το προγεφύρωμα στη Μ. Ασία;  

Ήδη πριν τη Συνθήκη των Σεβρών, κορυφαία στρατιωτικά και διπλωματικά στελέχη της Αγγλίας και της Γαλλίας προειδοποιούσαν τον Βενιζέλο για το ανεφάρμοστο μιας μόνιμης ελληνικής παρουσίας στη Μ. Ασία. (12) Ο ναύαρχος Ρόμπεκ, ύπατος αρμοστής της Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη, εκτιμούσε γραπτά στις 19 Μαρτίου ότι κάτι τέτοιο θα διαιώνιζε τον πόλεμο: την ίδια άποψη στήριζε και το Αγγλικό Επιτελείο. Ο Γάλλος στρατάρχης Φος, νικητής του Δυτικού Μετώπου και πρόεδρος της Στρατιωτικής Διασυμμαχικής Επιτροπής, εκτιμούσε τον Απρίλιο στη διασυμμαχική διάσκεψη του Σαν Ρέμο ότι η επιβολή της Συνθήκης θα απαιτούσε τουλάχιστον 27 μεραρχίες, με τον Βενιζέλο να απαντά ότι αρκούσαν οι 14 μεραρχίες που διέθετε τότε η Ελλάδα.  Ο λόρδος Κάρζον, υπουργός Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας, δήλωνε ότι η εκκένωση της Μ. Ασίας έπρεπε να συμφωνηθεί άμεσα, αν δεν ήθελαν να επιβληθεί από την πραγματικότητα μετά από λίγους μήνες. Στη Συνδιάσκεψη της Βουλώνης (Ιούλιος 1920), η ελληνική διοίκηση στο Βιλαέτι της Σμύρνης έγινε αποδεκτή μόνο όταν ο Βενιζέλος προσφέρθηκε να συντρίψει την κεμαλική αντίσταση.

Στην Ελλάδα η στρατιωτική διάσταση είχε συζητηθεί σε στενό κύκλο μόνο το 1914-5, όταν η Αγγλία πρότεινε μια τέτοια επέκταση ως αντάλλαγμα για είσοδο στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: τα στρατιωτικά επιτελεία είχαν τότε επισημάνει ότι η φυσική διαμόρφωση στην περιοχή της Σμύρνης ήταν τελείως ανοικτή σε εχθρικές επιθέσεις από τα ανατολικά και τα νότια, άρα δύσκολα υπερασπίσιμη. Η οικονομική αδυναμία της Ελλάδας για μια τέτοια επιχείρηση ήταν επίσης γνωστή στον Βενιζέλο: λίγο πριν τις εκλογές του 1920, σε απόρρητο τηλεγράφημά του προς τον Βρετανό πρωθυπουργό, δήλωνε ότι στα τέλη της χρονιάς θα ήταν αναγκασμένος να διατάξει αποστράτευση αν η Αγγλία δεν του διέθετε μέχρι τότε τους απαραίτητους πόρους (που δεν διατέθηκαν ποτέ). Στο ίδιο τηλεγράφημα, πάντως, συνέδεε τη συντριβή του Κεμάλ με επιπλέον ελληνικές αξιώσεις πέρα από τη Συνθήκη των Σεβρών, για δημιουργία χωριστών κρατών στον Πόντο και στην Κωνσταντινούπολη με τα Δαρδανέλια. (13)

Θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη, αν ο Βενιζέλος είχε παραμείνει στην εξουσία;

Από αρκετές πλευρές τονίζεται με έμφαση η διπλωματική απομόνωση που έφερε η παλινόρθωση του Κωνσταντίνου Α’, αλλά και η επιλογή για την αδιέξοδη προέλαση στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Κύρια διπλωματική μεταστροφή ήταν πάντως αυτή της γαλλικής πολιτικής, που επηρεαζόταν όμως και από άλλα δικά της συμφέροντα, ιδίως το αδιέξοδο στις συγκρούσεις με τους κεμαλιστές στην Κιλικία, αλλά και τον κίνδυνο στενότερης πρόσδεσής τους με τη Σοβιετική Ένωση. Από τις άλλες δυνάμεις η Βρετανία διατήρησε ευμενή ουδετερότητα (καθώς ο ελληνικός στρατός κάλυπτε τα νώτα της στα Δαρδανέλια), ενώ η Ιταλία είχε ήδη ανοικτή αντιπαλότητα με την Ελλάδα. Η παλινόρθωση του γερμανόφιλου μονάρχη έκανε απλώς ευκολότερη τη ριζική αλλαγή θέσης της Γαλλίας και της Ιταλίας, που έβλεπαν πλέον τα συμφέροντά τους να εξυπηρετούνται πολύ αποτελεσματικότερα από ένα νέο εθνικό τουρκικό κράτος παρά από την καταρρέουσα εξουσία του σουλτάνου.

Για την προέλαση στο εσωτερικό, ο Βενιζέλος είχε δεσμευθεί από την αρχή στον στόχο για  συντριβή του κεμαλικού κινήματος: η συντριβή του Κεμάλ θα ήταν ανέφικτη χωρίς προέλαση προς το εσωτερικό και οι κεμαλιστές διακήρυσσαν ότι απέρριπταν κάθε συμβιβασμό που δεν θα τους έφερνε στα σημερινά σύνορα. Ως πρωθυπουργός, ο Βενιζέλος είχε ήδη στείλει τον ελληνικό στρατό πολύ βαθύτερα από τα όρια της Συνθήκης των Σεβρών. Οι αντιβενιζελικοί επένδυσαν εκλογικά στη δυσαρέσκεια για τη συνέχιση του πολέμου, δεν αντιτάχθηκαν όμως σε αυτόν ρητά ούτε επεξεργάστηκαν οποιοδήποτε σχέδιο απεμπλοκής της χώρας.

Τι διαφορετικό θα έκανε λοιπόν ο Βενιζέλος; Σίγουρα η βενιζελική στρατιωτική ηγεσία ήταν πιο εμπειροπόλεμη και γνώριζε καλύτερα τα δεδομένα της Μ. Ασίας. : Ως πρωθυπουργός ο Βενιζέλος θα είχε πιθανότατα αποφασίσει πιο έγκαιρα τη σύμπτυξη του μετώπου (θυσιάζοντας έτσι την επιβολή των όρων της Συνθήκης των Σεβρών), μόλις συνειδητοποιούσε τα αδιέξοδα που δεν είχε δει όταν έπρεπε, και διαπίστωνε ότι έχανε τη στήριξη των άλλων δυνάμεων. Θα είχε επίσης περισσότερη διορατικότητα για έγκαιρο συμβιβασμό, που θα έκανε αξιοπρεπέστερη την παραδοχή της ήττας και την εκκένωση της Μ. Ασίας, πιθανότατα διασφαλίζοντας και την αναίμακτη αποχώρηση των χριστιανικών πληθυσμών. Στην κατάρρευση του μετώπου, δύσκολα θα εμπόδιζε τόσο απόλυτα την έγκαιρη διαφυγή των χριστιανικών πληθυσμών μαζί με τον ελληνικό στρατό. Δεν φαίνεται πάντως ότι θα μπορούσε να δεν φαίνεται πάντως ότι θα μπορούσε να συντρίψει στρατιωτικά τον Κεμάλ και να επιβάλει την οριστική προσάρτηση μικρασιατικών εδαφών στην Ελλάδα.

Υπάρχει πάντως και μια άλλη, ανεπιβεβαίωτη εκδοχή: Ότι ο Βενιζέλος λίγο πριν τις εκλογές του 1920 είχε μυστικές επαφές με τον Κεμάλ για αναγνώρισή του ως νόμιμου ηγέτη της Τουρκίας και ανταλλαγή της Σμύρνης με την Κωνσταντινούπολη (14) που ελεγχόταν ακόμη από τον Σουλτάνο. Οι επαφές αυτές διακόπηκαν οριστικά με την εκλογική του ήττα. Αν ισχύει, το σενάριο αυτό είναι η μόνη περίπτωση να άλλαζε δραστικά η πορεία των γεγονότων. Θα χρειαζόταν πάντως και η συγκατάθεση τουλάχιστον της Αγγλίας, που θεωρούσε ζωτικό της συμφέρον τον έλεγχο των Στενών και διατηρούσε τότε στρατό στην Κωνσταντινούπολη.

 

Τι μένει από όλα αυτά;

100 χρόνια μετά, στα συναισθήματα και την ελληνική συλλογική μνήμη είναι φυσικό να κυριαρχεί η εικόνα της ειρηνικής κοσμοπολίτικης πολιτείας που έσβησε ξαφνικά μέσα στη φωτιά, τις σφαγές και την ατέλειωτη αγωνία των χιλιάδων που επέζησαν παγιδευμένοι στην προκυμαία, όπου μέχρι τότε έκαναν τον βραδινό τους περίπατο.

Περισσότερο όμως χρειάζεται να θυμόμαστε:

  • Τα αδιέξοδα όπου οδηγεί η πλειοδοσία σε πατριωτισμό: η πλειοδοσία αυτή ήταν το απόλυτο πολιτικό εμπόδιο για τους αντιβενιζελικούς στον μειωτικό, αλλά έγκαιρο και αναίμακτο συμβιβασμό που σκιαγραφούσε (εκ των υστέρων) ο ίδιος ο Βενιζέλος σε άρθρο του το 1934 (15)
  • Τη στενή σύνδεση του 1922 με το 1897 και το 1974: η πατριωτική έξαρση έχει οδηγήσει την Ελλάδα τρεις φορές σε (μη απαραίτητο) πόλεμο με την Τουρκία χωρίς συμμάχους, όλους καταστροφικούς για τη χώρα μας. Αντίστοιχες εμπειρίες έχουν βιώσει η Τουρκία το 1912 και η Βουλγαρία το 1913.
  • Την πρώιμη ακύρωση, από τους εθνικισμούς, πολύτιμων εναλλακτικών λύσεων: μια δημοκρατική ομοσπονδία αυτόνομων πολυεθνικών περιφερειών ως επόμενη μέρα της   Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα ήταν η μόνη λύση χωρίς νικητές και ηττημένους και χωρίς διωγμούς και εκτοπίσεις πληθυσμών.
  • Τα εγκλήματα που συνοδεύουν τον πόλεμο και τον εθνικισμό: τόσο τους τουρκικούς διωγμούς του 1914-8  και του 1919-22 όσο και τις (λιγότερο συζητημένες, αλλά πάντως αόριστα γνωστές) ωμότητες του ελληνικού στρατού (16). Ίσως αξίζει να συζητήσουμε μια κοινή μέρα μνήμης όλων των βαλκανικών λαών, για όλα τα θύματα όλων των πλευρών και των πολέμων στην περιοχή μας.
  • Την ανθρωπιά όσων διακινδύνεψαν για να βοηθήσουν ή να σώσουν γνωστούς και γείτονες της «άλλης πλευράς», αλλά και τη νοσταλγία όσων επιγόνων αναζήτησαν αργότερα τα ίχνη των παλιών πατρίδων και τους απογόνους των παλιών γειτόνων: ανθρώπους ανώνυμους, αλλά και επώνυμους, σαν τον Χρύσανθο της Τραπεζούντας.
  • Το βάρος που σήκωσαν όσοι προσπάθησαν να σταματήσουν τον πόλεμο, ή να αποφύγουν τη συμμετοχή τους σε αυτόν, αλλά και όσους βρέθηκαν να πολεμούν για  την «άλλη» πλευρά, όπως ο «τουρκορθόδοξος» Παπα-Εφτυμ με τον στρατό του Κεμάλ, ή ο Αλί Σαμί μπέης, υπασπιστής και φωτογράφος του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, που αγωνίστηκε με την ελληνική πλευρά στη Σμύρνη και έζησε στην Ελλάδα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του (17).
  • Την ευκολία που Έλληνες και Τούρκοι ξανασυμφιλιώθηκαν λίγα μόλις χρόνια αργότερα, ως στρατηγικοί σύμμαχοι απέναντι στον αναθεωρητισμό της Βουλγαρίας του Μεσοπολέμου. Αν έγινε τότε, με τόσες πληγές ανοικτές, σίγουρα μπορεί να ξανασυμβεί και σήμερα. Ελπίζω να μη χρειαστεί και πάλι ένας Βενιζέλος γι’ αυτό.

 

Γιάννης Παρασκευόπουλος

νομικός, μέλος των Πράσινων

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

echo ‘’ ;