Σήμερα μια γερόντισσα του χωριού μού άναψε ένα φως μες στο μυαλό μου.
Οι ανθρώποι αυτοί, είπε γι’ αυτούς που θέλουν να μαζέψουν υπογραφές και να με διώξουν από το χωριό, ζούνε ακόμα στην εποχή του πενήντα και του εξήντα. Τότε πράγματι διώχνανε ανθρώπους από το χωριό. Μαζεύανε υπογραφές και τους διώχνανε. Καμιά φορά τους διώχνανε και χωρίς να μαζεύουνε υπογραφές. Άμα κανένας από δαύτους που θεωρούνταν προύχοντες είχε πρόβλημα με κάναν άνθρωπο, μπορούσε να τον διώξει. Αλλά ποιους ανθρώπους διώχνανε;
Ποιους; λέω και πήγε ο νους μου αμέσως στους χαρακτηρισμένους κομουνιστές, αλλά αποδείχθηκα αδαής.
Τους δημόσιους υπάλληλους, λέει. Κάτι δασκάλους, κάναν χωροφύλακα, κάναν δραγάτη. Άμα δεν τους αρέσανε, μαζεύανε υπογραφές, πηγαίνανε στον βουλευτή τους και τους διώχνανε από το χωριό με μετάθεση. Εσένα με τι τρόπο θα σε διώξουνε, θα σε μεταθέσουνε να πα να γράφεις αλλού;
Έτσι είπε λοιπόν η γερόντισσα και κατάλαβα ότι τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα είναι κατάλοιπα.

