26.5 C
Athens
Τρίτη, 9 Αυγούστου, 2022
ΑρχικήΕΛΛΑΔΑΓια τον Άρη. Της Λίνας Στεφάνου

Για τον Άρη. Της Λίνας Στεφάνου

Η πρώτη μας γνωριμία ξεκίνησε στραβά.

Εγώ ήμουν 19 χρονών κι εκείνος καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερος.

Δουλεύαμε και οι δυο στο Έθνος.

Επειδή ήμουν η μικρότερη μαθητευομένη οι “μεγάλοι” με καλούσαν καμιά φορά τα μεσημέρια μαζί τους όταν πήγαιναν να φάνε.

Τους ακολουθούσα σιωπηλή και ευγνώμων.

Άντρες και γυναίκες καταξιωμένοι ήδη δημοσιογράφοι που χαλάρωναν με το φαγητό, αντάλλασσαν πληροφορίες, πειράγματα και ζουμερά κουτσομπολιά για όλους και για όλα.

Όσα άκουγα και μάθαινα κοντά τους ήταν πιο πολύτιμα απ’ όλα τα σεμινάρια δημοσιογραφίας στην μοναδική τότε ιδιωτική σχολή της εποχής, στην οποία έτσι κι αλλιώς αρνιόμουν να πατήσω το πόδι μου.

Είχα ήδη ένα σκληρό χρόνο προϋπηρεσίας στην Βραδυνή, οι Τράγκας και Γεωργίου με είχαν ήδη πάρει σε διάφορα αποκρουστικά αστυνομικά ρεπορτάζ.
 
Είχα δει το πρώτο μου πτώμα σε τυμπανιαία κατάσταση, ενός δικαστή που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
 
Ύστερα με είχαν πάει για φαγητό σ’ ένα άθλιο τζανκ της περιοχής κι είχα παρακολουθήσει τους παλαίμαχους να καταβροχθίζουν τα πάντα στα όρθια ενώ εγώ είχα πάρει το χρώμα του λεμονιού και το μόνο που ήθελα ήταν να ξεράσω.
 
Ο Μάκης μου είχε χώσει ένα αρωματικό μαντηλάκι στη μύτη, επειδή με είχε λυπηθεί.
 
“Να πάρε”, είχε πει, “δεν θα βοηθήσει πολύ.
 
Η μυρωδιά των πεθαμένων κολλάει πάνω στους ζωντανούς. Κυρίως προσπάθησε να μην το σκέφτεσαι”.
 
Ο Τράγκας με κοιτούσε χωρίς έλεος, κέτσαπ έτρεχε από το μπουκωμένο του στόμα που χαμογελούσε.
 
“Μην είσαι μαλακός μαζί της”, μάλωνε τον Γεωργίου. “πρέπει να σκληραγωγηθεί. Άστην να συνηθίσει”.
 
Μ’ αυτά και με πολλά άλλα, θεωρούσα ήδη τον εαυτό μου ψημένο στη δουλειά.
 
Δεν καταδεχόμουν να περάσω ούτε έξω από την πόρτα της μοναδικής τότε σχολής στην οποία έτσι κι αλλιώς τύποι σαν τον Τράγκα και τον Γεωργίου δίδασκαν πάλι.
 
Εκείνο το μεσημέρι, συνηθισμένο όπως άλλα μεσημέρια, στο εστιατόριο που τρώγαμε συνήθως, ο Άρης μου απηύθυνε πρώτη φορά το λόγο: “με σένα ρε μικρή τι γίνεται; έρχεσαι μαζί μας τρως το φαί μας και δεν λες ποτέ κουβέντα. Πώς την έχεις δει;”.
 
Μου κατσε η μπουκιά στο στόμα.
 
Ήταν αλήθεια πως όσες φορές είχα κάνει να βγάλω λεφτά να πληρώσω οι “μεγάλοι” με μάλωναν.
 
Ειδικά οι γυναίκες.
 
“Είσαι άμισθη έλεγαν. Όταν σε προσλάβουν θα βγούμε και θα μας κεράσεις”.
 
Η επίθεσή του ήταν άδικη κι εγώ ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν από θυμό.
 
Οι υπόλοιποι του την έπεσαν, με υπερασπίστηκαν και δεν χρειάστηκε ν’ απαντήσω.
 
Τι να λεγα κιόλας;
 
Εκείνος με κοίταγε όμως σοβαρά και επίμονα.
 
Πήγα σπίτι και το σκεπτόμουν.
 
Είπα πως δεν θα ξαναπάω.
 
Μα πάλι αυτό θα ήταν σαν να τον δικαίωνα.
 
Προετοιμάστηκα και ξαναπήγα.
 
Είχα το θράσος της ηλικίας -και της άγνοιας.
 
Όταν με είδε δεν μου χαρίστηκε.
 
“Ξανάρθες βλέπω”, μου είπε με στραβό χαμόγελο.
 
“Για να μην σε απογοητεύσω” του απάντησα ήρεμα και συνέχισα να τρώω.
 
Σ’ όλο το δείπνο μόλις άνοιγε το στόμα του ο Άρης εγώ είχα πάντα μια δηκτική ατάκα να εκτοξεύσω.
 
Οι άλλοι γελούσαν και τον πείραζαν.
 
“Ήθελες να μιλήσει ε; Τώρα θα παρακαλάς να ξαναγίνει σιωπηλή όπως πριν” και δώστου γέλια.
 
Αλλά και ο Άρης γελούσε.
 
Δεν κρατούσε κακίες.
 
Ένα μήνα μετά αφού είχαμε βγει πάλι όλοι ένα βράδυ έξω, μετά τη δουλειά, προσφέρθηκε να με πάει σπίτι μου.
 
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και με ρώτησε: “πού να σ’ αφήσω;”
 
“Στο Holiday Inn” απάντησα, (σημερινό Crowne Plaza Athens – City Centre).
 
Κάπως έγινε η μούρη του, αλλά δεν είπε τίποτα.
 
Οδηγούσε σιωπηλός ενώ εγώ λαγοκοιμόμουν στο διπλανό κάθισμα ψόφια από την κούραση.
 
Όταν φτάσαμε κι έκανα ν’ ανοίξω την πόρτα με σταμάτησε με μια κίνηση.
 
“Ρε Στεφάνου, να σε ρωτήσω κάτι γιατί θα σκάσω; Γιατί έρχεσαι στο Holiday Inn και κοιμάσαι και δεν πας σπίτι σου;”
 
Τον κοίταξα μισοκοιμισμένη και του απάντησα: “επειδή το σπίτι μου είναι μακριά και το Holiday Inn είναι του θείου μου κι είναι δίπλα στην εφημερίδα”.
 
“Είσαι ανιψιά του Αντώνη Μουσαμά;”
 
“Ναι”
 
“Πες το βρε πουλάκι μου τόσο καιρό και όλοι νομίζουν ότι είσαι συνοδός πολυτελείας!”
 
Γούρλωσα τα μάτια, άνοιξα το στόμα και τον κοίταγα σαν χαζή.
 
Η νύστα μου είχε περάσει τελείως.
 
“Και γιατί δεν με ρώτησε κανείς όπως εσύ;”
 
‘Γιατί είναι μαλάκες! Γι’ αυτό”, απάντησε εκείνος έξαλλος από θυμό.
 
Μ’ έπιασαν τα γέλια, αλλά ο Άρης ήταν ακόμα θυμωμένος με τους ανεγκέφαλους όπως τους έλεγε.
 
Μου εξήγησε ότι γι’ αυτό μου την είχε πέσει στο εστιατόριο.
 
Γιατί προσπαθούσε να καταλάβει τι σόι πράγμα ήμουν και δεν ήθελε να πιστέψει τους άλλους που έλεγαν τα χειρότερα για μένα πίσω από την πλάτη μου.
 
Έτσι επαληθεύτηκε το πρώτο πράγμα που είχα μάθει στη δημοσιογραφία.
 
Να μην εμπιστεύομαι ποτέ τους δημοσιογράφους -μέχρι ν’ αποδειχθεί ότι είναι άξιοι εμπιστοσύνης.
 
Και το δεύτερο που έμαθα εκείνο το βράδυ ήταν να μην βιάζομαι να κρίνω.
 
Από τότε με τον Άρη γίναμε φίλοι.
 
Εκείνος θαύμαζε σε μένα ότι είχα τσαγανό όπως έλεγε.
 
Εγώ θαύμαζα σ εκείνον ότι ήταν ντόμπρος κι είχε αρχές.
 
Λάτρευε τη δουλειά του και τις γυναίκες.
 
Και υπηρέτησε και τις δυο αυτές αγάπες πιστά.
 
Ήταν φιλοπερίεργος κι είχε πάντα μια αγκαλιά ιστορίες να διηγηθεί σ’ όποιον ενδιαφερόταν ν’ ακούσει.
 
Στους μαθητευόμενους που τον ακολουθούσαν σαν παπάκια, όπου κι αν πήγαινε μέσα στην εφημερίδα, συνήθιζε να λέει: να αγαπάτε τη δημοσιογραφία, να την λατρεύετε, να κάνετε έρωτα με το γραπτό σας, όταν γράφετε να αφήνετε όλη την καύλα να σας κυριεύει, αλλά να μην εκσπερματώνετε ποτέ!
 
Γελούσαν τα παιδιά που τον άκουγαν κι εγώ σκεπτόμουν πόσο δίκιο είχε.
 
Ο Αρης Σκιαδόπουλος έφυγε τη μέρα της μεγάλης επετείου για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821.
 
Όσο εμείς κοιτούσαμε τα φώτα και τα βεγγαλικά, εκείνος αθόρυβα άνοιγε την πόρτα και περνούσε από την άλλη μεριά.
 
Ήταν αναντικατάστατος.
 
Για την τρέλα του, για την πένα του, για τις ιστορίες του και για την αγάπη του σε τούτο το επάγγελμα που έχει στις μέρες μας τόσο πολύ ξεπέσει.
 
Θα μου λείψει.
 
 
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

echo ‘’ ;