33.9 C
Athens
Πέμπτη, 7 Ιουλίου, 2022
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΗ οικονομική βιωσιμότητα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία

Η οικονομική βιωσιμότητα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία

Μετάφραση: Γιώργος Κουτσαντώνης

Γράφει: Gianmarco Donolato*

Αναφορικά με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, γίνεται μια μεγάλη συζήτηση για το ποια θα μπορούσαν να είναι τα πιο αποτελεσματικά μέτρα, από τη Δύση, για τον περιορισμό και την αντιμετώπιση των παράνομων και επιθετικών ενεργειών της Μόσχας. Προφανώς, η Δύση και το ΝΑΤΟ ειδικότερα, δεν εξετάζουν τη στρατιωτική εμπλοκή για την αποφυγή εξαιρετικά επικίνδυνων κλιμακώσεων. Προς το παρόν, τα μέτρα αφορούν στην προμήθεια όπλων και, κυρίως, την επιβολή ισχυρών οικονομικών κυρώσεων.

Η ενεργειακή αντοχή

Αν και οι κυρώσεις των τελευταίων ετών δεν εμπόδισαν τον Πούτιν να επιδιώξει τον στόχο της επανασχεδίασης του χάρτη της Ευρώπης, με απρόκλητες και εκτεταμένες στρατιωτικές ενέργειες, η Δύση αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο των οικονομικών μέτρων. Και το έκανε χωρίς να φείδεται πληγμάτων και χωρίς να μείνει στις συνέπειες που θα μπορούσαν να υποστούν οι δυτικές οικονομίες. Οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύονται, οι πτήσεις από και προς τη Ρωσία ακυρώνονται, το σύστημα εισαγωγών-εξαγωγών έχει διαταραχθεί, ο πληθωρισμός αυξάνεται με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς.

Το πιο τρομακτικό ζήτημα, στην πραγματικότητα, είναι ο ενεργειακός τομέας: η ροή του φυσικού αερίου, αυτή τη στιγμή, δεν φαίνεται να έχει επιβραδυνθεί από την αρχή της εισβολής, εκτός από την καταγραφή των τιμών που φτάνουν τα 1.600 δολάρια ανά χίλια κυβικά μέτρα. Αυτές οι τιμές, μη βιώσιμες μακροπρόθεσμα, μπορεί να έχουν δύο κύριες συνέπειες: την κατάρρευση της δυτικής οικονομίας -με αποτελέσματα παρόμοια με εκείνα που καταγράφηκαν τη δεκαετία του 1970 κατά την πετρελαϊκή κρίση- ή την επιτάχυνση της απαλλαγής από τις εκπομπές της καύσης του άνθρακα και την προώθηση της ενεργειακής απεξάρτησης (λαμβάνοντας υπόψη, φυσικά, την Ευρωπαϊκή Ένωση). Ο αγωγός Nord Stream 2 έχει παγώσει και η προοπτική να ξεκολλήσει γίνεται όλο και πιο απομακρυσμένη, μέρα με τη μέρα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ΕΕ δεν μπορεί ακόμη να απεμπλακεί πλήρως από το ρωσικό φυσικό αέριο. Οι επιλογές στο τραπέζι, συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης χρήσης αμερικανικού LNG, εξακολουθούν να είναι περίπλοκες και χρειάζονται περισσότερο χρόνο και συντονισμό. Φαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχοντας επίγνωση αυτής της ανάγκης, σκοπεύει να επιβάλει μια ελάχιστη αποθήκευση αποθεμάτων φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε να μπορεί να καλύψει τη χειμερινή ζήτηση σε περίπτωση δυσμενών καταστάσεων τον επόμενο χειμώνα. Έτσι, στο μέτωπο του φυσικού αερίου, παρόλο που καταγράφονται τα πρώτα βήματα προς μεγαλύτερη απεξάρτηση από τις ρωσικές προμήθειες, η Μόσχα θα μπορεί ακόμα να βασίζεται στην ευρωπαϊκή ζήτηση.

Η οικονομική αντοχή

Όμως, ενώ αυτά μπορεί να είναι τα «καλά» νέα για το Κρεμλίνο, το φάσμα των υπόλοιπων κυρώσεων που αντιμετωπίζει η Μόσχα σίγουρα δεν είναι. Ο Πούτιν πιθανότατα δεν περίμενε μια τόσο ισχυρή και συνεκτική απάντηση της Δύσης, μια απάντηση που θα μπορούσε να βγάλει στην επιφάνεια τις μεγάλες αποτυχίες μιας χώρας που, 30 χρόνια μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις διαδικασίες εκσυγχρονισμού της οικονομίας και της βιομηχανίας της. Κάτι που, αν είχε γίνει, θα μπορούσε να έχει επιφέρει περισσότερη ευημερία στον πληθυσμό, γεγονός που -κατά συνέπεια- καθιστά τη ρωσική κοινωνία φυλακισμένη σε ξεπερασμένα συστήματα και μηχανισμούς του παρελθόντος, σίγουρα όχι στο ύψος των δυνατοτήτων των πολιτών της.

Ανίκανη να ξεκινήσει μια διαδικασία επένδυσης στην καινοτομία, η ρωσική πολιτική τάξη έχει αποτύχει σε όλα τα μέτωπα: διπλωματικό, οικονομικό, κοινωνικό, βιομηχανικό. Και οι κυρώσεις που πλήττουν σήμερα τη ρωσική οικονομία θα κάνουν το ξεπερασμένο παράδειγμα, πάνω στο οποίο βασίζεται το Κρεμλίνο, ακόμη πιο ξεπερασμένο: μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη που δείχνει τα δόντια της καθώς είναι ανίκανη να δείξει τις πνευματικές της ικανότητες – που προφανώς υπάρχουν και κινούν τους ωκεανούς κάτω από το πουτινικό στρώμα πάγου που τώρα αντιπροσωπεύεται από την αταβιστική ακινησία των Σιλοβίκων.

Το πακέτο κυρώσεων και μέτρων βαραίνει ήδη τη ρωσική οικονομία: το ρούβλι έχει χάσει το 30% της αξίας του, το Χρηματιστήριο της Μόσχας το 40%, οι συναλλαγές έχουν ανασταλεί, η διεθνής ρευστότητα εντός της χώρας μειώνεται δραστικά, επτά ρωσικές τράπεζες έχουν αποκλειστεί από το σύστημα SWIFT (στο οποίο υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, όπως το ρωσικό σύστημα Mir ή το κινεζικό σύστημα διασυνοριακών διατραπεζικών πληρωμών, αλλά είναι λιγότερο ασφαλείς και πολύ δυσκίνητες εναλλακτικές λύσεις), η κεντρική τράπεζα έχει υπερδιπλασιάσει τα επιτόκια (από 9,5% σε 20%) στην αποτυχημένη προσπάθεια να περιοριστεί η φυγή κεφαλαίων. Ο οικονομικός κόσμος θα μπορούσε να προκαλέσει περισσότερη και μεγαλύτερη ζημιά στη ρωσική οικονομία, κάτι που θα μπορούσε να τρομάξει πραγματικά τους ολιγάρχες που βρίσκονται κοντά στον Πούτιν, τους οποίους, ο Ρώσος Πρόεδρος, εξακολουθεί να έχει, προς το παρόν, υπό τον απόλυτο έλεγχό του.

Στη Ρωσία υπάρχουν δύο τρισεκατομμύρια δολάρια συνολικά κρατικά χρέη, νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Τα ομόλογα που εκδόθηκαν στις αγορές ανέρχονται σε περίπου 700 δισεκατομμύρια δολάρια και πολύ μεγάλο μέρος τους βρίσκεται στους ισολογισμούς δυτικών τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων. Επί του παρόντος, αυτή η δυναμική ισορροπία δεν φαίνεται ότι θα κλονιστεί για να αποφευχθούν πρωτοφανείς και ανεξέλεγκτες επιπτώσεις στα διεθνή χρηματιστήρια. Όμως, εάν η κλιμάκωση συνεχιστεί και οι διπλωματικές επαφές αποτύχουν, το συναλλαγματικό αποθεματικό των 500-600 δισεκατομμυρίων δολαρίων που διατηρεί η Μόσχα σίγουρα δεν θα ήταν καθόλου αρκετό για να σώσει τη ρωσική οικονομία.

Ρωσία στα πρόθυρα της κατάρρευσης;

Δεν πρέπει να πιστέψουμε ότι, επί του παρόντος, η Ρωσία βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, το αντίθετο: τα έσοδα από την παραγωγή υδρογονανθράκων, που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 40% του ρωσικού ΑΕΠ, δεν θα εξαφανιστούν, το ρωσικό ΑΕΠ είναι παρόμοιο με το ιταλικό και ανέρχεται σε 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια – και αν υπολογιστεί με βάση την ισοτιμία της αγοραστικής δύναμης θα μπορούσε να φτάσει τα 4,1 τρισεκατομμύρια δολάρια, ένα μερίδιο που θα τοποθετούσε τη Ρωσία στην έκτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη (εκτιμήσεις προς επιβεβαίωση, ωστόσο εξακολουθούν να είναι ενδεικτικές της οικονομικής ισχύος της Ρωσίας, η οποία είναι συχνά υποτιμημένη). Ως απάντηση στις κυρώσεις μετά την Κριμαία, η Ρωσία αύξησε τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων, οι οποίες πλέον ανέρχονται σε 30 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Η προσέγγιση προς την Κίνα ήταν επίσης οικονομική: Το εμπόριο με το Πεκίνο αναμένεται να ξεπεράσει τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2024, ποσό διπλάσιο από το 2013. Οι στρατιωτικές δαπάνες είναι πάρα πολύ υψηλές και ο ρωσικός στρατός, παρά τις τρέχουσες αποτυχίες του και τα πολλά υλικοτεχνικά προβλήματα, είναι σχετικά σύγχρονος και καλά εξοπλισμένος. Ανεξάρτητα από την έκβαση της εισβολής στην Ουκρανία, η Ρωσία δεν μπορεί να υποτιμηθεί: ούτε ως στρατιωτική δύναμη, ούτε ως οικονομία.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, η υπερβολική στήριξη σε αυτούς τους παράγοντες θα μπορούσε να είναι το μοιραίο λάθος του Κρεμλίνου, το οποίο έχει προετοιμαστεί για τις συνέπειες των στρατιωτικών ενεργειών, αλλά, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν περίμενε μια τόσο ισχυρή και συνεκτική διεθνή απάντηση.

Συμπερασματικά, όσο μεγαλύτερο είναι το εύρος των κυρώσεων που στοχεύουν τη ρωσική οικονομία, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να τρυπήσει η ασπίδα που κατασκεύασε το Κρεμλίνο την τελευταία δεκαετία. Κατά συνέπεια, όσο μεγαλύτερη είναι η κλίμακα των ρωσικών επιθέσεων στο ουκρανικό έδαφος, τόσο πιο πιθανό είναι η ρωσική οικονομία να υποστεί θανατηφόρα πλήγματα. Αυτή είναι μια εξίσωση που θα λειτουργεί όσο οι στρατιωτικές επεμβάσεις της Ρωσίας δεν οδηγούν στη συμμετοχή των δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Διότι, σε αυτή την περίπτωση, θα ήταν ανώφελο να μιλάμε για οικονομικά συστήματα σε κίνδυνο.

*πηγή: https://www.geopolitica.info/sostenibilita-economica-invasione-ucraina/

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

echo ‘’ ;