ΦΩΤΗΣ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗΣ
«ΚΟΛΑΣΗ εντός, εκτός»
Με αφορμή την ομώνυμη εκδήλωση της Εταιρείας Μελέτης Πολιτισμικής Ετερότητας (ΕΜΠΕ)
ΚΑΤΙ ΨΗΝΕΤΑΙ
«-Δείξε μου το βασίλειό σου, είπα στον Σατανά.
-Να το!
-Πού;
-Αυτό είναι, ο κόσμος είναι η κόλαση»
G. Flaubert
Ο Θεός, λέει ο W. Blake, με τη Δημιουργία του κόσμου στην ουσία κατέστρεψε την τέλεια αρμονία του Αδημιούργητου.
Ο Θεός, θα έλεγα, είναι εκείνος που βάζει τάξη, που φτιάχνει τον κόσμο με τις λέξεις (και είπε: «Γεννηθήτω το φως»), δηλαδή, έναν κόσμο αποσπασμένο από το «πράγμα», ένα κόσμο εντός του συμβολικού πλαισίου. Ο Θεός προσφέρει έναν κόσμο αποστειρωμένο, στερημένο από τη φύση του ανθρώπου, έναν τέλειο άνθρωπο που δεν είναι άνθρωπος, έναν άνθρωπο που θα επιθυμήσει να είναι άνθρωπος, θα επιθυμήσει τη φύση του, αμαρτάνοντας. Δηλαδή, ανυπακούοντας στον τοποτηρητή του κόσμου, στην τάξη του κόσμου, στους Θεσμούς.
Ο άνθρωπος στον κόσμο του Θεού δεν οφείλει και δεν μπορεί να επιθυμήσει. Αγνοώντας τη φύση του, αγνοώντας αυτό που εξέφρασε ο Spinoza, όταν το πνεύμα πια μέσα στην ιστορία του μπορούσε να διεκδικεί τον εαυτό του: «Η επιθυμία είναι η φύση του ανθρώπου».
Ο Διάβολος και ο Αδάμ, λέει ο Blake, ενώθηκαν όπως το σώμα με την ψυχή για να δημιουργήσουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Και αυτή ακριβώς η ύπαρξη είναι η Κόλαση. Ο Διάβολος, λοιπόν, του Blake, σε αντίθεση με τον Διάβολο του Milton ο οποίος είναι καταστροφικός επειδή είναι αποκλεισμένος από την ομορφιά του κόσμου, είναι το δομικό στοιχείο της συγκρότησης του κόσμου. Μ’ αυτήν την έννοια, για τον Blake, ο άνθρωπος έχει καταποντιστεί, δεν σταματάει η Πτώση του. Αλλά αυτή η Πτώση είναι το πέρασμα του «είναι» σε ύπαρξη: η Πτώση είναι Δημιουργία. Μόνον πέφτοντας, ο άνθρωπος δημιουργεί και, ίσως, βγαίνει από την Πτώση. Αλλά η Πτώση είναι η προϋπόθεση. Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι άνθρωπος αν ήταν το τέλειο ον του Παραδείσου. Με την Πτώση αποκτά τη φύση του. Βρίσκεται στην Κόλαση. Αντίθετα, το αποστειρωμένο νοσοκομειακό περιβάλλον όπου τα πάντα είναι καθαρά, ηλεκτροφωτισμένα, επιτηρούμενα, σημαδεμένα, οι λεωφόροι διακοσμημένες με προβολείς και κομψές μοντιλιανές κάμερες, ο ουρανός διακοσμημένος με ελικόπτερα, τα κτήρια γεμάτα σεκιουριτάδες, η κίνηση των υπηκόων του Παραδείσου σε απόλυτη τάξη και υπακοή στις εταιρείες που σταθερά υπενθυμίζουν τηλεφωνικά το ανθρώπινο χρέος, τα νερά χωρισμένα από την ξηρά (στην Ελλάδα, όμως, έχουμε προσέξει ότι πάντα υπάρχει ένα υπόλειμμα νερού στο δρόμο, αγνώστου προελεύσεως, ακόμα και το καλοκαίρι;), η νύχτα από την ημέρα, όπου το φως ως φύση υπακούει στην αφύσικη κατάσταση της διαταγής να γεννηθεί, σε αυτό το περιβάλλον ο άνθρωπος για να είναι άνθρωπος χρειάζεται να αμαρτάνει. Αν το να αμαρτάνει σημαίνει χάνει τον στόχο (ή ο στόχος τον χάνει) τότε στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμαρτία είναι να βρει τον στόχο υπακούοντας στην επιθυμία του, δηλαδή ανυπακούοντας στην εντολή του χρέους των Θεσμών.
Αλλά, αν η επιθυμία παλεύει με τον πολιτισμό, την τάξη, τον αποστειρωμένο κόσμο, τους φόρους, τις περικοπές, τις αυτοκτονίες, με λίγα λόγια τον κόσμο του Θεού (πείτε τον Σόιμπλε ή Μέρκελ ή όπως αλλιώς θέλετε δεν έχει σημασία, το επίσημο όνομα του είναι Αγορά) ε, λοιπόν, έναν τέτοιο Πατέρα, έλεγε ο Diderot, καλύτερα να μην τον έχεις. Ο Διάβολος, στην περίπτωση αυτή, εκφράζει την ακαταμάχητη γοητεία της ανυπακοής χωρίς ελπίδα. Ο χαμένος παράδεισος που νοσταλγούν οι Έλληνες, θα έλεγε κανείς, ότι αναφέρεται στον «Χαμένο παράδεισο» του Milton, όπου ο Διάβολος είναι το αρχέτυπο του ανταρτοπόλεμου. Ίσως κανείς να μην αναρωτιέται πια γιατί ο Διάβολος λέγεται και Εωσφόρος.
Ο Θεός, μέσα στην αρμονία του κόσμου του, απέκλεισε τη διαφορετικότητα (ας θυμηθούμε το πώς η μεσαιωνική σημειολογία της Αισθητικής θεωρεί διαβολικά όντα τα γαϊδούρια, τους βατράχους και άλλα ζώα επειδή δεν υπακούουν στη συμμετρία μιας αρμονίας όπου τίποτα δεν παραφέρεται, τίποτα δεν διαφέρει, αποκλείοντας την ετερότητα). Οι άγγελοι π.χ. δεν έχουν φύλο, παρότι οι αρχάγγελοι προσδιορίζονται με αρσενικό άρθρο, γιατί, ακριβώς, δεν πρέπει να υπάρχει διαφορά. Αποκλείοντας, έτσι, αυτό που ο Lacan ονόμαζε ουσία του ανθρώπου, την τρέλα, ως την απόλυτη (με τον θάνατο) ετερότητα ή μάλλον εντάσσοντας την και αυτήν προς απορρόφηση στη γιγάντια χοάνη του συστήματος έτσι που να μην φαίνεται ή να μην διακρίνεται η διαφορετικότητα, μια σχεδόν συνηθισμένη κατάσταση: όλοι είμαστε λίγο τρελοί ή και οι τρελοί είναι σαν κι εμάς. Ουσιαστικά, αποκλείοντας την ανυπακοή.
Η διεκδίκηση της διαφορετικότητας η οποία μπορεί να κάνει τα μέτρα να μην αποδίδουν, φέρνοντας νέα μέτρα κάθε τόσο και ενισχύοντας την καθήλωση της σκέψης με την τηλεόραση, την καθήλωση στην κατανάλωση, την καθήλωση στην ενοχή, την καθήλωση στην αποξένωση, την καθήλωση στο λόγο των εντόπιων αγγέλων πολιτικών-για ευκολία πείτε τους πρωθυπουργούς- του Θεού- για ευκολία, πείτε τον Σόιμπλε- (ή μάλλον της παγκόσμιας θεϊκής τάξης πραγμάτων της οποίας η γερμανική οικονομία είναι μέρος και ταυτόχρονα τοποτηρητής: η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες της Ευρώπης, οφείλει για το καλό της ν’ ανήκει στη Γερμανία και επειδή η ιδιότυπη ελληνική ιδιοσυγκρασία δεν το αντιλαμβάνεται αυτό, η διαχείριση της υποταγής γίνεται μέσω του χρέους).
Ο κόσμος του Θεού είναι ο δεδομένος κόσμος της αταραξίας, της τάξης και ασφάλειας (ο κόσμος του Leibniz: ο καλύτερος δυνατός), όπου τίποτα δεν κινείται, δεν διαφέρει, δεν αναβάλλεται στη σκέψη του Θεού-Αγορά και των επιτηρητών που ακούνε στο όνομα Θεσμοί («Κυβερνητικοί Θεσμοί» είναι το επίσημο όνομα τους στα αγγλικά). Η παραμικρή απρέπεια επισημαίνεται και τιμωρείται μέχρι εξαφάνισης του αμαρτωλού ακόμα κι αν είναι δικός τους υπήκοος όπως συνέβη με τους Σαντάμ Χουσεΐν, Μιλόσεβιτς, παρ’ ολίγον με Ερντογάν (μήπως το δημοψήφισμα δεν είναι ένας τρόπος αλλαγής του καθεστώτος χωρίς πόλεμο, με τον ίδιο άνθρωπο;) παρ’ ολίγον με Μοράλες μέχρι που να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για έναν λατίνο πρωθυπουργό αντίστοιχο στις υποσχέσεις του με τον Έλληνα πρωθυπουργό. Ο παράδεισος του Θεού είναι ο τόπος όπου τίποτα δεν κινείται από μόνο του, τίποτα δεν αυτο-κινείται, το ασυνείδητο, η επιθυμία έχει εγκλωβιστεί στους ατσάλινους βραχίονες του ορθολογισμού. Στο Βερολίνο ακόμα και για να μπει ή να βγει κάποιος από το βαγόνι του μετρό πρέπει να υπακούσει στο πρόσταγμα «ανέβα-κατέβα».
Εν παρόδω: Έχουμε προσέξει τη γλώσσα των ανακοινώσεων του μετρό στην Αθήνα; Εκτός του φρικτού συντακτικού, ποια είναι η φιλοσοφία εκφράσεων όπως «των θυρών του συρμού» ή «οι κυλιόμενες κλίμακες»; Σε ποιους απευθύνεται, ποιοι την κατανοούν; Κάνουν, άραγε, τον επιβάτη μέτοχο μιας επίσημης γλώσσας και άρα μιας επίσημης-σοβαρής ζωής, κολακεύοντας την αθλιότητα της ζωής του, αλλά που η είσοδος σε αυτό το ανήκειν περνάει από την υπακοή-«capax Dei» («δεκτικός Θεού»)-; Μήπως τον βάζουν να υπακούει σε μία γλώσσα που δεν καταλαβαίνει, αν θέλει- και με τι τίμημα-ν’ ανέβει κι’ αυτός στο «τρένο»; (Το ίδιο συμβαίνει και στη γλώσσα των πλοίων: το πλοίο ως η απόλυτη ετεροτοπία αγκυροβολείται από την απρόσωπη εξουσία στην γλώσσα της εξουσίας του μεγαφώνου: «εντός ολίγου» και όχι «σε λίγο»). Έχουμε προσέξει ότι η γλώσσα του μετρό με την μεταλλικότητα που την διακρίνει είναι γλώσσα μεγαφώνων στρατοπέδου (υπάρχει η άποψη ότι χωρίς τα μεγάφωνα ο Χίτλερ δεν θα είχε επικρατήσει) η οποία σε καθημερινή βάση, εν δυνάμει, συντείνει και προετοιμάζει, με τη βοήθεια της Γενετικής, του DNΑ, της Ευγονικής, της τηλεόρασης, για το κοινωνικό στρατόπεδο; Μήπως η Siemens απαιτεί να επιβάλλει στους υπηκόους της γλώσσα στρατοπέδου συγκέντρωσης; Έτσι δεν έλεγε ο Foucault, ότι ο απόλυτος ορθολογισμός είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Και τα σπασίματα στα μηχανήματα εισόδου δεν είναι άραγε σπασίματα του ελέγχου, σπάσιμο στο μηχάνημα ακύρωσης, ακύρωσης, στ’ αλήθεια, τίνος πράγματος; -Επικυρώνομαι ως ύπαρξη μέσω της ακύρωσης μου, για να έχω πρόσβαση στην κίνηση της ζωής μιας συγκεκριμένης, όχι από μένα επιλεγμένης, διαδρομής;- δεν υπαγορεύονται, άραγε, από αυτή τούτη τη γλώσσα της εξουσίας ως βιοπολιτικής φιλοσοφίας η οποία προκαλεί για την κατάργηση της; Πώς γίνεται το εισιτήριο (1.40€) σε μια πτωχευμένη χώρα, με βασικό μισθό 400 και 500€ να είναι πιο ακριβό από το μετρό του Παρισιού (1.37€), με βασικό μισθό 1500€; Να είμαστε σίγουροι, αγαπητοί συνεπιβάτες αυτού του τρένου, ότι ο μεγαλύτερος έλεγχος θα επιφέρει περισσότερα σπασίματα. Η περισσότερη φορολογία περισσότερη φοροδιαφυγή. Η μεγαλύτερη ταπείνωση μεγαλύτερη αντίσταση. Γιατί, απλά, δεν εννοούμε να καταλάβουμε ότι το εισιτήριο του 1.40€ δεν αφορά μια απλή διαδρομή μιάμισης ώρας αλλά την είσοδο μας στην ευτυχία.
Δεν βλέπω κανένα σπάσιμο ως δημιουργία παρά μόνον, ίσως, στην τέχνη.
Όμως, ποιο είναι, άραγε, το κλειδί για μια κοινωνική ειρηνική συνύπαρξη;
Και (εκτός των κλειδιών που κρατούν Blanqui με Saint Simon και Fukuyama με Wallace) υπάρχει, άραγε, ένα τέτοιο κλειδί;
Αλήθεια, ποιος έχει καταλάβει στη γλώσσα των Θεσμών γιατί πρέπει να εγκλειστούμε σ’ ένα στρατόπεδο διαρκούς χρέους; Να εγκλειστούμε σε μια συζήτηση η οποία εξ αρχής είναι απαίτηση για μεγαλύτερο, ατελείωτο χρέος;
Μήπως θα πρέπει ένα μέρος του πληθυσμού της Γης να εξοντωθεί ως μη επιδεχόμενο μέτρα; Μήπως κάτι τέτοιο ήδη συμβαίνει; Και εμείς που νομίζαμε όταν συνέβαινε μόνο στην Αφρική, ότι η Αφρική είναι μακριά…τόσο μακριά, λέει ο Brecht, όσο ο εβραίος ή ο τσιγγάνος από την πόρτα του διπλανού τους.
Μα, «Αυτή δεν είναι η κόλαση;», συλλογιέται ο Bossuet; Η αιώνια διατήρηση του πόνου και η αβάσταχτη διαχείρισή του με αντίμετρα-ασπιρίνες. Και μήπως, γι’ αυτό, συνεχίζει ο Bossuet, οι νέοι που πεθαίνουν νωρίς έχουν αγαπηθεί από τον Θεό που τους γλιτώνει έτσι από τον κόσμο που, ωστόσο, είχε φτιάξει ο ίδιος: «Μη φύναι», η ευτυχία της ζωής είναι το τέλος μέσω του επερχόμενου θανάτου.
Αυτή η δαιμονοποίηση των ανυπότακτων, των κακών παιδιών της παραδεισένιας Ευρώπης, των τεμπέληδων, κλεφτών, μέθυσων και γυναικάδων, με λίγα λόγια των Αγιάννηδων φτωχοδιάβολων, αυτών που δεν συνάδουν με την καθαρότητα του ευρωπαϊκού πνεύματος, αυτών που δεν αναγνωρίζουν τον Hegel ως το τέλος της φιλοσοφίας και το πρωσικό κράτος ως έμπρακτή διαβεβαίωση της περιπέτειας του πνεύματος, αυτών που η καρδιά τους χτυπά ακόμα ανατολικά αλλά η ματιά τους κοιτάζει δυτικά (σ’ αυτό εξάλλου ποντάρουν οι δάσκαλοί μας, στο ότι θέλουμε να τους μοιάσουμε και γι’ αυτό μας δείχνουν τον σωστό δρόμο της φορολογίας, της εξαθλίωσης, της ανεργίας, της μετανάστευσης, της αυτοκτονίας) αυτή η δαιμονοποίηση του κόσμου από τους δασκάλους και των δασκάλων από τον κόσμο, μας φέρνει στο νου τη δαιμονοποίηση από τον 14ο έως τον 16ο αιώνα που στοίχειωσε τη γέννηση της Νεωτερικότητας, μέσα σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα, με εμφυλίους πολέμους (σήμερα οι εμφύλιοι συμβαίνουν και μεταξύ κρατών της ίδιας παράταξης), με ασθένειες, (τότε η πανούκλα, σήμερα το AIDS, ο καρκίνος και οι ψυχικές διαταραχές), με πολέμους θρησκευτικών φανατισμών τότε και τώρα (που κατά βάση είναι πολιτικοί πόλεμοι), την εισβολή τότε των Τούρκων στην Ευρώπη και την τρέχουσα απειλή από τις συνεχείς παραβιάσεις των συνόρων της Ευρώπης στην Ελλάδα. (Αλήθεια, η Ευρώπη, που θέλει το καλό μας και την ευημερία μας, σήμερα θα θελήσει να συσπειρωθεί όπως συσπειρώθηκε τότε στη Βιέννη εάν οι Τούρκοι εισβάλλουν στο ευρωπαϊκό έδαφος της Ελλάδας; Ή μήπως είναι καλύτερα να εισβάλλουν εξυπηρετώντας μια σκοτεινή μακροχρόνια πολιτική; Ή μήπως η Ελλάδα είναι Ευρώπη κατά το δοκούν;).
Η Νεωτερικότητα στην Αναγέννηση δεν προέκυψε μέσα σε ένα ευφορικό κλίμα αλλά μέσω μιας κατάστασης βαθιάς κρίσης και μ’ αυτήν την έννοια η Ελλάδα, σήμερα, μας δείχνει τον βαθμό αντίστασης σε μια ενσωμάτωση εντός ενός κόσμου που τείνει να εξαλείψει αυτό που θεωρεί υπόλοιπο παρελθόντος για να βαδίσει ακάθεκτος στο μέλλον, έτσι όπως φαντασιώνει το σύστημα ότι οφείλει να είναι ο κόσμος, για να επιτύχει το σύστημα ως κόσμος.
Να επισημάνουμε εδώ ότι στην Ευρώπη μεταξύ 15 αι. και 16 αι. συμβαίνει η μεγαλύτερη θρησκευτική δίωξη και εξόντωση, κυρίως δια πυράς, μάγων και πρωτίστως ε, ναι, μαγισσών. Ωστόσο, το παπικό διάταγμα του Σέξτου Β’ (1586) περί μαγείας φαίνεται ότι τείνει να προλάβει αφενός τον Descartes και την έναρξη της Νεωτερικότητας και αφετέρου, την ίδια περίοδο και για τον ίδιο λόγο, τον Rubens και την αντίληψη του για το έργο τέχνης. Τείνει, δηλαδή, να αναχαιτίσει την εξέλιξη της ιστορίας μέσω της φιλοσοφίας και της τέχνης. Όπως, αντίστοιχα, ο τρόμος της Εκκλησίας εκφρασμένος, ένα αιώνα νωρίτερα, με το «Malleus Malificarum» (1486) είχε τείνει να ανακόψει τις προσωπογραφίες αφενός του Van Eyck, αφετέρου, λίγο αργότερα, του Da Vinci, δηλαδή την έλευση του προσώπου και της υποκειμενικότητας. Στο Βυζάντιο φαίνεται ότι τα είχε καταφέρει καλύτερα και τα διατάγματα του Βαλεντιανού Α’ (330) και του Λέοντος Α’ (472) υπέγραψαν τον θάνατο της ελληνικής παιδείας, μετατρέποντας τον Δαίμονα του Σωκράτη (δαήμων-δαήναι-δάω=γνωρίζω, διδάσκω) σε Διάβολο. Γιατί όχι και στον Μεσαίωνα; Θα πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι ο 16ος αι. ήταν επίσης αιώνας της Επιστήμης αλλά μιας Επιστήμης που εκπορευόταν και ταυτιζόταν ακόμα με πρακτικές μαγείας, μαντικής κλπ. Η γνώση, όπως λέει ο Foucault, ήταν υποχρεωμένη να είναι ταυτόχρονα και μαγεία και λογιοσύνη. Και αυτό, να μας κάνει να υποθέσουμε ότι οι εκκλησιαστικές διώξεις δεν αφορούσαν τη μαγεία- πώς ξαφνικά τη μαγεία, αφού όλος ο Μεσαίωνας εντρυφούσε στη μαγεία- αλλά την ανατέλλουσα Επιστήμη η οποία έκανε ακόμα χρήση της μαγείας ως ερμηνείας του κόσμου και επιβολής της επιθυμίας (αυτό είναι η μαγεία) στην πραγματικότητα. Ότι ακριβώς επιχειρεί και η Επιστήμη. Μόνο που η Επιστήμη ήταν εκτός ελέγχου. Μήπως και σήμερα επιχειρείται μία δίωξη που ακούει στο όνομα εξορθολογισμός της οικονομίας για να μην ακουστεί ότι ο κόσμος μας δεν θα είναι αυτός που ξέρουμε αλλά ένας κόσμος Κόλαση που έχει ήδη ετοιμαστεί στον παράδεισο των Θεσμών; Παράδειγμα η Ανγκόλα: Μια χώρα με ετήσια ανάπτυξη, λόγω πετρελαίου και ορυκτών, άνω του10%. Αλλά, ένα απλό γεύμα στοιχίζει περίπου -και για τους ίδιους τους κατοίκους, όταν βγαίνουν έξω- 70 με 100 δολάρια. Αυτό, ωστόσο, αφορά μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού, αυτούς που βγήκαν από την κρίση και προχώρησαν στον δρόμο της ανάπτυξης που τους υπέδειξαν, εν σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό ο οποίος μαζεύει από το δρόμο ένα πατημένο μπισκότο.
Στη σύγχρονη εποχή, εποχή επίσης μεγάλων ανακατατάξεων, να υποθέσουμε ότι το βάσανό μας από την πυρά των Μνημονίων είναι ο προάγγελος της εποχής που θα ακολουθήσει, της δικής μας εποχής; «Στο σύνολο του ο κόσμος ήταν νύμφη. Να που γίνεται χρυσαλλίδα. Σίγουρα κάποια μέρα θα γίνει πεταλούδα» λέει ο φιλόσοφος.
Αναφέροντας τη λέξη ενσωμάτωση βλέπουμε ότι οι τιμωρίες της χριστιανικής Κόλασης είναι οι τιμωρίες του σώματος. Τα έργα δαιμονολογίας του 15ου έως 17ου αιώνα δείχνουν με λεπτομέρειες τα βάσανα που υφίσταται το σώμα και τις τιμωρίες που αφορούν και τις πέντε αισθήσεις. Ωσάν το σώμα να ήταν υπεύθυνο για την απώλεια της οδού (και είναι, αφού ζητάει ψωμί, βιβλία, καθαρό αέρα και ένα κρεβάτι για όταν αρρωσταίνει), άρα, αυτό είναι που πρέπει να τιμωρηθεί. Δεν έχουμε παρά να δούμε την «Κόλαση» του Bosch (1480-1505), τον «Χάρτη της κόλασης» (1480-1490) που εικονογραφεί τον Δάντη (1308-1321) από τον Botticelli ή την «Οδύνη της κόλασης» του Dürer (1512). Υστερότερα, το έργο του Delacroix «Η λέμβος του Δάντη» (1822). Και σήμερα, το έργο του Serrano «Ουρανός και κόλαση» (1984).
Τα βάσανα του σώματος εκλύουν την ψυχική διεργασία της διάλυσης της εικόνας του σώματος χωρίς σταματημό, χωρίς την διατύπωση παραληρήματος, την εγκατάσταση μιας Κόλασης όπου υπάρχει μόνο για να βασανίζει, χωρίς ευχαρίστηση για το θύμα. Δεν είναι η Κόλαση των Sade–Pasolini, του Ιώβ ή της Justine ούτε οι «Τελευταίες μέρες ενός κολασμένου» του Stravinsky. Δεν είναι η Κόλαση του ποιητή όταν γράφει: «Δεν θέλω να πεθάνω/δεν θέλω να γιατρευτώ/θέλω να ζω μες την καταστροφή μου».
Η ευχαρίστηση ανήκει μόνο στο βασανιστή.
Ιδού, πώς ο Σέρβος συγγραφέας Tišma μας δείχνει στη «Σχολή της αναλγησίας» την εικόνα του ενάρετου ανθρώπου: ο Ντούλιτς είναι καλός σύζυγος, καλός πατέρας, ενάρετος πολίτης και επαγγελματίας βασανιστής για τους Γερμανούς-κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (πάσα σύγκριση είναι verboten) στη Σερβία. Σήμερα, το θύμα του είναι ένας νέος, γυμνός, αλυσοδεμένος σε ένα υπόγειο. Ο Ντούλιτς λέει: «Ξέρω ότι δεν έχεις τίποτα να μου δώσεις. Οι σύντροφοί σου τα ξέρασαν όλα. Θα σε βασανίσω γιατί το γουστάρω». Όμως, ο Ντούλιτς πρέπει πριν ενδώσει στην ευχαρίστηση του να τηλεφωνήσει σπίτι του για να μάθει για την υγεία του γιου του για κάτι σοβαρό. Τηλεφωνάει. Ο γιός του είναι καλά, σώθηκε. Ο Ντούλιτς σηκώνει τα μάτια στον ουρανό και λέει: «Θεέ μου σ’ ευχαριστώ. Θεέ μου δεν υπάρχεις. Στ’ αλήθεια δεν υπάρχεις». Και αρχίζει το βασανιστήριο. Το βράδυ ήρεμος και ευχαριστημένος θα αγκαλιάσει τη γυναίκα του και το παιδί του. (Δεν μας θυμίζει αυτό, άραγε, τους ρομαντικούς πιανίστες βασανιστές των Ναζί; Ή τους Αμερικανούς πιλότους – ναι, ναι… το άλλοθι της διαταγής, το καθήκον… – οι οποίοι ξεκινούσαν το πρωί από τη Βιρτζίνια, βομβάρδιζαν το μεσημέρι το Βελιγράδι και προς το βράδυ έπαιζαν με τα παιδιά τους; Ή τον Strindberg στον «Μεγάλο τροχό» όταν προσεύχεται: «Ω, αιώνιε. Δεν θ’ αφήσω το σκληρό σου χέρι πριν με ευλογήσεις. Ευλόγησέ με Θεέ μου, ευλόγησε την ανθρωπότητα που υποφέρει επειδή της έδωσες ζωή»; Ή εκείνους τους χαμογελαστούς στις Βρυξέλλες που χτυπούν φιλικά στην πλάτη αφού έχουν περικόψει κι άλλο συντάξεις, μισθούς, περίθαλψη;).
Αναρωτιέμαι, μήπως, ο Rodin θα έπρεπε να βάλει τον «Σκεπτόμενο» στο κατώφλι του μνημειώδους έργου του «Η πύλη της κόλασης» με προμετωπίδα τη φράση του Δάντη από την «Κόλαση»: «Όσοι πέρασαν αυτή την πύλη να αφήσουν κάθε ελπίδα».
Μήπως, η πύλη της Κόλασης είναι η σκέψη μας; Μήπως να συμφωνήσουμε και να μην σκεφτόμαστε αλλά να πεθαίνουμε πρόθυμα και σιωπηλά; Ξεχνούν, άραγε, του δικού τους Γερμανού, του Κant, ότι «Η λογική είναι λογική εάν γίνεται αποδεκτή από τη λογική»;
Ο Βουδισμός, ωστόσο, επισημαίνει ότι η Κόλαση δεν αφορά το σώμα ούτε τη μεταθανάτια ζωή αλλά η Κόλαση υπάρχει μόνο μέσα μας, ο Δαίμων είναι εσωτερικός. Γι’ αυτό, οι τρομακτικές αναπαραστάσεις εκατέρωθεν του Βούδα ή άλλων αγίων του Βουδισμού δεν σχετίζονται με την απειλή του σώματος. Ο εσωτερικός δαίμων της ενοχής: μήπως δεν έχω ενδοβάλλει αρκετά τις προτροπές των Θεσμών για θυσία, φταίω εγώ που είμαι δυστυχής, μια χεγκελιανή «δυστυχής συνείδηση» που αρνείται την πολιτική εμπραγμάτωση του χεγκελιανού πνεύματος; Φταίω εγώ που ο κόσμος πάει κατά διαόλου, που βρίσκομαι στην Κόλαση;
Αυτά τα βάσανα του σώματος, δεν μας θυμίζουν, άραγε, τη φτώχεια, την εξάρθρωση του συστήματος υγείας, την αύξηση της εγκληματικότητας από γκογκολικές κολασμένες ψυχές;
Ωστόσο, επισημαίνει ο Bossuet στον πανηγυρικό του για τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης (1652): «Από όλα τα εμπόδια που θέτει ο Διάβολος ενάντια στη σωτηρία μας, δεν υπάρχει άλλο μεγαλύτερο από τον πλούτο». Έχουμε σκεφτεί ότι ο σημερινός οικονομικισμός της Γερμανίας είναι συνέπεια της Λουθηρανικής Μεταρρύθμισης, δηλαδή, ενός άκρατου ατομικισμού (οι πρώτες τράπεζες αναπτύσσονται στην Ολλανδία παράλληλα με την πρώτη μορφή του «Βig brother» και τα πιο πλούσια κράτη του κόσμου σήμερα είναι η βορειοανατολική ακτή της Ευρώπης) όπου, ακριβώς, μπόρεσε ν’ ανθίσει ο Μεταμοντερνισμός ως κατάλυση (ή μάλλον, ειρωνεία) πάσης σημασίας αφού σημασία είναι κατ’ αρχάς μια κοινή γλώσσα;
Τέλος πάντων, τι κόσμο θέλουν; Σε τι κόσμο θέλουν να μας βάλουν; Ως πότε η Ελλάδα θα είναι θερμόμετρο της αλλαγής του κόσμου όπως τον φαντάζονται και τι κόσμος θα είναι αυτός; Καλύτερος; Και γι’ αυτό όλη αυτή η προσπάθεια; Ή χειρότερος αλλά προτιμότερος από το τίποτα-κόσμος, από την κατάρρευση, αφού δεν γίνεται αλλιώς; Μήπως, ο εγκληματίας, εξαιτίας των εγκλημάτων του, δεν ελπίζει στον παράδεισο αλλά ελπίζει σ’ έναν παράδεισο που θα είναι η Κόλαση που προσφέρει στα θύματά του; Υπάρχει εγκληματίας Θεός; Ο ιδρυτής του Χριστιανισμού, ο Απόστολος Παύλος δεν μιλά για Κόλαση. Στα Ευαγγέλια, ο Ματθαίος (25:46) «Απελαύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον… », μιλά για τους άδικους και ανάλγητους ο δε Μάρκος (9:47) «Εις γέεννα φωτιάς… » μιλά προφανώς για την ενοχή. Εξάλλου η «γέεννα», εβραϊκά «gehinōm» (ή κοιλάδα του Ενώχ) είναι επίγειος τόπος, ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Γενικότερα, στην Αγία Γραφή η Κόλαση δεν απαντάται ως μεταφυσικός-υπερβατικός τόπος.
Όταν η Κόλαση, λέει ο Todorof, εξαφανίζεται από τη μυθολογία, εμφανίζεται στην πραγματικότητα, δηλαδή, όταν η Κόλαση δεν είναι μια τιμωρία του μέλλοντος τότε εγκαθίσταται στη Γη άμεσα.
Σιωπηλά. Έχουμε προσέξει τις συνέπειες της θραύσης της συλλογικότητας, της ανάδυσης του άκρατου ατομικισμού, την έλλειψη επικοινωνίας, την αποξένωση, τη μούγγα που υπάρχει στους συμπολίτες μας; Υπενθυμίζω την ιστορία του Αγίου ο οποίος στην έρημο συναντά ένα κρανίο: «Από που έρχεσαι; Ποιος είσαι;» «Είμαι η περιπλανώμενη ψυχή ενός νεκρού» απαντά το κρανίο. Στην ερώτηση του Αγίου: «Πώς είναι η κόλαση;» το κρανίο απαντά: «Είμαστε κολλημένοι πλάτη με πλάτη και δεν μπορούσαμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον εκτός της στιγμής όπου μια ψυχή έβρισκε τη σωτηρία και προσευχόταν για μας. Τότε μπορούσαμε να διασταυρώσουμε τα βλέμματά μας». Όχι τυχαία «Άδης» σημαίνει αθέατος τόπος (Αΐδης-α στερ. Fιδ-ιδείν).
Ο Δάντης μας λέει ακόμα ότι οι φύλακες της Κόλασης δεν έχουν ανθρώπινη μιλιά αλλά κι αν έχουν είναι ακατανόητοι. Αυτή είναι η Κόλαση: Έλλειψη λόγου, έλλειψη βλέμματος μεταξύ μας, μεταξύ ημών και των άλλων. Μήπως, εξάλλου Κόλαση δεν σημαίνει αποκοπή, αποξένωση, απόσχιση ή μήπως σχάση; Για τον Blake, τα τέκνα του Διαβόλου είναι η σαγήνη χωρίς αγάπη και ο ύπνος της ψυχής από την κατασκευή της σκέψης.
Η Κόλαση είναι η έλλειψη βλέμματος και λόγου αλλά εθελούσια όπως εθελούσια νομίζουν οι εγκλεισμένοι ότι σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους: «Οι πύλες της Κόλασης» λέει ο π. Kallistos Ware «είναι κλεισμένες από μέσα».
Η Κόλαση είναι επίσης το εθελούσιο κλείδωμα στο όνομα της ασφάλειας, το κλείδωμα μέσα στην παράνοια ως άμυνας προς τον άλλον, τον ξένο αλλά τόσο δικό μας.
Η Κόλαση είναι επίσης και πρωτίστως η Κόλαση του «πραγματικού», του «πράγματος», της τρέλας που όλοι αγνοούμε ως απόλυτη (με τον θάνατο) ετερότητα αλλά και όλοι γνωρίζουμε ότι ενοικεί στα μύχια του ψυχισμού μας. Μήπως, εξάλλου, η «φυσιολογικότητα» δεν είναι μια αντίδραση στη φύση του ανθρώπου, η «λέξη» μια αντίδραση στο «πράγμα», το «νόημα» και ο Κόσμος μια αντίδραση στο «Κενό» και το Χάος; Η δημιουργία του Κόσμου δεν ήταν μια (απρόσεκτη;) αντίδραση του Θεού στην κατάσταση του προϋπάρχοντος σύμπαντος; Αλλά, ευτυχώς, πάντα υπάρχουν οι Θεσμοί που μπορούν να διορθώσουν τα κακώς κείμενα.
Κόλαση είναι, επίσης, η Κόλαση του Φαντασιακού, σαν την Κόλαση του Faust (να μην γνωρίζεις ότι δεν μπορείς να γνωρίζεις, όπως αυτό αποτυπώνεται στην πρώτη στροφή), κάποιες φορές με δυσδιάκριτα όρια από την Κόλαση του «πραγματικού», σαν την Κόλαση του «Αίαντα», αλλά πάντα ως συνέπεια μιας ναρκισσικής ύβρεως που στρέφεται από την ανθρώπινη συνθήκη κατά της ανθρώπινης συνθήκης. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει θρησκεία που να μην καταφέρεται κατά του ναρκισσισμού είτε με την προτροπή στην ταπεινότητα (αλλά πως να μην είσαι υπερήφανος αν καταφέρεις να είσαι ταπεινός; «Ταπεινόφρων έστι όστις έχει εν τω κρυπτώ τι άξιον υπερηφανείας και ουχ υπερηφανεύεται… »: Ισαάκ ο Σύρος, Λόγος Κ’) είτε με την απαλλαγή από τις επιθυμίες (αλλά πως να απαλλαγείς από την επιθυμία χωρίς επιθυμία; Πώς να πάψει ο άνθρωπος να ονειρεύεται, έστω στον ύπνο του; «Το όνειρον είναι μία κίνησις ήτις γίνεται με την επιθυμία… της πολυπλόκου δολιότητος και φαντασίας των απατεώνων δαιμόνων» : Ιωάννου του Σιναΐτη, «Κλίμαξ», Λόγος Γ’). Πώς να πάψουμε να ονειρευόμαστε ότι θα βγούμε από αυτό που ονόμασαν «κρίση»; Και μήπως, κατά βάθος, η αντιπαράθεση με τους Θεσμούς δεν είναι παρά μια σύγκρουση ναρκισσισμών, ενός σπλαχνικού-ελληνικού και ενός εγκεφαλικού-βορειοευρωπαϊκού μέσω των οποίων διεκδικείται οικονομικά η ύπαρξη ως ταυτότητα; Και όπως ο Descartes, τότε, διεκδίκησε, με την περίφημη φράση του, το νόημα της ζωής του από τον νοηματοδότη Θεό, μήπως ο Έλληνας σήμερα διεκδικεί το νόημα της ζωής του από τους νοηματοδότες Θεσμούς με την φράση του «επιθυμώ άρα υπάρχω»;
Ο ναρκισσισμός είναι προστασία αλλά ταυτόχρονα η Κόλαση του αποκλεισμού ή η «διάκλειση» (forclusion). Η ταπείνωση και η επιθυμία, ωστόσο, παρότι αφορούν τον ψυχισμό διέρχονται από το σώμα: αυτό φταίει που ζητάει ψωμί κι ένα άλλο σώμα, άρα αυτό πρέπει να πληρώσει. Αλλά «άκρα ταπείνωση» και έλλειψη επιθυμίας αφορούν μόνο το νεκρό επί του σταυρού σώμα.
Λέτε κάποιοι να πρέπει να πεθάνουν; Γι’ αυτό ν’ αυτοκτονούν;
Στους «Δαιμονισμένους» του Dostoyevsky δεν υπάρχει πατέρας. Η Κόλαση δεν αντέχει την παρουσία του πατέρα, το «όνομα του πατρός», θα έλεγε ο Lacan. Δεν επιτρέπει την πατρική μεταφορά. Εμμένει στην μητρική, κάτωθι της μπάρας κυριολεξία: Ανάδυση ενός ψυχικού συνδρόμου, μιας συλλογικής παράνοιας με θέμα τη διείσδυση στο έθνος εχθρικών δυνάμεων συχνά απροσδιόριστων και μη κατονομαζόμενων (οι πάντες είναι ύποπτοι, ακόμη και ο διπλανός μας και γι’ αυτό να καταδίδεται ή να φωτογραφίζεται… ) που όπως, ακριβώς, υπήρχε στο ρωσικό έθνος της εποχή του Dostoyevsky υπάρχει σήμερα και στη δική μας.
Προς όφελος τίνος; Ακούγεται ότι όλοι θέλουν το κακό μας, μας φθονούν επειδή ξέρουμε να ζούμε, μας ζηλεύουν επειδή έχουμε ήλιο. Μην ξεχνάμε ότι στους κολασμένους πειρασμούς του Αγίου Αντωνίου ο Διάβολος παίρνει τη μορφή του Ιλαρίωνα, παλιού μαθητή του Αγίου.
«Η κόλαση» έλεγε ο Sartre στο «Κεκλεισμένων των θυρών» «είναι οι άλλοι». Αλλά, είναι και η υποταγή στον Άλλον με Α κεφαλαίο. Η Κόλαση είναι ο Άλλος, δηλαδή ο Θεός. Είναι ο ορισμός που δίνει για τον Θεό στη μελέτη του για τον «Άγιο Ζενέ». Ο Θεός είναι ο Άλλος, ο μεγάλος Άλλος, θα έλεγε ο Lacan. Οι Θεσμοί, θα λέγαμε σήμερα.
Ποιος είναι ο Θεός των Γερμανών, του ΔΝΤ, της ΕΚΤ;
«Έρχομαι από μια χώρα που δεν υπάρχει», έλεγε ο Green.
