22.5 C
Athens
Κυριακή, 26 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΚΟΣΜΟΣΜαύρη επέτειος: 20 χρόνια πριν, όταν «έβρεχε» βόμβες

Μαύρη επέτειος: 20 χρόνια πριν, όταν «έβρεχε» βόμβες

Του Σταύρου Τζίμα 

 

Συμπληρώνονται σήμερα είκοσι ακριβώς χρόνια από την έναρξη των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών στο Κόσοβο, που προκάλεσαν ανθρώπινα θύματα και τεραστιες καταστροφές στις υποδομές της τότε Γιουγκοσλαβίας. 

 

Ο τερματισμός τους σήμανε και τον τερματισμό της σερβικής κυριαρχίας στο Κόσοβο, που το 2008 ανακηρύχθηκε σε ανεξάρτητο κράτος-όχι αναγνωρισμένο από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας- και ως τέτοιο «τοποθετήθηκε» στον μεταπολεμικό χάρτη της βαλκανικής. 

 

*(Το κείμενο αποτελείται από αποσπάσματα του βιβλίο του γράφοντος για την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας) 

 

ΒΡΟΧΗ ΠΥΡΑΥΛΩΝ 

 

«…Οι βομβαρδισμοί άρχισαν στις 24 Μαρτίου στις 8 μ. μ. τοπική ώρα.

Πύραυλοι τόμαχοκ και κρουζ που εκτοξεύτηκαν από αεροπλανοφόρα και υποβρύχια στην Αδριατική και άλλοι από αεροσκάφη Β 52 έπληξαν στόχους στα περίχωρα του Βελιγραδίου όπου βρίσκονταν η αεροπορική βάση Μπατάνιτσα, ο μεγάλος επικοινωνιακός πυλώνας στο βουνό Αβάλα, η στρατιωτική ακαδημία και το Στρατιωτικό-τεχνικό Ινστιτούτο του Βελιγραδίου και επίσης άλλοι σαράντα περίπου στρατιωτικοί στόχοι στη Σερβία και το Κόσοβο.

Η καταιγίδα των βομβών είχε ξεσπάσει και θα διαρκούσε εβδομήντα οχτώ ημέρες, διαλύοντας τις υποδομές της Σερβίας και οδηγώντας τη χώρα τριάντα χρόνια πίσω.

Σ’ αυτό το διάστημα, σύμφωνα με στοιχεία που ανακοίνωσε το αμερικανικό υπουργείο άμυνας, ρίφθηκαν  χλιάδες νατοϊκοί πύραυλοι και βόμβες που πέτυχαν το 99,6% των στόχων. Τουλάχιστον ογδόντα εξ αυτών, όμως, βρήκαν λάθος στόχο και σκότωσαν ανθρώπους.

Αν και δεν υπάρχουν ακριβείς αριθμοί για τους αμάχους που βρήκαν τον θάνατο, συνεπεία των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ, υπολογίζεται ότι οι νεκροί κυμαίνονται από πεντακόσιοι έως δυο χιλιάδες και οι τραυματίες σε έξι χιλιάδες.

Οι πρόσφυγες, η δυστυχία και ο πόνος, οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες υπήρξαν ανυπολόγιστες, ενώ το διεθνές δίκαιο παραβιάστηκε κατάφωρα, καθώς για πρώτη φορά μεταπολεμικά μια Συμμαχία δυνάμεων κάνοντας χρήση βίας ακρωτηρίασε εδαφικά μια χώρα-μέλος του ΟΗΕ.

Μόλις άρχισαν να πέφτουν οι πρώτοι πύραυλοι, η τηλεόραση του Βελιγραδίου διέκοψε το πρόγραμμά της και μετέδιδε πατριωτικά άσματα και ταινίες, ενώ οι ειδήσεις τελείωναν με εκκλήσεις για ψυχραιμία και μηνύματα του τύπου «οι εγκληματίες του ΝΑΤΟ και οι μοχθηροί τους αφέντες μπορούν να μας προκαλέσουν απώλειες, αλλά δεν μπορούν να μας κατατροπώσουν».

Ο ίδιος ο Μιλόσεβιτς απηύθυνε από την τηλεόραση μήνυμα προς τους Σέρβους λέγοντας μεταξύ άλλων:

«Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο το Κοσσυφοπέδιο, παρά τη μεγάλη σημασία που έχει για μας, αλλά και η ελευθερία ολόκληρης της χώρας μας».

Σχεδόν καθημερινά, καιρού επιτρέποντος, τα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ και οι πύραυλοι από τα πλοία στην Αδριατική σφυροκοπούσαν στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους των Σέρβων.

Τετρακόσια μαχητικά, βομβαρδιστικά και κατασκοπευτικά αεροπλάνα, που στη συνέχεια έγιναν χίλια, επιχειρούσαν δεκάδες εφόδους επί εικοσιτετραώρου βάσεως σπέρνοντας τον όλεθρο στη Σερβία και το Κόσοβο.

Η αντιαεροπορική άμυνα των Σέρβων αποδείχθηκε ανίκανη ακόμη και να ενοχλήσει το πολεμικό θηρίο της Δύσης, που επιτίθονταν με ό,τι πιο σύγχρονο διέθετε η πολεμική τεχνολογία.

Με εξαίρεση την κατάρριψη ενός υπερσύγχρονου βομβαρδιστικού Στελθ και ενός μαχητικού οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ δεν είχαν άλλες απώλειες.

Τα περί ανίκητων Σέρβων πολεμιστών και κρυφών υπερόπλων του στρατού τους, που θα μετέτρεπαν το Κόσοβο σε νέο Βιετνάμ και θα έκαναν δήθεν Αμερικανούς και Ευρωπαίους να μετανιώσουν πικρά για την επέμβαση, αποδείχθηκαν ευσεβείς πόθοι όσων εναντιώνονταν στην επίθεση κατά της Σερβίας ή μασούσαν την προπαγάνδα του Βελιγραδίου.

Οι ίδιοι οι Σέρβοι γνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να τα βάλουν με την τρομακτική πολεμική ισχύ του ΝΑΤΟ απλώς δεν εξέθεσαν τον στρατό τους και προσπάθησαν να περισώσουν ό,τι μπορούσαν από την πολεμική τους μηχανή κρύβοντας αεροπλάνα, άρματα μάχης, κανόνια κτλ.

Η ρωσική στρατιωτική βοήθεια, που προσδοκούσε ο Μιλόσεβιτς, κυρίως με τη μορφή υπερσύγχρονων αντιαεροπορικών συστημάτων και πυραύλων που θα προκαλούσαν μεγάλες απώλειες στα αεροπορικά σμήνη του ΝΑΤΟ, δεν ήρθε.

Η Μόσχα έκατσε στ’ αυγά της, όταν ο Μπιλ Κλίντον κατέστησε σαφές στον Γέλτσιν ότι, εάν τολμήσει να κουνηθεί, θα διακοπεί αμέσως η δυτική οικονομική βοήθεια χάρη στην οποία επιβίωνε εκείνη την εποχή η ασθμαίνουσα Ρωσία, την οποία κυβερνούσε το καθεστώς του.

Ο σερβικός στρατός πάντως είχε προλάβει να αδειάσει τις περισσότερες από τις στρατιωτικές τους αποθήκες, που στη συνέχεια χτυπήθηκαν, και να μεταφέρει αλλού το πολεμικό υλικό”.

 

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

 

“…Το 1999 μπήκε με κλιμάκωση της βίας και σφαγές, φονικότερη εκ των οποίων ήταν αυτή στο χωριό Ράτσακ, όπου οι σερβικές δυνάμεις σκότωσαν σαράντα πέντε άτομα, μεταξύ αυτών ένα δωδεκάχρονο αγόρι και δυο γυναίκες, σε αντίποινα της δολοφονίας τεσσάρων αστυνομικών σε ενέδρα του UCK.

Το τι ακριβώς συνέβη δεν εξακριβώθηκε, καθώς και οι δυο πλευρές, κατά την πάγια πρακτική τους, σέρβιραν τη δική τους εκδοχή. Φαίνεται, όμως, ότι σε συνδυασμό με το διογκούμενο κύμα των προσφύγων (υπολογίζεται ότι είχαν αναγκαστεί να φύγουν ως τότε γύρω στους 300.000 Αλβανούς) ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν.

Αμερικανοί και Ευρωπαίοι επέλεξαν να κινηθούν πιο αποφασιστικά για να δώσουν τέλος στο αιματοκύλισμα.

Με ποιο τρόπο; Θα μάντρωναν Αλβανούς και Σέρβους σ’ έναν μεσαιωνικό πύργο της πόλης Ραμπουγέ, σαράντα πέντε χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι και όπως έκαναν με Σέρβους, μουσουλμάνους και Κροάτες στη στρατιωτική βάση του Ντέιτον στο Οχάιο των ΗΠΑ το φθινόπωρο του ’95, δε θα τους άφηναν να βγουν, αν δεν υπέγραφαν ειρηνευτική συμφωνία που θα τερμάτιζε τις συγκρούσεις.

Η απειλή ήταν σαφής και προς τις δυο πλευρές: τους Σέρβους, αν δεν υπογράψουν, θα τους βομβαρδίσουν, και τους Αλβανούς, αν ευθύνονταν αυτοί για την αποτυχία των συνομιλιών, θα τους εγκατέλειπαν στις «τρυφερές διαθέσεις των Σέρβων».

Οι πιέσεις στις αίθουσες και τους διαδρόμους του μεσαιωνικού πύργου προς τις δυο αντιπροσωπείες ήταν ασφυκτικές, και οι απειλές έδιναν κι έπαιρναν.

Η ίδια η Μαντλίν Ολμπράιτ πήγε στο Ραμπουγέ για να τρομάξει τους εμπόλεμους και να συμφωνήσουν, ενώ ο Χόλμπρουκ είχε αναλάβει τον Μιλόσεβιτς στο Βελιγράδι.

Σχέδια επί σχεδίων έπεφταν στο τραπέζι, Σέρβοι και Αλβανοί δε συνομιλούσαν μεταξύ τους, αλλά συνεννοούνταν μέσω διαπραγματευτών σε ξεχωριστές αίθουσες, και απορρίπτονταν το ένα μετά το άλλο όλα τα προτεινόμενα, ενώ πίσω στο Κόσοβο οι συγκρούσεις μαίνονταν, καθώς οι αντίπαλοι ήθελαν να κερδίσουν ό,τι περισσότερο μπορούσαν για να διαπραγματευτούν από πιο ευνοϊκές θέσεις.

Στα μέσα Μαρτίου, οι διαπραγματευτές Κρίστοφερ Χιλ και Βόλφκαγκ Πέτριτς –ο τρίτος της παρέας των διαπραγματευτών Ρώσος Μπόρις Μαγιόρσκι ήταν σε όλη τη διάρκεια των συνομιλιών ωσεί παρών, συμβολίζοντας την αδυναμία της Ρωσίας του Γέλτσιν– διαμόρφωσαν ένα τελικό κείμενο, το οποίο μεταξύ άλλων προέβλεπε την απόσυρση εντός έξι μηνών των σερβικών δυνάμεων από το Κόσοβο και την ανάπτυξη 30.000 ανδρών του ΝΑΤΟ, την παραμονή 1.500 ελαφρά εξοπλισμένων Σέρβων συνοριακών φρουρών και 1.000 ατόμων προς υποστήριξή τους, μείωση αρχικά σε 2.500 άνδρες της δύναμης της αστυνομίας και την ύστερα από ένα χρόνο αντικατάστασή της από μικτή τοπική αστυνομική δύναμη, και τέλος αφοπλισμό του UCK χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται πώς και σε ποια έκταση.

Για το οριστικό καθεστώς του Κοσόβου το κείμενο έλεγε τα εξής:

«Τρία χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας αυτής μια διεθνής συνάντηση θα συγκληθεί για να καθορίσει έναν μηχανισμό για το Κόσοβο με βάση τη βούληση του λαού, τις απόψεις των αρμοδίων αρχών, τις προσπάθειες έκαστης πλευράς όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσης συμφωνίας και την τελική πράξη του Ελσίνκι, που θα αναλάβει μια συνολική εκτίμηση της εφαρμογής της παρούσης συμφωνίας και θα εξετάσει προτάσεις οιασδήποτε πλευράς για πρόσθετα μέτρα».

Κλειδί στην επίμαχη παράγραφο ήταν η «βούληση του λαού», όπερ θα μπορούσε να εκληφθεί ως δημοψήφισμα για το καθεστώς ύστερα από τρία χρόνια και βεβαίως, με δεδομένη τη συντριπτική πληθυσμιακή υπεροχή των Αλβανών, το αποτέλεσμα ήταν προδικασμένο.

Οι Σέρβοι επέμεναν να διαγραφεί η φράση «βούληση του λαού», ενώ διαφωνούσαν ριζικά και με την παρουσία των νατοϊκών δυνάμεων σε έδαφος που θεωρούσαν δικό τους· οι Αλβανοί από την πλευρά τους επέμεναν να αναφερθεί καθαρά στο σχέδιο η λέξη δημοψήφισμα.

Τελικά στις 18 Μαρτίου οι Αλβανοί, αιφνιδιάζοντας το Βελιγράδι που πίστευε ότι θα απορρίψουν το σχέδιο και θα φορτωθούν εκείνοι την αποτυχία, υπέγραψαν τη συμφωνία, χωρίς τη λέξη δημοψήφισμα αλλά με τη φράση «βούληση του λαού»· όχι όμως και οι Σέρβοι.

Ο κύβος ερίφθη. Ο πόλεμος του ΝΑΤΟ εναντίον των Σέρβων έπρεπε να θεωρείται γεγονός.

Στις δραματικές εκείνες ώρες και ενώ οι ξένοι παρατηρητές εγκατέλειπαν το Κόσοβο και ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις των Σέρβων με άρματα και βαριά πυροβόλα συγκεντρώνονταν στα σύνορα με το Κόσοβο, ο Χόλμπρουκ επέστρεψε στο Βελιγράδι και πήγε κατευθείαν στο γραφείο του Μιλόσεβιτς. Επιχειρούσε μια ύστατη προσπάθεια να αποτρέψει την επερχόμενη καταιγίδα.

Να πώς ο Χόλπμρουκ περιέγραψε τη συνάντησή του με τον Σέρβο ηγέτη, στην εκπομπή του BBC Νυχτερινές Ειδήσεις, στις 20 Αυγούστου του 1999.

«Του είπα: αντιλαμβάνεστε τι θα συμβεί όταν φύγω από εδώ σήμερα, αν δεν αλλάξετε τη θέση σας, αν δε συμφωνήσετε να διαπραγματευτείτε και να αποδεχτείτε το Ραμπουγέ ως βάση διαπραγμάτευσης; Και εκείνος μου απάντησε: Ναι, θα μας βομβαρδίσετε. Επικράτησε νεκρική σιγή στην αίθουσα, που ήταν ασυνήθιστη, και εγώ του είπα: προσωπικά θέλω να είμαι σαφής μαζί σας, θα είναι [και χρησιμοποίησα τρεις λέξεις που είχα επεξεργαστεί πολύ προσεκτικά με τους Αμερικανούς στρατιωτικούς] θα είναι αιφνίδιο, θα είναι βαρύ, θα είναι παρατεταμένο.

»Και εκείνος είπε κοφτά και δύσθυμα: Καμία άλλη εμπλοκή, καμία άλλη διαπραγμάτευση, το καταλαβαίνω, θα μας βομβαρδίσετε. Είσαστε μια μεγάλη και ισχυρή χώρα, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό. Και εγώ είπα: Θα αρχίσει πολύ σύντομα μετά την αναχώρησή μου. Επικράτησε και πάλι νεκρική σιγή, κοίταξα το ρολόι μου, είδα ότι ήταν μεσημέρι και του είπα: Γνωρίζετε ότι είναι 6 το πρωί τώρα στην Ουάσιγκτον, ο κόσμος ξυπνάει. Πρέπει να αναφέρω στην Ουάσιγκτον και στους συμμάχους μας σε Λονδίνο, Παρίσι, Βόννη, Βρυξέλλες, σε ποιο σημείο βρισκόμαστε.

»Περίμενα, λοιπόν, την τελευταία ευκαιρία. Και εκείνος είπε: Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο που να μπορώ να σας πω. Σηκώθηκα και έφυγα, και ακριβώς τριάντα τέσσερις ώρες μετά άρχισαν οι βομβαρδισμοί και ήταν αιφνίδιοι, βαρείς, παρατεταμένοι. Καθώς έφευγα από την αίθουσα, με ρώτησε: Θα σας ξαναδώ; Και του αποκρίθηκα: Από σας εξαρτάται, κ. πρόεδρε».

Ο χρόνος μετά και την άκαρπη παρέμβαση Χόλμπρουκ άρχισε να μετράει αντίστροφα.

Η ατμόσφαιρα του πολέμου πλανιόταν πάνω από το Κόσοβο, τη Σερβία, τα Βαλκάνια. Οι μηχανές των βομβαρδιστικών της Δύσης είχαν τεθεί σε λειτουργία.

Απέμενε η εντολή του ανώτατου διοικητή των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη του έχοντος το γενικό πρόσταγμα για τη στρατιωτική επιχείρηση, Αμερικανού στρατηγού Ουέσλεϊ Κλαρκ, για να ξεκινήσει το πανηγύρι.

Τα μέλη ανθρωπιστικών οργανώσεων, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, άρχισαν να φεύγουν από την Πρίστινα, κατά χιλιάδες οι Αλβανοί εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και κατευθύνονταν με ό,τι μέσο μπορούσαν προς την Αλβανία και τα Σκόπια.

Όμως τις κρισιμες εκέινες μέρες  ο συμβουλος του Υπουργου Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρεου Αλεξανδρος Ρόντος εκινείτο  παρασκηνιακά μεταξύ Πρίστινας και Βελιγραδίου για λογαριασμό της Αθήνας.

«Όταν ξέσπασε η κρίση, δεν υπήρχε συγκροτημένη πολιτική της Αθήνας στο Κοσοβαρικό», μου είπε.

«Βρεθήκαμε ενώπιον του υπαρκτου  κινδύνου να επεκταθεί η κρίση και να εξελιχθεί και σε ελληνοτουρκική. Έπρεπε να αποφύγουμε πάση θυσία κάτι τέτοιο, ούτε και οι Τούρκοι ήθελαν εμπλοκή. Έτσι άνοιξε ένας δίαυλος τηλεφωνικής επικοινωνίας του Γιώργου με τον Ισμαήλ Τζεμ, οι οποίοι συμφώνησαν ότι έπρεπε να αποφευχθεί πάση θυσία η εμπλοκή μας που θα οδηγούσε σε γενικότερη αστάθεια. Ταυτόχρονα, λόγω του γενικότερα καλού κλίματος στις σχέσεις Ελλήνων και Σέρβων, επιχειρήσαμε, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, να αποτρέψουμε τους βομβαρδισμούς. Μην ξεχνάτε ότι ήμασταν οι μόνοι από το ΝΑΤΟ που είχαμε αντιταχθεί στους βομβαρδισμούς και μπορούσαμε να μιλήσουμε με τους Σέρβους. Δυο ημέρες πριν από την έναρξή τους πήγαμε με τον Γιώργο  στο Βελιγράδι, σε μια ύστατη προσπάθεια να πείσουμε τον Μιλόσεβιτς να κάνει ένα βήμα πίσω, για να γλιτώσει τους βομβαρδισμούς. Τον είδαμε στις 22 Μαρτίου και μείναμε μαζί του γύρω στις τρεις ώρες. Του είπαμε ευθέως ότι οι Αμερικανοί είναι αποφασισμένοι να τον βομβαρδίσουν. Μας απάντησε: Οk, και τι θα πετύχουν; Έδειχνε εγκλωβισμένος, ζούσε στον κόσμο του. Τον ενδιέφερε μόνο η εξουσία του.

»Νωρίτερα είχαμε συναντήσει στην κατοικία ενός Δυτικού διπλωμάτη τον Χόλμπρουκ. Είναι τελειωμένη ιστορία, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να φύγετε από το Βελιγράδι ως απόψε το βράδυ, μας είπε και καταλάβαμε ότι ήταν θέμα ωρών να πέσουν οι πρώτες βόμβες, όπως και έγινε».

 

H ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ
Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!
echo ‘’ ;