Επίσκεψη-παρουσίαση:Χαρί Λέκκα
Η παλιά Αθήνα έχει χιλιοπαινευτεί. Είτε για τα νεοκλασικά της με τα καλαίσθητα μπαλκόνια και τα αετώματα, είτε για την αδρή κίνηση καλοντυμένων νεαρών με γιασεμί στο πέτο-όπου σπεύδουν να το προσφέρουν σε νεανίδες με ομπρελίνα, είτε για τις πλουμιστές άμαξες που μεταφέρουν τα βράδια κομψά ζευγάρια στα θέατρα-με τις κυρίες να κρατούν εκείνα τα μικρά κιάλια, προκειμένου να δουν και την παραμικρή λεπτομέρεια επί της σκηνής.
Αν αφουγκραστείς, ακούγονται οι οπλές των αλόγων-μοσχοβολούν τα γιασεμιά-φαίνεται το αμυδρό κοκκίνισμα στα μάγουλα των νεανίδων, στο βασιλικών προδιαγραφών ¨Αττικόν¨ θα δεις παράσταση με τον Άμλετ.
Πάμε όμως στη σημερινή Αθήνα. Τα βήματά μας μάς οδηγούν σε γειτονιές όπου αναπτύχθηκαν τότε, μα τώρα κατοικούνται από σύγχρονους ενοίκους.
Η μπουκαμβίλια ακουμπά στην ώχρα τοίχων πολυκατοικιών, τα γεράνια κι οι βασιλικοί στις γλάστρες σε κάτι λίγες αυλές μονοκατοικιών, όπου με τη βοήθεια της φωτεινότητας του ήλιου, φτιάχνουν εικόνα εξίσου παινεμένη. Η εικόνα μοιάζει να αιωρείται στο χρόνο, συνδέοντας το πριν με το τώρα.
Πρώτη στάση στο Παγκράτι.
Στεκόμαστε μπροστά στα μαρμάρινα σκαλιά της οδού Εκφαντίδου, με τον αριθμό 33. Χάλκινη πινακίδα στην πρόσοψη μας πληροφορεί ότι εδώ στεγάζεται η ανώτερη ιδιωτική σχολή δραματικής τέχνης Βεάκη.
Ανοίγουμε τη βαριά πόρτα με τα τζαμλίκια, και περνάμε στο εσωτερικό του κτηρίου. Παρότι οι πατημασιάς στο ξύλινο πάτωμα έχουν την πατίνα προγενέστερης εποχής, σα να λειαίνεται μαγικά-παράλληλα η αίσθηση είναι σα να πρωτοπατάτε σήμερα από νέους και νέες όπου περιδιαβαίνουν το χώρο με ζωντάνια και σύγχρονα ενδύματα.
Η κλασική διδαχή προσαρμοσμένη στις ανάγκες του παρόντος έντονη, καθώς διακριτικά έχουμε εισέλθει σε αίθουσα που διδάσκεται η δραματολογίας.
Εγκαταλείπουμε το ¨Επιδαύρειο σκηνικό¨, αφού ακούσαμε πως εργάζονται στην αντιπολεμική Λυσιστράτη.
Δάσκαλος της θεατρικής τέχνης που συναντήσαμε στο διάδρομο, μας προτρέπει να επισκεφθούμε παρακείμενο κτήριο της σχολής, όπου αυτή την ώρα πραγματοποιείται μάθημα υποκριτικής σε δευτεροετείς σπουδαστές.
Κατεβαίνουμε τα σκαλιά του ημιυπόγειου (η δίφυλλη σιδερόπορτα είναι ορθάνοιχτη).
Μας υποδέχονται πρόσχαρα κορίτσια κι αγόρια, και μας προσκαλούν να παρακολουθήσουμε τη διδασκαλία. Η πρακτική εξάσκηση αφορά αποσπάσματα από έργα του Μαριβώ.
Στη σκηνή, ζευγάρι επιδίδεται σε ξιφασκία-ανταλλάσσει διαλόγους αιχμηρούς όπως οι λεπίδες που κρατούν. Στην άκρη της κάθεται νεαρός σπουδαστής, συνοδεύοντας μουσικά με την κιθάρα του. Πιο δίπλα, στο πιάνο με ουρά, τα πλήκτρα αγγίζει νεαρή σπουδάστρια, τα ντελικάτα δάχτυλά της συνεπενδύουν τη θεατρική πράξη.
Σε αυτοσχέδια καμαρίνια, κορίτσια επιδίδονται στην κομμωτική τέχνη προς χάρη του ρόλου που υποδύονται.
Παρακολουθούμε τους διάλογους, τις παρεμβάσεις της δασκάλας όπου διορθώνει την έκφραση, τον τόνο και την ένταση της φωνής, τη στάση του σώματος.
Είναι τόσο απερίσπαστοι όλοι τους, που δεν δίνουν καμιά σημασία στους θορύβους της γειτονιάς, κάποιοι εκκωφαντικοί. Μηχανάκια και μεγάλου κυβισμού μηχανές στο πεζοδρόμιο των ανοιχτών παραθύρων της αίθουσας όπου εργάζονται (άλλα αναχωρούν με μαρσαρίσματα-άλλα έρχονται για να σταθμεύσουν), από τα μπαλκόνια των γύρω πολυκατοικιών άνθρωποι φωνασκούν, ένα μωρό κλαίει δυνατά.
Κλείνουμε με μίνι συνέντευξη από δυο συμμετέχοντες στο θεατρικό, τη Μαίρη και τον Μιχάλη.
-«Κωμοδιογράφος ο Μαριβώ…».
-ΜΑΙΡΗ: «Παρεξηγημένη η πένα του, δεν είναι απλός κωμοδιογράφος με την ευρεία έννοια. Η δυναμική του αποκαλύφθηκε και σε μένα όταν η δασκάλα μας της υποκριτικής και του αυτοσχεδιασμού, σκηνοθέτης κυρία Άννα Σωτρίνη, μας μίλησε για την ψυχοσύνθεση του Μαριβώ. Είναι από τους πρώτους που διερεύνησε την εσωτερικότητα του ατόμου στο ευρωπαϊκό θέατρο, είναι ο συγγραφέας που δημιούργησε χαρακτήρες με εσωτερικό κόσμο (δεν είναι τύποι όπως στην κλασική κωμωδία· είναι πρόσωπα με αμφιθυμία, αυτοπαρατήρηση και συναισθηματική πολυπλοκότητα). Οι χαρακτήρες του Μαριβώ συχνά θέλουν δύο πράγματα ταυτόχρονα: να αποκαλυφθούν και να κρυφτούν-επιθυμούν αλλά φοβούνται, πλησιάζουν αλλά διστάζουν, ενώ η παύση έχει την ίδια σημασία με τη λέξη. Η σιωπή δεν είναι κενό· είναι αποκαλυπτική. Ο Μαριβώ δε γελάει με τους χαρακτήρες του όπως κάνουν οι κωμοδιογράφοι, τους παρατηρεί με τρυφερή ειρωνεία. Η κατανόηση του έργου του αποτελεί από μόνη της ολόκληρη σχολή. Το μαριβοντάζ, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, είναι τέχνη της αναπνοής, όχι της ρητορικής (η δασκάλα μας στέκεται ιδιαίτερα σ’ αυτό-ίσως παρατηρήσατε τις αδιάκοπες διορθώσεις που έκανε και θα κάνει έως ότου φτάσουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα). Μας ¨απειλεί¨ μάλιστα πως έως ότου το κατακτήσουμε, θα ξημερωβραδιαζόμαστε και τα Σάββατα στο παλκοσένικο!».
-«Όταν ολοκληρώσεις τον κύκλο σπουδών στη σχολή Βεάκη, πόσο οι προσδοκίες σου θα έχουν καλυφθεί προκειμένου να ενταχθείς επαγγελματικά στη θεατρική κοινότητα;».
-ΜΙΧΑΛΗΣ: «Τις ξεπερνά. Γνωρίζω ότι το κοινό είναι απαιτητικό, κι αυτό καλλιεργείται καθημερινά χωρίς ημίμετρα, σε κάθε μάθημα-από όλους τους καθηγητές με αυστηρότητα.
Όταν πέρασα για πρώτη φορά την είσοδο της Εκφαντίδου 33, προκειμένου να συλλέξω πληροφορίες και να αποφασίσω σε πια σχολή θα εγγραφώ (είχα λιώσει σόλες παπουτσιών πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα όλων των θεατρικών σχολών της Αθήνας), μίλησα με την διευθύντρια κυρία Πάγια Βεάκη. Ξεκίνησε να μου περιγράφει τι θα αντιμετώπιζα στον επαγγελματικό χώρο που επέλεξα, με παρότρυνε να σκεφτώ πόσο ήμουν διατεθειμένος να δουλέψω σοβαρά και τα τρία χρόνια σπουδών σε όλα τα μαθήματα-και τα οποία είναι πολλά-, με ρώτησε πόση πειθαρχία κι ομαδικό πνεύμα διαθέτω προκειμένου να κάνω την επιθυμία πραγματικότητα.
Μου είπε σκέψου ό,τι είπαμε, κι αν καταλήξεις πως είσαι κύριος της πεποίθησης να σμιλέψεις το ταλέντο σου για να ενταχθείς στο χώρο, σε περιμένουμε. ¨Θέλει κόπο και προσήλωση¨, μου είχε επισημάνει.
Επέστρεψα το ίδιο εκείνο απόγευμα κι από τότε είμαι εδώ, σίγουρος πως θα τα καταφέρω».
1.Από τις παλαιότερες σχολές που υπάρχουν στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 1974, από τον Δημήτρη Βεάκη, ηθοποιό και γιό του θεατράνθρωπου Αιμίλιου Βεάκη, οργανική συνέχεια της σχολής του σκηνοθέτη Κωστή Μιχαηλίδη, όπου είχε λειτουργήσει το 1952.
