9.7 C
Athens
Κυριακή, 29 Ιανουαρίου, 2023
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΘα με θάψει η βρώμα μου! Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Θα με θάψει η βρώμα μου! Του Κωνσταντίνου Μπούρα

ΘΑ ΜΕ ΘΑΨΕΙ Η ΒΡΩΜΑ ΜΟΥ!!!

Ευθυμογράφημα από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Μία μακρινή ξαδέρφη της θυμόσοφης γιαγιάς Αγγελικής είχε χηρέψει επί τέλους! Την είχαν παντρέψει στα δέκα τέσσερά της με έναν γέρο παραλή από την Αστόρια, πρώην λαντζέρη, που με τα πολλά κατάφερε να γίνει καταστηματάρχιδας και νοικοκύρης κι έμπορος και ψιλομαφιόζος. Όχι χοντρά πράγματα δηλαδή, ψιλολόγια. Απλώς τον παίζανε γιατί το μαγαζί του ήταν γωνία μπακλαβάς κι από εκεί περνούσε όλο το παραεμπόριο. Αναγκαστικά. Με τα χίλια βάσανα ήρθε στην Ελλάδα υπερήλιξ, στα ογδόντα του, για να παντρευτεί νεαρή παρθένα από πτωχικήν πλην όμως τιμίαν οικογένειαν και με λιγοστήν προίκαν ως εκ τούτου. Μεγάλην όμως πίκραν της έβαλε στην καρδιά, αφού δεν μπόρεσε να …βάλει τίποτ’ άλλο την πρώτη νύκταν του γάμου. Μικρούλα την παντρέψανε. Ακόμα επεδείκνυε τα νυφικά της. Κοριτσάκι σχεδόν. Με το που σταμάτησε να παίζει με μία άχαρη ξύλινη κούκλα που είχε για μαλλιά κάτι πολύχρωμα κουρέλια από τα μαλλιά που ξέναν με τη ρόκα και τα τυλίγανε σε καλαμποκάνια για τον αργαλειό… καθιστός και με τα όλα του: και με χτένι και με πετάλι και με όλα τα συμπαρομαρτούντα…

Πέθανε κάποια μέρα ο ντελικανής περασμένα ενενήντα, κοντά στα εκατό κι η χήρα δεν έκλαψε στο νεκροταφείο. Μήτε στο ξενύχτι του νεκρού. Της αρκούσε να κρύβει τα μάτια της κάτω από μια μαύρη πλερέζα. Αξιοπρέπεια πάνω απ’ όλα. Θα τη σφάζανε τ’ αδέλφια αν παρεκτρεπόταν. Δεν επιτρεπόντουσαν στην οικογένειά της τέτοια έκτροπα. Όλα στα μουλωχτά. Ακόμα κι αν πονούσανε. Όλα στα μουγκά. Ακόμα κι όταν βιάζανε τα μεγαλύτερα αδέρφια τα μικρότερα. Τσιμουδιά στη γειτονιά. Προ πάντων το καλό όνομα της οικογένειας! Η τιμή. «Τι θα πει ο κόσμος;». Μιλάμε για το μακρινό εκείνο έτος 1922, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή κι αφού η Ελλάδα, η Ελλαδίτσα μας, είχε περάσει μέσα από μια επώδυνη πτώχευση.

Στην αρχή της άνοιξε παντοπωλείο στην Αθηνάς. Περνούσε μάλιστα κι ο βασιλιάς καμιά φορά για να πάει να φάει στο «Δίπορτο» τιμώντας την παράδοση που είχε αρχίσει πρώτος ο Όθωνας, ο Βαυαρός. Όμως δεν πήγε καλά η δουλειά. Όλοι πήγαιναν για να χαρούν τα μάτια της κυράς και κανείς δεν ψώνιζε. Βερεσέ, βερεσέ, όλα στο κιτάπι, κάποια στιγμή δεν συνέφερε πια, τον «μπρούκλη» που είχε μάθει μόνον από κέρδη. Άσε που φοβόταν μην χάσει τη νοικοκυρά. Δεν την είχε «υπηρεσία». «Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά» της έλεγε κάθε που το σπανακόρυζο ήταν καμμένο, οι κολοκυθοκορφάδες ξινισμένες και τα «τσιγαρολάχανα» κολλημένα στον πάτο της κατσαρόλας, που την έπλενε η κακομοίρα με σύρμα, πράσινο σπιτικό σαπούνι (που έφκιαχνε η ίδια με τα τηγανόλαδα κι αλισίβα από το τζάκι, τίποτα δεν πέταγε)… Αααα, και άφθονα δάκρυα. Ναι, τα δάκρυά της έσταζε κάθε που έπλενε πιάτα, μαγείρευε ή σιδέρωνε. Ποταμός δακρύων. Έκλαιγε συνεχώς. Ακόμα και την ώρα που την πλάκωνε εκείνος κάθε βράδυ προσποιούμενος πως (της) κάνει έρωτα. «Τρομάρα του!!! Ο συφοριασμένος…», έλεγε και ξαναέλεγε στη γιαγιά μου κι εγώ κρυφάκουγα, έριχνα μερικές ματιές στον κόσμο των μεγάλων, πεπεισμένος απόλυτα πως ήταν όλοι τους τρελοί κι ο πλανήτης σαλεμένος, γενικώς…

Εκεί όμως που ξεπατίκωσα μια φράση, μια στιχομυθία, έναν διάλογο τέλος πάντων, ήταν εκείνη την ημέρα που γυρίσανε από τα σαράντα του μακαρίτη και πίνανε τον καφέ της παρηγοριάς. Όταν φύγανε ξένοι, γειτόνοι, συγγενείς, η γιαγιά μου η καλή και πάντα συμπονετική, συντρέχτρα και καλοπροαίρετη, έφερε στην πασιχαρή χήρα τα πρώτα προξενιά: είχε χηρέψει πρόσφατα ένας μακρινός συγγενής της, από το σόι της μάνας της, καμία σχέση με τη βαρυπενθούσα (τα προσέχανε αυτά τότε: να μην μπλέξουνε τα αίματα, τουλάχιστον στα φανερά… «τ’ ανεπίσημα δεν μετράνε»)…

Η αντίδραση της νεαράς ακόμη και καλοστεκούμενης ροδομάγουλης ήταν απρόβλεπτη: αφού κολακεύτηκε πρώτα με την πρόταση, την έπιασε μετά ένα νευρικό γέλιο… κι όταν κι εκείνο καταλάγιασε, αρνήθηκε επιμόνως να ξαναδιαβεί το κατώφλι της εκκλησιάς ντυμένη νυφούλα…

«Μα καλή μου, μα χρυσή μου…» την καλόπιασε η γιαγιά Αγγελική.

Τίποτ’ αυτή. Ανένδοτη. Κι ανέκδοτη, μη σας πω (μέχρι σήμερα).

Τότε η διαμονία μήτηρ τού πατρός μου εχρησιμοποίησε τα μεγάλα μέσα, το ύστατον επιχείρημα, ΤΟ ΦΟΒΗΤΡΟΝ, το σκιάχτρο που όποιος πει πως δεν φοβάται μάλλον ψέματα λέει, ή λωλός είναι, ποιητής, ας πούμε…

«Μα καπέλα μου, ποιος θα σε θάψει, ποιος θα σου κλείσει τα μάτια μόλις πεθάνεις;».

Η άλλη την κοίταξε για λίγο παραπαίουσα ανάμεσα στο γέλιο και στην αμηχανία και στο τέλος της είπε εκείνο το αποστομωτικό, που το θυμάμαι ακόμα (μισόν αιώνα μετά) και το καταγράφω μόλις τώρα:

«Μα τόσο χαζή είσ’ Αγγελική; Η βρώμα μου θα με θάψει. Δεν θα μ’ αντέχουν οι γειτόνοι και θα με παραχώσουν κάπου στο χωράφι για ν’ αρπάξουν τα τεντζέρια, τα χαλκώματα και τα ασημικά!!!».

Βέβαια, δεν έγινε ακριβώς έτσι. Η μητέρα μου, η Αγία Νίκη, τη γηροκόμησε χρόνια πολλά (γιατί κατήντησε βέβαια καρδιοπαθής – «πού να το βάλει τόσο φαρμάκι;») και την έθαψε με δόξες και τιμές, αναστενάζοντας στην ανάμνησή της κάθε φορά που περνούσε από εκεί, το φτωχικό καλύβι που της είχε απομείνει. Τα άλλα τα φάγανε οι πιστωτές του αντρός της. «Στο τέλος το είχε γυρίζει στο χαρτί, ο σκατόψυχος!», έτσι την άκουγα συχνά να λέει.

Όμως εκείνη η φράση «θα με θάψει η βρώμα μου!» ηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου σαν πολεμική ιαχή Ελευθερίας. Από το να φεσωθείς την κάθε μία και τον κάθε έναν (άντε να μην πω και τους κακοχαρακτηρίσω) καλύτερα μόνος και ψηλά το κεφάλι μέχρι τα βαθιά γεράματα. Άσε που και οι αρρώστιες τότε θα σε αποφεύγουνε. Γιατί δεν θα έχεις την πολυτέλεια να ασθενήσεις. Ας το δούμε κι αλλιώς λοιπόν. Εναλλακτικά!!!  Κι η μοναξιά καλή κι η σωστή παρέα ακόμα καλύτερη. Αλλά να μη σου σπάνε τα …καρύδια. Να μη στα κάνουν πεπόνια, βρε παιδί μου. «Το πάρα “Κύριε ελέησον!” δεν το αντέχει ούτε κι ο θεός!». Λέμε τώρα. Γιατί στην υπομονή έχουμε γίνει πρωταθλητές. Ολυμπιονίκες!!! Αμ πώς; Όχι, παίζουμε! Και τα ξινά γλυκά συνηθίσαμε να τα κάνουμε. Και το «πετάει ο γάιδαρος – πετάει» μάθαμε να συλλαβίζουμε. Και την κραυγή που πάει να ξεφύγει μέσ’ από τα σπλάχνα πνίγουμε… κι άντε μετά να μη γίνεις καπνιστής, αλήτης, πότης, χαρτοπαίχτης… «Θέλει να αγιάσει ο μοναχός μα ο διάβολος που έχει ανάμεσα στα σκέλια του δεν τον αφήνει» (δια στόματος άλλης γιαγιάς, ανθηροστόμου κι αυτής! – αυτές οι παλιές γυναίκες είχανε τον Αριστοφάνη μέσα τους. Δεν ξέρω αυτές οι τωρινές πώς κατήντησαν τόσο κρυόμπλαστρες, κατεψυγμένες;! Ερώτησις ρητορική. «Απορία ψάλτου βηξ». Μην βιαστείτε ν’ απαντήσετε και να επιχειρηματολογήσετε. Ουδόλως. Για το χαρίεν του πράγματος και για να σκάσει το χαμόγελο στ’ αχείλι μας, βρε παιδιά… Για το γέλιο! Αξία καθαρή, αφ’ εαυτής. Σταθερή μέσα στα χρόνια. Ανεκτίμητη.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

echo ‘’ ;