25.8 C
Athens
Τετάρτη, 29 Ιουνίου, 2022
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΟ Τρότσκι με μέτρο τον Στάλιν

Ο Τρότσκι με μέτρο τον Στάλιν

«Έχουν προβάλει επικίνδυνα συνθήματα. Έχουν φετιχοποιήσει τις δημοκρατικές αρχές. Τοποθέτησαν το δικαίωμα των εργατών να εκλέγουν αντιπροσώπους πάνω από το Κόμμα. Λες και το Κόμμα δεν έχει δικαίωμα να επιβεβαιώνει τη δικτατορία του ακόμα κι αν αυτή η δικτατορία έρχεται προς στιγμή σε σύγκρουση με τις πρόσκαιρες διαθέσεις της εργατικής δημοκρατίας». «Το Κόμμα είναι υποχρεωμένο να διατηρεί τη δικτατορία του… ανεξάρτητα από τις πρόσκαιρες αμφιταλαντεύσεις ακόμα και μέσα στην εργατική τάξη… Η δικτατορία δεν βασίζεται κάθε δεδομένη στιγμή πάνω στην τυπική αρχή της εργατικής δημοκρατίας»[1].

[Ο Τρότσκι εναντίον της Εργατικής Αντιπολίτευσης, 10ο Συνέδριο του Κόμματος, Μάρτης 1921]

«Ποια είναι τα βασικά στηρίγματα της σχεδιασμένης οικονομίας; Πρώτο, ο στρατός, που δεν ζει ποτέ στη βάση μιας οικονομίας της αγοράς∙ ο στρατός είναι μια σχεδιασμένη οικονομία. Δεύτερο, οι μεταφορές∙ οι (σιδηροδρομικές) μεταφορές μας είναι κρατικοποιημένες. Τρίτο, η βαριά βιομηχανία που δουλεύει είτε για τον στρατό, είτε για τις μεταφορές, είτε για άλλους κλάδους της κρατικής οικονομίας»[2].

[Τρότσκι, 12ο Συνέδριο  του Κόμματος, Απρίλιος 1923]

 Του Γιώργου Λιερού

Μπορούμε ακόμα και σήμερα να κρύβουμε τον Τρότσκι πίσω από τον τροτσκισμό; Πίσω από τη μεγάλη, την αναμφισβήτητα θετική, συνεισφορά του τροτσκισμού στα επαναστατικά κινήματα; Πράγματι για πολλούς επαναστάτες ή ριζοσπάστες θεωρητικούς, ήταν ο τροτσκισμός που άνοιξε τις ρωγμές εκείνες οι οποίες έκαναν προσπελάσιμη στην κριτική τη Σοβιετική Ένωση και τη λεγόμενη Οκτωβριανή επανάσταση∙ μια εποχή και σε μια ορισμένη συγκυρία ο τροτσκισμός ήταν το γόνιμο έδαφος για να καρπίσει ο σπόρος της αμφισβήτησης. Από τον τροτσκισμό βγήκε όχι μόνο ο Καστοριάδης αλλά και μεγάλοι επαναστάτες και σεβαστοί δάσκαλοι όπως ο Μιχάλης ο Ράπτης και ο Μίμης ο Λιβιεράτος, σπουδαίοι διανοούμενοι όπως ο Μανώλης ο Λαμπρίδης, ο Αντώνης ο Λαυραντώνης και πολλοί άλλοι. Όμως πλέον ένας μετα-τροτσκιστικός στοχασμός που αποδείχτηκε πολύ σημαντικός για την πρώτη πολιτική μας παιδεία φαίνεται ότι εξαντλείται.

Σήμερα καταγράφεται μια επιστροφή στον Τρότσκι ομόλογη από πολλές απόψεις της στροφής του ΚΚΕ στον Στάλιν. Αυτή η επιστροφή στον Τρότσκι έρχεται όχι μόνο να ανανεώσει την πίστη στη μυθολογία της Οκτωβριανής Επανάστασης –εκεί όπου ο παλιός τροτσκισμός άνοιγε, έστω άθελά του, τον δρόμο για την αμφισβήτησή της– και να επιβεβαιώσει την προσήλωση στον κεντρικό ρόλο του κράτους σαν του κύριου μοχλού των κοινωνικών αλλαγών∙ επίσης, σε πολλές από τις εκδοχές της, υπόσχεται τη συγκρότηση ενός μεταμοντέρνου νεομπολσεβικισμού στη γραμμή του δικαιωματισμού και του αστικού κοσμοπολιτισμού στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως το ζήτημα είναι να ελευθερωθούμε από την πέτρα του κρατισμού που οδήγησε την αριστερά στο βυθό τα χρόνια της κρίσης και όχι να τη δέσουμε πιο γερά στο λαιμό μας.

Αν και αυτός ο κρατισμός είναι βασικά δημιούργημα των δυο-τριών τελευταίων δεκαετιών, η σημερινή ριζική κριτική του οδηγεί αναγκαστικά  στην αμφισβήτηση του μπολσεβικισμού. Με άλλα λόγια η αριστερά πρέπει επιτέλους και στη χώρα μας να εκπληρώσει ένα ιστορικό καθήκον, που έχει αφήσει σε εκκρεμότητα εδώ και δεκαετίες, καθώς εν πολλοίς η σιωπή διαδέχθηκε τις ζωηρές συζητήσεις της  δεκαετίας του 1970 και των αρχών εκείνης του 1980. Σχετικά η κριτική εναντίον του Τρότσκι παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί ο τελευταίος θέτει με τον πιο ακραίο και άρα με τον πιο καθαρό τρόπο μερικές από τις πιο ολέθριες αντιλήψεις του μπολσεβικισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο σταλινισμός είναι τροτσκισμός από δεύτερο χέρι, ένας τροτσκισμός που, για το καλό ή το κακό, ερχόταν πάντα με καθυστέρηση. Εξαντλείται ο μπολσεβικισμός στους Τρότσκι-Στάλιν; Θα ήταν άδικο να το πούμε. Ξεχωρίζουν «από τα αριστερά» η Εργατική Αντιπολίτευση και «από τα δεξιά» οι Μπουχάριν, Ρίκοφ, Τόμσκι. Στη συνέχει θα συζητήσουμε για τις απόψεις του Τρότσκι έχοντας για βασική αναφορά το βιβλίο του «Η Προδομένη Επανάσταση».

*

Για τον Τρότσκι η σοσιαλιστική κοινωνία ταυτίζεται πλήρως και χωρίς υπόλοιπα με το κράτος. Ο σοσιαλισμός δεν είναι παρά η βιοπολιτική –η κλιμακούμενη ενσωμάτωση και υπαγωγή της φυσικής ζωής του ανθρώπου στους υπολογισμούς και στα σχέδια της εξουσίας– στον υπερθετικό βαθμό, όταν δεν έχει μείνει τίποτα απ’ έξω. Φυσικά αυτή η ταύτιση κράτους και κοινωνίας συνάδει με τη ραγδαία ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας που καθιστά δυνατή τη μηχανοποίηση της φύσης και της ανθρώπινης ζωής. Το μοντέλο είναι το μαζικό εργοστάσιο το οποίο αποτελεί ένα καθολικό πρότυπο, την ύψιστη φαντασιακή σημασία στο σύμπαν του Τρότσκι αλλά και των μπολσεβίκων και όχι μόνο. Το προλεταριάτο στην εξουσία «θα πρέπει να διαχειριστεί την οικονομία σαν μια κρατική επιχείρηση», υποστηρίζει ο νεαρός Τρότσκι[3].

Γράφει ο Τρότσκι συντασσόμενος με τη σοβιετική βιοπολιτική: «Το σοβιετικό καθεστώς έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει την καθημερινή ζωή των ανθρώπων όχι μόνο διαμέσου του στρατού, αλλά και διαμέσου ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού, και σε συνδυασμό μ’ αυτόν, διαμέσου του μηχανισμού του Κόμματος, της Κομμουνιστικής Νεολαίας και των συνδικάτων. Μια οικειοποίηση των έτοιμων προτύπων της τεχνικής, της υγιεινής, της τέχνης, των σπορ, σε ένα άπειρα πιο σύντομο διάστημα από αυτό που είχε απαιτηθεί για την ανάπτυξή τους στην πατρίδα τους, είναι εγγυημένη από τις κρατικές μορφές ιδιοκτησίας, την πολιτική δικτατορία και τις σχεδιασμένες μέθοδες διοίκησης» (σ.145)[4].

Την επαύριον της κολεκτιβοποίησης, δηλαδή της βίαιης (7 εκατομμύρια θύματα) επιβολής των καπιταλιστικών σχέσεων στη σοβιετική ύπαιθρο, της αρπαγής των κοινών γαιών από το «εργατικό» κράτος, της καταστροφής ενός κοινοτιστικού πολιτισμού αιώνων, της συντριβής της αγροτικής επανάστασης του 1917, ο Τρότσκι επιδοκιμάζοντας το αποτέλεσμα γράφει: «Η εξάλειψη της αγροτικής εκείνης οικονομίας που παράγει για αυτοκατανάλωση, και ταυτόχρονα της κλειστής οικογενειακής ζωής, σημαίνει μια μεταφορά στη σφαίρα της κοινωνικής ανταλλαγής. Και, έτσι, στη σφαίρα της νομισματικής κυκλοφορίας, όλης της εργασιακής ενέργειας που προηγούμενα δαπανιούνταν μέσα στα στενά όρια της αυλής του αγρότη ή μέσα στους τοίχους της ιδιωτικής κατοικίας του. Για πρώτη φορά στην ιστορία, όλα τα προϊόντα και οι υπηρεσίες αρχίζουν να ανταλλάσσονται μεταξύ τους»(σ.63).

Ο Τρότσκι υπερασπίζεται σθεναρά  την «πλήρη απορρόφηση των λειτουργιών του νοικοκυριού της οικογένειας» (σ. 121) από το σοβιετικό κράτος, ένα κράτος που ωστόσο επανειλημμένα το αποκαλεί ολοκληρωτικό.  Επικροτεί ότι αυτό το κράτος «έκανε ό,τι μπορούσε να χωρίσει τα παιδιά από την οικογένεια», ότι «τα σχολεία και η Κομμουνιστική Νεολαία χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για να ξεσκεπάσουν , να ντροπιάσουν και γενικά για να “ξαναεκπαιδεύσουν” τους μέθυσους πατέρες ή τις θρησκόληπτες μητέρες», επιφέροντας «έναν κλονισμό του κύρους των γονιών από τα θεμέλιά του» (σ.128). Σύμφωνα με το επαναστατικό σχέδιο, γράφει, «η θέση της οικογένειας σαν μιας κλειστής μικροεπιχείρησης επρόκειτο να καταληφθεί… από ένα ολοκληρωμένο σύστημα  κοινωνικής μέριμνας και εξυπηρέτησης: οίκους μητρότητας, βρεφικούς σταθμούς, νηπιαγωγεία, σχολεία, κοινωνικά εστιατόρια, κοινωνικά πλυντήρια, σταθμούς πρώτων βοηθειών, νοσοκομεία, θεραπευτήρια, αθλητικές οργανώσεις, κινηματογράφους, θέατρα κλπ» (σ. 121).

Η κολεκτιβιστική ουτοπία του Τρότσκι προϋποθέτει τη συστηματική καταστροφή των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, την πλήρη εξατομίκευσή τους, την χωρίς όρια εξάρτησή τους από τους κρατικούς θεσμούς. Η οικιακή οικονομία, η παραγωγή για αυτοκατανάλωση, είναι ένας από τους χειρότερους εχθρούς του. Μέμφεται τις αρχές γιατί κάνουν παράδειγμα προς μίμηση τους 96.000 οικογενειακούς λαχανόκηπους των εργατών του Χάρκοβο (σ, 108). Γράφει: «Δεν ήταν για το τίποτα που απαλλοτρίωσαν τα κοτόπουλα και τις αγελάδες των αγροτών», ήταν επίσης για να αλλάξουν τις οικογενειακές σχέσεις, να μάθουν στους αγρότες τους βρεφικούς σταθμούς και τα κοινωνικά εστιατόρια –λες και τα χωριά  περίμεναν τη GPU για να ακούσουν για τα κοινά τραπέζια και τη συλλογική ανατροφή των παιδιών, θα σχολιάζαμε  από τη μεριά μας (σ. 123). Η Ιδιοκτησία καταναλωτικών αγαθών «όχι μονάχα θα διατηρηθεί στον κομμουνισμό αλλά και θα έχει μια ανήκουστη ανάπτυξη»∙ θα εξαιρεθεί όμως η προσωπική ιδιοκτησία πολιτών σε αντικείμενα οικιακής οικονομίας (σ.210). Για τον Τρότσκι οι πεινασμένες γυναίκες που πουλάνε στους δρόμους της Μόσχας μπερέδες ή βαμβακερά υφάσματα που έφτιαξαν μόνες τους στο σπίτι «μαρτυράνε, όπως τα εξανθήματα τον πυρετό, τη διαρκή πίεση των μικροαστικών τάσεων» (σ. 104).

*

Για τον Τρότσκι, ο σοσιαλισμός είναι η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός∙ ο σοσιαλισμός περνάει μέσα από τη γενικευμένη μισθωτοποίηση του πληθυσμού, όσο πιο προηγμένη είναι η τεχνολογία των μέσων παραγωγής τόσο πιο προχωρημένος είναι ο σοσιαλισμός. Ο Τρότσκι δεν θέλει να απομείνει τίποτα που να θυμίζει, έστω πολύ αμυδρά, τον ελεύθερο αγρότη ή τεχνίτη ή ακόμα περισσότερο τον άνθρωπο της κοινότητας, που ζούσε στα όρια του κράτους ή της αγοράς χωρίς να τα έχει ιδιαίτερη ανάγκη. (Ο μπολσεβικισμός είναι πριν από όλα ένα εξτρεμιστικός μοντερνισμός). Όμως στη Σοβιετική Ένωση την εποχή της ΝΕΠ –και αυτό είναι μία από τις κατακτήσεις της επανάστασης– η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ένας αγροτικός πληθυσμός 100 εκατομμυρίων, 3,5 εκατομμύρια ελεύθεροι τεχνίτες ζουν δουλεύοντας με δικά τους μέσα παραγωγής. Ο Τρότσκι είναι ο αδιάλλακτος εισηγητής μιας (ανηλεούς) πολιτικής χωρισμού των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής. Η αντίθετη άποψη είναι εκείνη του Μπουχάριν που υποστηρίζει την από τα κάτω ανάπτυξη συνεταιρισμών. Ο Στάλιν ταλαντεύεται.

Σύμφωνα με τον Μαρξ: «η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ιστορικό προτσές χωρισμού του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής», «και η ιστορία αυτής της απαλλοτρίωσης… είναι γραμμένη στα χρονικά της ανθρωπότητας με γράμματα από αίμα και φωτιά»[5]. Την άποψη για μια «σοσιαλιστική πρωταρχική συσσώρευση» πρωτοδιατύπωσε ο Τρότσκι το 1923 και στη συνέχεια ο Πρεομπραζένσκι το 1924 και το 1925. Ο Στάλιν στην 15η Συνδιάσκεψη (Φθινόπωρο 1926) κατάγγειλε πολύ σωστά την αντιπολίτευση ότι εισηγείται τη μεταχείριση της υπαίθρου σαν αποικίας την οποία εκμεταλλεύεται το προλεταριακό κράτος[6]. Τρία χρόνια μετά θα αναλάβει –και δεν θα είναι η μόνη φορά– να διεκπεραιώσει την τροτσκιστική πολιτική. Και το έκανε όχι με τριαντάφυλλα αλλά με «αίμα και φωτιά», τον μόνο τρόπο που μπορούσε να γίνει.

Βολεύει πολύ τους τροτσκιστές (και τους επιγόνους του Ευροκομμουνισμού) μιλώντας για τα εγκλήματα του Στάλιν να εστιάζουν στις δίκες της Μόσχας και τις εκκαθαρίσεις της περιόδου 1937-1939. Εμείς προτιμούμε να δώσουμε το βάρος στις κοινωνικές διαδικασίες, την αντικατάσταση δυνάμει σοσιαλιστικών σχέσεων με καπιταλιστικές, στη βίαιη κολεκτιβοποίηση 1929-1932, τη μητέρα όλων των εγκλημάτων. Δεν είναι μόνο το ότι τα θύματα της κολεκτιβοποίησης ήταν τα περισσότερα και για μας η ζωή ενός ανθρώπου από τις μορφωμένες τάξεις ή ενός γραφειοκράτη δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή του φτωχού αγρότη ή τεχνίτη ή του φτωχού πραγματευτή. Είναι ότι με την κολεκτιβοποίηση καταστράφηκαν μια για πάντα οι αγροτικές κοινότητες, τις οποίες ο Μαρξ θεωρούσε βασικό στοιχείο για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ρωσίας –ό,τι είχε απομείνει ακόμα ζωντανό από τις κοινωνικές δυνάμεις που πήραν πάνω τους τη Ρωσική Επανάσταση. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη καταστροφή των κοινών στην ιστορία της ανθρωπότητας, καταστροφή που διέπραξαν «κομμουνιστές» στο όνομα του «σοσιαλισμού». Με τη βίαιη κολεκτιβοποίηση το σοβιετικό κράτος έσπασε τη συμμαχία με την αγροτιά και συνέτριψε την αγροτική επανάσταση. Χρόνια μετά, ο Στάλιν εκμυστηρεύτηκε στον Τσόρτσιλ ότι η δοκιμασία της κολεκτιβοποίησης γι’ αυτόν ήταν χειρότερη δοκιμασία απ’ ό,τι ο πόλεμος με τη ναζιστική Γερμανία. «Ήταν τρομακτικό, κράτησε τέσσερα χρόνια», του είπε καταλήγοντας[7]. Οι πόρτες της κόλασης άνοιξαν, όποιος έκανε κάτι τέτοιο μπορούσε να κάνει και οτιδήποτε άλλο στη συνέχεια. «Το καθεστώς επέζησε», έγραφε ανακουφισμένος το 1936 ο Τρότσκι (43). Όμως η μοίρα του είχε σφραγιστεί, το καθεστώς θα κατέρρεε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα μισό αιώνα αργότερα μέσα στη γενική αδιαφορία του πληθυσμού.

*

                Με τη ρωσική Επανάσταση –το «Σχέδιο Διατάγματος» με βάση το 1ο Πανρωσικό Αγροτικό Συνέδριο και το Διάταγμα για τη Γη που ενέκρινε ομόφωνα το 2ο Συνέδριο των Σοβιέτ στις 26 Οκτωβρίου/8Νοεμβρίου 1917[8]– η γη εθνικοποιήθηκε, απαγορεύτηκε η μίσθωση εργασίας και επίσης οι αγοραπωλησίες γης. Πρακτικά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της γης πέρασε στα χέρια των κοινοτήτων. Οι κοινότητες κράτησαν κοινή τη χρήση των νερών, των δασών, των βοσκότοπων, των βασικών  υποδομών και ορισμένων βιοτεχνιών και μοίρασαν σε οικογενειακούς κλήρους την καλλιεργήσιμη γη χωρίς όμως να παραχωρήσουν δικαιώματα πλήρους κυριότητας. Η γη έπρεπε ανά τακτά χρονικά διαστήματα να ξαναμοιράζεται ανάλογα με τις αυξομειώσεις των μελών των οικογενειών, καθώς ούτε να πουληθεί, ούτε να κληρονομηθεί, ούτε να καλλιεργηθεί (μέχρι το καλοκαίρι του 1925) με μισθωτή εργασία μπορούσε. Επρόκειτο για την περίφημη Μαύρη Διανομή των παλιών ναρόντνικων και το πρόγραμμα των διαδόχων τους των σοσιαλεπαναστατών, που με μια εντυπωσιακή στροφή είχε υιοθετήσει ο Λένιν τις μέρες του Οκτώβρη.

Σύμφωνα με τον Καρρ, η ανακατανομή της γης που εγκαινίασε η Οκτωβριανή Επανάσταση «οδήγησε σε μια εντυπωσιακή εξίσωση του μεγέθους των βασικών μονάδων παραγωγής». Το 1920 το 86% της καλλιεργήσιμης γης αποτελούσαν κλήροι μεγέθους μέχρι 4 ντεσιάτιν, το 6.5% κλήροι 4-8 ντεσιάτιν και μόνο το 1,7% κλήροι μεγαλύτεροι από 8 ντεσιάτιν (1 ντεσιάτιν = 1,09 του εκταρίου). Ο κάθε αγρότης καλλιεργούσε τον κλήρο του με τη δική του εργασία, τη βοήθεια της οικογένειάς του και έχοντας ένα άλογο στην ιδιοκτησία του. Το ποσοστό των νοικοκυριών χωρίς άλογο έπεσε από 29% το 1917 σε 7,6% το 1920 ενώ το ποσοστό των νοικοκυριών με πάνω από δυο άλογα έπεσε από 4,8% σε 0,9% την ίδια περίοδο[9].

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ενώ στις σοβιετικές πόλεις είχαν εμφανιστεί σημαντικές ανισότητες, στην ύπαιθρο επικρατούσαν εξισωτικές τάσεις. Για το 1926/1927 το μέσο κατά κεφαλήν (μέλους μιας οικογένειας) χρονιάτικο εισόδημα, υπολογίζεται σε 78,6 ρούβλια για του φτωχούς χωρικούς, σε 113,3 για τους μεσαίους και σε 239,9 για τους πλουσιοχωρικούς (κουλάκους), ενώ ο βιομηχανικός εργάτης κέρδιζε τότε 334,6 ρούβλια[10]. Η σχέση, δηλαδή, του εισοδήματος φτωχού/πλούσιου χωρικού ήταν μόλις 1/3. Το 1926-1927 επίσης, η κατανομή των σοβιετικών αγροτών ήταν: φτωχοί χωρικοί 29,4%, μεσαίοι χωρικοί 67,5%, πλούσιοι χωρικοί 3,1%[11]. Η αναλογία των φτωχών αγροτών στον ολικό αγροτικό πληθυσμό έτεινε να μειωθεί και αυξανόταν εκείνη των μεσαίων, καθώς ένα μέρος των φτωχών χωρικών ενσωματωνόταν στο προλεταριάτο, ενώ ένα άλλο –το πιο σημαντικό– στη μεσαία αγροτιά την οποία και ενίσχυε. Η οικονομική βαρύτητα των πλουσιοχωρικών δεν προόδευε παρά ελάχιστα. Οι θέσεις για το 15ο Συνέδριο αναγνωρίζουν ρητά αυτή τη δυναμική [12].

Η υπεροχή των πλουσιοχωρικών δεν είχε να κάνει με το μέγεθος των κλήρων τους αλλά με τη μίσθωση γαιών, το νοίκιασμα εργαλείων, τη συμμετοχή στο καπιταλιστικό εμπόριο, τη χρήση μισθωτής εργασίας κτλ. Από τη δική τους μεριά οι φτωχοί και οι μεσαίοι χωρικοί προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τους πλουσιοχωρικούς με τη βελτίωση του τεχνικού εξοπλισμού τους και την καλύτερη οργάνωση[13]. Συγκρότησαν ενώσεις για την από κοινού χρησιμοποίηση μέσων παραγωγής. Στα Ουράλια το 32,9% των σπορέων και το 28,2% των αλωνιστικών μηχανών χρησιμοποιούνταν έτσι από κοινού∙ στη Σιβηρία τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 29,8% και 32,3%. Για τα τρακτέρ μάλιστα η αναλογία ήταν 100%. Δημιουργήθηκαν δεκάδες χιλιάδες «απλοί» παραγωγικοί συνεταιρισμοί που δεν είχαν όμως το καθεστώς του κολχόζ και δεν αναγνωρίζονταν επίσημα[14]. Θα τους συντρίψει το κράτος κατά την κολεκτιβοποίηση ενώ θα διαλύσει και τα κολχόζ που δημιουργήθηκαν από τα κάτω την προηγούμενη περίοδο.

Το 1926-1927 η αγροτική παραγωγή έχει ξεπεράσει κατά 6% την προπολεμική (εκείνη του 1913)[15]. Οι ερευνητές υπολόγιζαν ότι θα αρκούσε η αντικατάσταση των ξύλινων ως επί τω πλείστον αλετριών με σιδερένια για να αυξηθεί η παραγωγή κατά 23%[16]. Προς τα τέλη της περιόδου της ΝΕΠ, οι φτωχοί και οι μεσαίοι χωρικοί προμηθεύουν τα ¾ των σιτηρών που διοχετεύονται στις πόλεις[17]. Τα χρήματα που εισπράττουν τα επενδύουν κατά ένα μεγάλο μέρος –σε ποσά 70% ανώτερα από εκείνα που διέθεταν προπολεμικά[18]– στην αγορά γεωργικού εξοπλισμού, η απόκτηση του οποίου θα τους επιτρέψει να απεξαρτηθούν από τους πλουσιοχωρικούς. Όμως η επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης απορροφάει όλο και περισσότερους πόρους με αποτέλεσμα την επιδείνωση του ανεφοδιασμού των φτωχών και μεσαίων χωρικών με βιομηχανικά είδη και ιδίως με γεωργικά εργαλεία. Οι αγρότες απαντούν με μια όλο και πιο επίμονη άρνηση να πουλήσουν σιτηρά. Η κρίση αυτή που ξεκινάει το 1927-1928, θα κλιμακωθεί και θα οδηγήσει στη βίαιη κολεκτιβοποίηση το 1929-1932, εκ παραλλήλου με την εφαρμογή του πρώτου πεντάχρονου με τους εξωφρενικούς στόχους βιομηχανικής ανάπτυξης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

echo ‘’ ;