17.2 C
Athens
Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου, 2022
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΤο κριθάρι της Ολύμπου, ένα χωριό που πείσμωσε

Το κριθάρι της Ολύμπου, ένα χωριό που πείσμωσε

Κείμενο του Ιάσωνα Τσέλλου

Φωτογραφίες της Άννας Πλειώνη-Ζηλφίδου

Ανέκαθεν μου άρεσε να επισκέπτομαι δυσπρόσιτα μέρη εκτός τουριστικής περιόδου.

Φέτος τον Οκτώβριο, εν έτει 2020 και εν μέσω σκοτεινών εποχών, είχα την τύχη να επισκεφτώ το ακριτικό νησί της Καρπάθου στην νοτιοανατολική γωνιά του Αιγαίου. Λέω τυχερός διότι αναπάντεχα πήρα δώρο από την μητέρα μου ένα ζευγάρι αεροπορικά εισιτήρια για ταξίδι εντός Ελλάδος και ενστικτωδώς επέλεξα ένα ξεχασμένο από την μοίρα προορισμό που σε διαφορετικές συνθήκες δύσκολα θα κουβαλούσα το τομάρι μου (από Πειραιά προς Κάρπαθο με ακτοπλοϊκή σύνδεση είναι περίπου 21 ώρες).

Τα εισιτήρια, βλέπετε, της τα έκανε “δώρο” μια τράπεζα της οποία της περίσσευαν κάποια ψίχουλα για να ανταποδώσει δήθεν για την εικοσαετή συνεπή αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου από μια γυναίκα που κοντεύει να εξηνταρίσει και δουλεύει αδιάκοπα 35 χρόνια. Αφού μας αγαπάνε οι τράπεζες βρε κουτά… Αλλά επανέρχομαι στο θέμα. Ή μήπως δεν ξέφυγα ποτέ; Όταν συμβαίνει εκμετάλλευση από θεσμούς οφείλουμε να την εκθέτουμε με κάθε ευκαιρία.

Έχοντας, λοιπόν, διαθέσιμες 2 κουτσουρεμένες και 2 ολόκληρες μέρες στο νησί αποφασίσαμε την μία διανυκτέρευση να την αφιερώσουμε στην απόκρημνη Όλυμπο, ένα χωριό με λιγότερους από 100 μόνιμους κατοίκους, κυρίως ηλικιωμένους. Ωστόσο, στο παρελθόν υπήρξε κεφαλοχώρι καθώς πριν από έναν αιώνα, σύμφωνα με τα λεγόμενα μιας ντόπιας κυράς, φιλοξενούσε περισσότερους από 2000, πληθυσμός ο οποίος μειώθηκε απότομα εξαιτίας της μαζικής μετανάστευσης στην Αμερική που ακολούθησε τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, ερημώνοντας το νησί.

Τριγυρνώντας στα σοκάκια αυτού του παραδοσιακού οικισμού, ο οποίος είναι κυριολεκτικά χτισμένος αμφίπλευρα της κορυφογραμμής ενός ανεμοδαρμένου βράχου, επισκεφτήκαμε με την φίλη μου τον μοναδικό φούρνο του χωριού για να τσιμπολογήσουμε κατιτίς για πρωινό. Μαγαζί δεν το λες, περισσότερο έμοιαζε με το ισόγειο του σπιτιού που χρησιμοποιούταν για τα μαγειρέματα και τα νοικοκυριά, ενωμένος με έναν άλλο χώρο προορισμένο για την προετοιμασία των λιγοστών αρτοσκευασμάτων ανάλογα με τους επισκέπτες του χωριού και τα διαθέσιμα υλικά. Δεδομένου της κατάστασης, το μοναδικό που είχε εύκαιρο για εμάς ήταν κάτι φρεσκοζυμωμένες χορτόπιτες με βλήτα από τον κήπο της (τον οποίο και μας έδειξε περήφανη, επισημαίνοντας πως το λίγο διαθέσιμο χώμα του ήταν εκεί από την κατάρρευση της οροφής ενός παλιού σπιτιού που το είχε ως δομικό υλικό) και κάποια άγρια χόρτα ως μυρωδικά. Δεν μας χάλασε καθόλου και μάλιστα ήταν ιδιαίτερα γευστική. Καθώς τις απολαμβάναμε ρεμβάζοντας τη θέα, η κυρά-Καλλιόπη βγήκε από το σπιτάκι της, εμφανώς διψασμένη για λίγο περισσότερο κουβεντολόι.

Μετά από μια σύντομη εξιστόρηση της ένδοξης πορείας του χωριού ανά τους αιώνες, η συζήτηση πήγε στις αμέτρητες, σχεδόν αχρηστευμένες πλέον, πεζούλες (ξερολιθιές τις λένε στον τόπο μου, την Εύβοια) οι οποίες κοσμούσαν σχεδόν όλους τους τριγύρω ορατούς λόφους και πλαγιές, όπου ήταν βεβαίως προσβάσιμο με ζωντανά. Τότε, άρχισε να μας αφηγείται μια ιστορία την οποία και θεώρησα ευθύνη μου να αναπαράγω, διασκευάζοντας την ώστε να είναι ευανάγνωστη, αλλά διατηρώντας όσο πιστότερα μπορώ την απόδοση:

Το κριθάρι της Ολύμπου, ένα χωριό που πείσμωσε

“Παιδιά μου, σε αυτές τις πεζούλες που βλέπετε, οι οικογένειες του χωριού συνήθιζαν να καλλιεργούνε κριθάρι. Δεν αποτελούσε απλά μια εποχική δραστηριότητα αλλά την σημαντικότερη εργασία καθώς, βλέπετε, τα περισσότερα νοικοκυριά ήταν πολύτεκνα -6 και παραπάνω παιδιά η κάθε φαμίλια- και τα προϊόντα του σιτηρού, κυρίως το αλεύρι για ψωμί, ήταν απαραίτητα για την επιβίωσή τους. Είχανε διαθέσιμο ένα σπόρο μιας ανθεκτικής ποικιλίας κριθαριού, ειδικά διαμορφωμένου στο πέρασμα των αιώνων, που μπορούσε να καρποφορεί αποδοτικά στα ξερά και άγονα χώματα του τόπου μας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ελάχιστη δυνατότητα συγκράτησης του νερού των βροχών. Αυτό το σπόρι, παρ’ όλο τον πόλεμο που μας κάνουνε, και δεδομένου της αναγκαιότητας του για σπορά κάθε χρόνο ανελλιπώς (μετά το πέρας ενός, άντε δύο το πολύ, και να σπαρθεί δεν ευδοκιμεί), καταφέρνουμε με χίλια ζόρια να τον διατηρούμε στην κατοχή μας ακόμα και σήμερα που σας μιλώ.

Διότι δεν φτάνει που έχουμε τα δικά μας προβλήματα που το χωριό ερήμωσε, έρχεται η πολιτεία παραμάσχαλα με την ευρωπαϊκή ένωση και τα άλλα λαμόγια να μας αποτελειώσει. Πριν μερικά χρόνια, δήθεν για να μας βοηθήσουν, μας έταξαν επιδότηση για να συνεχίσουμε την καλλιέργεια του κριθαριού. Όμως δεν ήταν τόσο αθώο και καλοπροαίρετο όσο φαίνεται το φιλεύσπλαχνο τους σχεδιάκι. Βλέπετε, για να πάρεις τα λεφτά, μοναδική προϋπόθεση ήταν να καλλιεργήσεις έναν άλλο ξενόφερτο σπόρο που θα σου έδιναν αυτοί. Αν και δύσπιστοι στην αρχή, είπαμε να του δώσουμε μια ευκαιρία, αλλά τα αποτελέσματα ήταν εμφανώς απογοητευτικά από άποψη ποιότητας και ποσότητας σοδειάς. Έτσι, μείναμε λιγοστοί κόντρα στο ρεύμα, και κυρίως από πείσμα, να καλλιεργούμε τον παραδοσιακό μας σπόρο.”

Μα και πως να συγκριθεί ένας εργαστηριακός σπόρος με τον δικό τους που ήταν αιώνες εξελικτικά προσαρμοσμένος στο μικροκλίμα του τόπου και ποτισμένος με τον ιδρώτα και την σοφία των προγόνων τους…

Μόλις τελείωσε την εξιστόρηση, την ευχαριστήσαμε και αφού ρεμβάσαμε άλλο λίγο την εντυπωσιακή θέα με τις απανταχού παρόντες πεζούλες, με γλυκόπικρη διάθεση αποχαιρετιστήκαμε εγκάρδια και συνεχίσαμε την βόλτα μας.

Αν ποτέ τύχει και σε βγάλει ο δρόμος στο χωριό τούτο, βρες τον φούρνο της κυρά-Καλλιόπης και πες της ότι κάποιοι -πεισματάρηδες σαν και αυτούς- προσπαθούν ακόμα να διατηρήσουν την ιστορική μνήμη για τα βάσανα που προκάλεσαν (και προκαλούν ακόμα) οι λίγοι στους πολλούς. Από τις φυλές του Αμαζονίου, τους ιθαγενείς της Αφρικής και τους αυτόχθονες της Αυστραλίας μέχρι την Όλυμπο της Καρπάθου κάποιοι φλεγόμενοι άνθρωποι, ο καθένας με τον τρόπο του, αντιστέκονται στην υπερεκμετάλλευση του τόπου τους.

Αναδημοσίευση από ΠΕΛΙΤΙ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

echo ‘’ ;