10.2 C
Athens
Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου, 2022
ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΗ δημοκρατική αναγέννηση ως ελπίδα σε έναν υπό κατάρρευση κόσμο | του...

Η δημοκρατική αναγέννηση ως ελπίδα σε έναν υπό κατάρρευση κόσμο | του Γιώργου Κουτσαντώνη

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Μιχάλης Θεοδοσιάδης και Γιώργος Κουτσαντώνης
Η υπόσχεση που δόθηκε ήταν μια αναγκαιότητα του παρελθόντος.

Ο λόγος που δεν κρατήθηκε είναι μια αναγκαιότητα του παρόντος (Niccolò Machiavelli)1

Η βαθιά οικονομική, πολιτισμική και αξιακή κρίση που διέρχεται ο δυτικός, και όχι μόνο, κόσμος, στο σύνολό του (ιδίως οι περισσότεροι λαοί του ευρωπαϊκού και αμερικανικού Βορρά) και φαίνεται πως ήρθε να παραμείνει περισσότερο από όσο φανταζόμασταν, αντικατοπτρίζεται μέσα από το τρέχον πολιτικό σκηνικό. Από τη μία ο οικονομικός φιλελευθερισμός των αγορών, και η παγκοσμιοποίηση με τη λεγόμενη «ολιγαρχική τεχνοκρατία» -ουρά της οποίας έχουν γίνει οι δυνάμεις της Αριστεράς- και από την άλλη οι «λαϊκιστικές» φωνές που συχνά ταυτίζονται με δεξιές, ακροδεξιές και βοναπαρτιστικές πολιτικές δυνάμεις.

Το γνωστό δόγμα της μη εναλλακτικής (ΤΙΝΑ), αφού εφαρμόστηκε συστηματικά, μοιάζει σταδιακά να μετατοπίζεται σε ένα άλλο επίπεδο, σε αυτό της αποφυγής του μεγαλύτερου κακού. Με άλλα λόγια, δεδομένης της ολικής αποτυχίας, της απροθυμίας, αλλά πάνω απ’ όλα της αδυναμίας, των αριστερών πολιτικών δυνάμεων να αντιπροτείνουν και να υλοποιήσουν δημοκρατικές λύσεις, οι γεμάτες αυτοπεποίθηση πολιτικές δυνάμεις μια δεξιάς, που μέχρι χθες βρίσκονταν σε κατάσταση ύπνωσης, έρχονται στο προσκήνιο και φαίνεται πως θα διεκδικήσουν το πολιτικό κενό που έχει δημιουργήσει η ενσωμάτωση της Αριστεράς στην ολιγαρχία, ιδίως από το 1970 και μετά.

Πράγματι το πολιτισμικό πάντρεμα «θεολογικού» τύπου, της Αριστεράς με τον φιλελευθερισμό, που αργότερα έγινε και πολιτικό, έθαψε πέρα για πέρα την υπόσχεση της σοσιαλδημοκρατίας. Από αυτή τη «συμφιλίωση» αντί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη δημοκρατικών λαϊκών κινημάτων, το αποτέλεσμα ήταν, διαμέσου της μετάλλαξης της κλασικού φιλελευθερισμού, η περαιτέρω υπονόμευση των ήδη αδύναμων και ανεπαρκών πολιτικών συστημάτων σε αρκετές χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) -τόσο εξαιτίας της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης των τεχνοκρατικών θεσμών, όσο και από την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Στην ΕΕ, αλλά και αλλού, τείνει να επικρατήσει, ως άλλο «δόγμα», απέναντι στις αναδυόμενες δυνάμεις της ακροδεξιάς (πραγματικής και φανταστικής), ένα διευρυμένο -προοδευτικό και με αριστερές απολήξεις- πολιτικό κέντρο, του οποίου βασική αρχή είναι: λιγότερη δημοκρατία παντού και περισσότερες τεχνικές αποφάσεις, με κάθε τρόπο και κάθε μέσο, για να αποφύγουμε τις «βλαβερές αποφάσεις της πλειοψηφίας», περιστολή της ελευθερίας του λόγου και ποινικοποίηση αντιλήψεων που δε συνάδουν με τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού (Πολιτική Ορθότητα) και περαιτέρω παραχώρηση εξουσιών σε τεχνοκρατικούς αδιαφανείς υπερεθνικούς μηχανισμούς, πάντα με στόχο την αποφυγή του «χειρότερου κακού».

Ωστόσο η πραγματικότητα δείχνει ότι ακόμη κι αν οι φιλελεύθεροι και αριστεροί τεχνοκράτες εφευρίσκουν κάποια τεχνάσματα, κανείς τελικά δεν είναι σε θέση να τα υλοποιήσει πολιτικά και αυτό γιατί οι περισσότερες κυβερνήσεις στα κράτη μέλη της ΕΕ -απομακρυνόμενες από τις ανάγκες των πολιτών που τις εκλέγουν- βρίσκονται με τη σειρά τους σε βαθιά κρίση νομιμοποίησης.

Άλλωστε οι τελευταίες διαδηλώσεις στη Γαλλία, ανεξάρτητα με το ποιά θα είναι η τελική τους έκβαση, φαίνεται ότι επιβεβαίωσαν αυτό το χάσμα μεταξύ ελίτ και πολιτών. Κατά τη γνώμη μας ούτε οι θιασώτες της νοσταλγίας του παρελθόντος (δηλαδή, οι βοναπαρτιστές της «λαϊκιστικής» δεξιάς), ούτε οι ειδικοί και τεχνοκράτες, μήτε οι ελιτιστές της προόδου, των ανοιχτών σύνορων και της επαναστατικής πρωτοπορίας, έχουν πλέον κάτι να πουν. Εκτός από τους ίδιους τους πολίτες, κανείς δεν είναι αρμόδιος να αποφασίζει για τα κοινά. Με λίγα λόγια, μοναδική ελπίδα κυρίως για τους πιο αδύναμους ευρωπαϊκούς λαούς θα ήταν μια δημοκρατική αναγέννηση. Όμως, τί θα μπορούσε να αποτελέσει μια «δημοκρατική αναγέννηση»;

Αρχικοί ορισμοί και παραδείγματα

Η πρώτη δημοκρατία της Αθήνας, όπως μας περιγράφεται από την αρχαία ελληνική γραμματεία, και τους πολυάριθμους μελετητές της ανά τον κόσμο -σε διαφορετικές ιστορικές φάσεις- αποτελεί αφορμή για στοχασμό και πηγή έμπνευσης (la source grecque, όπως έγραψε η Σιμόν Βέιλ)1. Δεν πρόκειται για πρότυπο, μήτε για εγχειρίδιο εφαρμογής ενός ιδανικού πολιτεύματος. Αξιόλογοι στοχαστές, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, τείνουν να εξιδανικεύουν την Αθηναϊκή δημοκρατία, ακόμη κι αν οι ίδιοι ισχυρίζονται το αντίθετο.

Άλλοι πάλι έχουν την τάση να την ταυτίζουν με τον αναρχισμό, τον σοσιαλισμό, ή τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Στην πραγματικότητα, μια δημοκρατική κουλτούρα δεν δύναται να φορέσει κάποιο ιδεολογικό μανδύα, και αυτό διότι ένα δημοκρατικό πολίτευμα έχει τις δικές του αξίες και περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, δεν έχει την ανάγκη κάποιας ιδεολογίας.

Διότι αν μιλήσουμε για δημοκρατική αναγέννηση με σοσιαλιστικό περιεχόμενο, τότε στην ουσία δεν μιλάμε παρά για μια δημοκρατική νομιμοποίηση του σοσιαλισμού. Επιπλέον, η εξιδανίκευση ενός δημοκρατικού καθεστώτος -όντας γέννημα θρέμμα μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου (όπως η αρχαία Αθηναϊκή δημοκρατία, για παράδειγμα)- θα έμοιαζε περισσότερο με μια ανέφικτη προσπάθεια να αναγνωριστούν και να υιοθετηθούν οι αξίες εκείνης της εποχής από τον σημερινό άνθρωπο. Αντιθέτως, μια δημοκρατική αναγέννηση μπορεί να εμπεριέχει ποικίλες ιδεολογικές και πολιτισμικές αποχρώσεις.

Μπορούμε να μιλήσουμε για δημοκρατία στα συμβούλια των εργατών της Αγγλίας, στα Town Hall Meetings της Αμερικής, στις κοπερατίβες των αγροτών του Αμερικανικού Νότου κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, μπορούμε τέλος να αναζητήσουμε δημοκρατικά σπέρματα στην πρώιμη μορφή του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα αλλά και σε διάφορες ιστορικές περιόδους, όπως για παράδειγμα στις μεσαιωνικές πόλεις της Ιταλίας.

Επιπλέον αξίζει να θυμηθούμε ότι το 1795 ο Immanuel Kant2επέκρινε όσους είχαν αρχίσει να «μπερδεύουν το ρεπουμπλικανικό Σύνταγμα με το Δημοκρατικό» σημειώνοντας ότι -ως προς την άσκηση της εξουσίας- κάθε καθεστώς «είναι Ρεπουμπλικανικό ή Δεσποτικό» και ότι η δημοκρατία είναι «απαραιτήτως Δεσποτική».

Η απόρριψη της λέξης «δημοκρατία», μέχρι τον 19ο αιώνα, μαρτυρεί πως η κατάρρευση της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας είχε μείνει αξέχαστη σε πολλούς από τους μεταγενέστερους μελετητές της. Ο όρος είχε στην κυριολεξία απαξιωθεί και σχεδόν ταυτιστεί με την οχλοκρατία και τη γενικευμένη βία. Ασφαλώς όταν ο όρος επανεμφανίστηκε αργότερα, ήρθε να ορίσει μια εντελώς νέα πραγματικότητα. Τα περισσότερα σύγχρονα πολιτεύματα της Δύσης είναι φιλελεύθερα και τα πολιτικά συστήματα είναι κοινοβουλευτικά και αντιπροσωπευτικά, όχι «άμεσες» δημοκρατίες.

Δημοκρατική αναγέννηση έναντι ιδεολογίας και οικονομικού επιστημονισμού

Όπως αναφέρει ο Paulo Gerbaudo3, τα νέα κοινωνικά κινήματα, κυρίως αυτά που αναδύθηκαν από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, υπήρξαν εκφραστές της πολιτικής των ταυτοτήτων (identity politics), καταφεύγοντας συχνά πυκνά σε στείρες καταγγελίες έναντι της πλειοψηφίας την οποία χαρακτήριζαν «ρατσιστική» και «εχθρική προς τις μειονότητες», ενώ την ίδια στιγμή προώθησαν μια κατανόηση της δημοκρατίας δίχως έθνος και σύνορα, δίχως παραδόσεις και σταθερές αξίες.

Έτσι μετατράπηκαν σε εμπροσθοφυλακή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που στρέφεται με εχθρότητα ενάντια σε κάθε παραδοσιακό τρόπο ζωής που πλέον θεωρείται φορέας «παρωχημένων αντιλήψεων». Ωστόσο, από την εποχή του Κικέρωνα, μέχρι και τον Ρουσσώ, η έννοια της δημοκρατίας είναι ξεκάθαρα ασύμβατη με έναν κοσμοπολιτισμό τραχύ και αχαλίνωτο, όπως αυτός που προωθείται από τους φιλελεύθερους ως μοναδική λύση για την αποφυγή εθνικών πολέμων4.

Έχουμε ήδη πολλές φορές τονίσει τη σημασία ύπαρξης μιας λαϊκής ταυτότητας, ως βάση για τη συγκρότηση ενός πολιτικού σώματος. Μόνο ένα σύνολο ανθρώπων με κοινές αξίες μπορεί να συντηρήσει το δημόσιο πεδίο, εντός του οποίου λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις· δε νοείται, με άλλα λόγια, δημοκρατική αναγέννηση στη βάση μιας κοινότητας ανοιχτών συνόρων, που είναι ετερογενής και πολιτισμικά ρευστή, μια κοινότητα «αερόφυτων» και «πολιτών-τουριστών».

Από την άλλη, όσοι ασκούν κριτική στην παραδοσιοκρατία και στον συντηρητισμό δικαίως μιλούν για τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει μια κοινότητα αυτού του είδους. Όπως θα δούμε παρακάτω, η μεθοδολογία του πραγματισμού, βάσει της σκέψης του William James5, μας επιτρέπει να αναζητήσουμε διεξόδους αναφορικά με το δίλημμα: παράδοση ή ελευθερία.

Παρότι θεωρούμε την παράδοση απαραίτητη για την ανάδυση ενός δημοκρατικού σώματος, την ίδια στιγμή αναγνωρίζουμε ότι μια δημοκρατική κοινότητα θέτει ως λειτουργικό θεμέλιό της τον διάλογο, κοινώς τον αγωνιστικό και αφηγηματικό λόγο, όπως αναφέρει η Seyla Benhabib6.

Ο αγωνιστικός λόγος (agonal action), δηλαδή ο λόγος του πολιτικού πεδίου, καταφέρνει να θέτει υπό συζήτηση νόμους, αξίες και νόρμες, αμφισβητώντας και αλλάζοντας έτσι τα δεδομένα. Ο αφηγηματικός λόγος (narrative action), που στην ουσία είναι ο λόγος εκτός του πολιτικού πεδίου, δηλαδή οι συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα είτε χώρους συλλογικών συναθροίσεων (χώροι εκδηλώσεων, εκκλησίες και άλλου είδους ιδρύματα, ακόμα και μεταξύ οικογενειακών συναντήσεων), προωθεί ζυμώσεις που σταδιακά μεταλλάσσουν τις κοινές αξίες, ακόμα και τις παραδόσεις.

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε η πεποίθηση ότι οι νέοι, όταν εισέρχονται στο σύστημα διακυβέρνησης ή σε άλλους θεσμούς του συλλογικού βίου, αλλάζουν ορισμένες αξίες7. Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές συμβαίνουν με αργό ρυθμό· οι κοινές αξίες δεν ρευστοποιούνται και δεν εξαφανίζονται. Αυτή η τάση αντιθέτως είναι διάχυτη σήμερα. Η απόρριψη μιας παλαιότερης αξίας όταν γίνεται με τρόπο απότομο και βίαιο -χωρίς τον απαραίτητο χρόνο αναστοχασμού, ώστε αυτή να εμπλουτιστεί και να μετασχηματιστεί σε μια νέα- είναι μια ενέργεια μηδενιστικού τύπου.

Άλλωστε ο Eugene Dominic Genovese στο βιβλίο του The World The Slaves Made8, όπου καταπιάνεται με τους νέγρους της Αμερικής, από τα πρώτα χρόνια μεταφοράς τους στη νέα ήπειρο μέχρι και τη κατάργηση της δουλείας (Emancipation Proclemation), αποδεικνύει ότι οι παραδόσεις και οι κοινές αξίες (συνήθως θρησκευτικές) ήταν τα στοιχεία που επέτρεψαν στους ίδιους τους μαύρους του Αμερικανικού Νότου να επιβιώσουν, μέσα σε συνθήκες αθλιότητας, απανθρωποίησης και αποκτήνωσης. Εν ολίγοις, οι αξίες μέσα στο χρόνο είτε μετασχηματίζονται είτε εμπλουτίζονται, όχι όμως στο βαθμό που να οδηγηθεί μια κοινότητα στην απόλυτη διάλυση, πράγμα που μπορεί να αποβεί καταστροφικό για την ίδια την κοινότητα, κάτι που οι ένθερμοι υποστηρικτές του φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού αρνούνται πεισματικά (όντας πολέμιοι της παράδοσης).

Πολύ περισσότερο, ο αγωνιστικός λόγος, που είναι ο λόγος του δημόσιου πεδίου, μας βοηθά να καταλάβουμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι οι αναπαραστάσεις του κοινού μας κόσμου μπορούν να τεθούν υπό διαβούλευση. Έτσι, παύουν να εκλαμβάνονται ως νεκρά αντικείμενα, παγιωμένα στο χρόνο.

Σε αντίθεση με αυτή την αντίληψη, οι παραδοσιοκράτες εκλαμβάνουν τις κοινές αξίες ως απο-ζωτικοποιημένα είδωλα, που δεν επιδέχονται αλλαγές διότι είναι «υπεράνω αμφισβήτησης» (υπό μια έννοια ως ιερά). Αυτό δικαιώνει την άποψη του Reinhold Niebuhr, βάσει της οποίας οι συλλογικές ταυτότητες μπορούν να μετατραπούν σε αντικείμενα μέσα από τα οποία βρίσκει άμεση έκφραση ο εγωκεντρισμός και ο εθνικιστικός ναρκισσισμός9.

Αντιθέτως, μια δημοκρατική κοινότητα μπορεί να ισορροπεί μεταξύ μηδενισμού και εθνικιστικής ειδωλολατρίας, εφόσον ο λόγος, η συζήτηση και η διαβούλευση μπορούν να αναχαιτίσουν τη στατικότητα. Παρόλα αυτά, οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι το ίδιο το εργαλείο που θα μας επιτρέψει να θέσουμε υπό συζήτηση τις δικές μας αναπαραστάσεις, ο Λόγος (με την έννοια της ομιλίας και του διαλόγου και όχι της ορθότητας), έχει νόημα μόνο μέσα σε ένα δημόσιο πεδίο και σε έναν συλλογικό βίο. Πιο συνοπτικά, το εργαλείο για την «αμφισβήτηση» της παράδοσης, μας το δίνει η ίδια η παράδοση, η οποία και συντηρεί τις προϋποθέσεις για τη δημοκρατία.

Επιπλέον, πολλές φορές κρίνουμε ότι το οικονομικό ζήτημα προηγείται του πολιτειακού. Κάτι τέτοιο, πάνω κάτω, ισχυρίζονται οι νεωτεριστές, και ιδίως οι μαρξιστικές και αναρχικές θεωρίες. Μήτε βέβαια μπορούμε να υιοθετήσουμε την αντίθετη άποψη, όπως ισχυριζόταν η Χάνα Άρεντ στο «Περί Επανάστασης»10.

Το οικονομικό ζήτημα είναι πάντα ακανθώδες, και ως ένα βαθμό η έννοια της οικονομίας, ως προερχόμενη κυρίως από το ιδιωτικό πεδίο, παρεμποδίζει την ανάπτυξη της πολιτικής δράσης, εφόσον εμπεριέχει την έννοια της αναγκαιότητας, η οποία με τη σειρά της έχει αρνητικές επιδράσεις στο θέμα της ποικιλομορφίας απόψεων που συμπεριλαμβάνει το δημόσιο πεδίο.

Όμως από μια σύντομη ιστορική προσέγγιση και η θεώρηση της Άρεντ, πως η ανάμειξη του οικονομικού στο πολιτικό θα οδηγήσει νομοτελειακά στη διάβρωση του δεύτερου, φαίνεται ανεδαφική. Η Σεισάχθεια του Σόλωνα ήταν μια οικονομική μεταρρύθμιση που όμως λειτούργησε ως βάση για πολυάριθμες πολιτικές εξελίξεις. Αντίστοιχα η αθηναϊκή Βουλή την εποχή του Κλεισθένη και το λαϊκό δικαστήριο (Ηλιαία) ήταν πολιτικοί θεσμοί που επηρέασαν βαθιά την οικονομία. Πότε δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από πριν και με ακρίβεια αν πρέπει να προηγηθεί μια μεταρρύθμιση πολιτικού τύπου ή μια οικονομικού11.

Ωστόσο είναι τα μεγάλα γεγονότα και τα αναπόδραστα συμβάντα αυτά που συχνά καθορίζουν το πώς και το γιατί. Οι Μηδικοί πόλεμοι (490-470 π.Χ.), για παράδειγμα, χάρισαν μεγάλη οικονομική δύναμη στην Αθήνα και την κατέστησαν μια ισχυρή ναυτική αυτοκρατορία. Αυτά τα πολεμικά γεγονότα επηρέασαν και τη δημοκρατική πορεία των Αθηνών.

Οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι γραμμένες σε εγχειρίδια, αλλά εξαρτώνται κάθε φορά από τις συγκεκριμένες ανάγκες που προκύπτουν, από την ιστορική συγκυρία της εποχής, αλλά και από την τύχη (fortuna κατά τον Μακιαβέλλι). Το 1848, ο Tocqueville12, μιλώντας στις 12 Σεπτεμβρίου στη Συντακτική Συνέλευση σε συζήτηση για το δικαίωμα στην εργασία, δήλωσε: «Η δημοκρατία και ο σοσιαλισμός συνδέονται μόνο με μία λέξη, την ισότητα, αλλά σημειώνουμε την ειδοποιό διαφορά: η δημοκρατία θέλει και αναζητά την ισότητα στην ελευθερία, ο σοσιαλισμός τη θέλει στις κακουχίες και την υποτέλεια».

Βέβαια, ο φιλελευθερισμός, από τον οποίο μήτε ο Tocqueville κατάφερε να ξεφύγει, αναζητά μονομερώς την ελευθερία, η οποία κατανοείται μονάχα ως ατομική· πιο συγκεκριμένα, μιλά για την ελευθερία του Liberum Arbitrium, που κατά βάση πρόκειται για μια κίβδηλη και φαουστική έκφραση της λεγόμενης ελεύθερης βούλησης (free will). Επιπλέον, ο φιλελευθερισμός βλέπει την ισότητα μόνο ως προς την συμμετοχή στην παραγωγή και την εργασία, όχι όμως ως προς τη συμμετοχή στα κοινά, από όπου πηγάζουν οι κανόνες που ρυθμίζουν την ίδια την παραγωγή.

Ο Μαρξισμός, από την άλλη, κήρυξε την επιστημονικοποίηση της πολιτικής ως μια μετάβαση από την ουτοπία στην επιστήμη. Έτσι, η ουτοπία από ένα στοχαστικό ιδεώδες γίνεται ένα επαναστατικό σχέδιο δράσης. Ο φιλόσοφος-βασιλιάς του Πλάτωνα γίνεται ο «σοφός επαναστάτης» του μαρξισμού. Η παταγώδης και οδυνηρή αποτυχία αυτής της βαθιά μυωπικής και εσφαλμένης θεωρίας παραμένει ακόμη ζωντανή στην ιστορική μας μνήμη.

Όπως αναφέραμε και στην εισαγωγή, η διάκριση ανάμεσα στη Δεξιά και στην Αριστερά, που εννοιολογικά γεννήθηκε κατά τη Γαλλική Επανάσταση, ελάχιστο αντίκτυπο φαίνεται πως έχει στην καθημερινή μας ζωή. Κατά τον προηγούμενο αιώνα μια ορισμένη Δεξιά πίστευε ότι ο πλούτος πρέπει να μοιράζεται από το σύστημα της αγοράς.

Από την άλλη, η Αριστερά θεωρούσε πως τη μοιρασιά πρέπει να αναλάβει ένα ισχυρό κράτος (και κόμμα), με δίκαιο και ισότιμο τρόπο. Ωστόσο με την βαθιά κρίση της βιομηχανικής παραγωγής, ειδικά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, έννοιες όπως «Αριστερά» και «Δεξιά» κατέληξαν με τις ίδιες λανθασμένες συνταγές, στην πραγματικότητα θα λέγαμε ότι η Αριστερά (ακόμη και ως ιδέα) μετατράπηκε σε Δεξιά, ως προς την οικονομική πολιτική.

Έτσι αυτό που απόμεινε στους αριστερά καθήμενους ήταν μια αόριστη ηθική ανωτερότητα που ενώ μπορεί να βασίζεται στην ίδια συνταγή, διατηρεί το αποκλειστικό προνόμιο (ως θρύλημα) να προωθεί έναν λόγο βασισμένο στον δικαιωματισμό και στην ισότιμη διανομή του πλούτου.

Όσο κι αν ακόμη κάποιοι αδυνατούν να το κατανοήσουν ή να τ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

echo ‘’ ;