18.1 C
Athens
Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
Αρχική Blog Σελίδα 5273

Το νέο είδος πολιτικής και οργάνωσης που απαιτείται σήμερα

0

Όπως έδειξε και η παρούσα κρίση, επιστροφή στο εθνικό κοινωνικό κράτος
πρόνοιας είναι αδύνατη. Και αυτό όχι μόνο στην Ελλάδα. Οι στενές και
πολύμορφες οικονομικές σχέσεις κρατών και περιοχών στα πλαίσια της ΕΕ
και της παγκοσμιοποίησης καθιστούν κυριολεκτικά αδύνατον για οποιαδήποτε
εθνική κυβέρνηση να διαχειριστεί ανεξάρτητα την οικονομία και το
περιβάλλον της επικράτειάς της. Οι οικονομικές και περιβαλλοντικές
επιπτώσεις ξεπερνούν τα στενά εθνικά όρια και τα σύνορα.

Από την
άλλη, οι αποφάσεις των κομμάτων εξουσίας για οποιεσδήποτε αλλαγές
καθορίζονται από τα συμφέροντα της παγκόσμιας-τοπικής χρηματοπιστωτικής
ελίτ και των πολυεθνικών και έχουν να κάνουν περισσότερο με τη
διαχείριση αυτών των συμφερόντων. Οι πολίτες παντού και πολύ περισσότερο
στην Ελλάδα, έχουν ελάχιστη δύναμη να επηρεάσουν τις πολιτικές και
οικονομικές διαδικασίες, που καθορίζουν τη ζωή τους. Βλέπουν ότι
αποκλείονται καθημερινά από το σημερινό «δημόσιο» χώρο. Η
«αντιπροσωπευτική δημοκρατία» των σύγχρονων επαγγελματιών πολιτικών και
των κομμάτων εξουσίας, προάγοντας τα συμφέροντα των ολίγων ισχυρών, έχει
απογοητεύσει σε μεγάλο βαθμό τους ανθρώπους.

Τα άλλα κόμματα(είτε
αριστερά, είτε περιβαλλοντικά), από τη στιγμή που επιδιώκουν την
κατάληψη της εξουσίας στο κράτος οδηγούνται σε μορφές οργάνωσης, που εκ
των πραγμάτων διαχωρίζουν τους πολίτες σε μέλη και μη μέλη τους. Πέρα
από το γεγονός ότι και στα πλαίσιά τους δεν εφαρμόζεται η δημοκρατία
πρόσωπο με πρόσωπο και τις αποφάσεις τις παίρνουν ουσιαστικά οι ηγεσίες
τους, δεν έχουν τη δυνατότητα να την υλοποιούν και στις παρεμβάσεις στα
κοινωνικά δρώμενα, στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Τέτοια
συγκεντρωτικά κόμματα, απέτυχαν να εφαρμόσουν την άμεση δημοκρατία και
τον κοινωνικό έλεγχο και στα κράτη του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Εξάλλου
από τη στιγμή που ένα κόμμα δημιουργείται σε εθνικό επίπεδο κεντρικά,
αποκτά αμέσως τον χαρακτήρα μιας μεγα-δομής. Κάθε πολίτης -μέλος ή μη
μέλος- νοιώθει αδύναμος να ελέγξει τις εξελίξεις στο κόμμα αυτό, και
έτσι εύκολα αποφασίζει ότι δεν τον αφορά. Αν όμως δημιουργείται μια
Ριζοσπαστική Κίνηση Πολιτών (με το χαρακτηριστικό της «δημοκρατίας εν
δράσει») από πολίτες-που ο καθένας ξέρει τον άλλο και υπάρχει
εμπιστοσύνη ότι η συμμετοχή συνδέεται με την κοινωνική προσφορά και όχι
με την ατομική κοινωνική και πολιτική ανέλιξη-και αν η Κίνηση θέλει να
παρέμβει με αμεσοδημοκρατικό τρόπο σε τοπικό επίπεδο για να αλλάξει την
ζοφερή πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, τότε ο απλός -και όχι μόνο ο
ενεργός πολίτης -θεωρεί ότι κάτι τέτοιο είναι στα μέτρα του.

Πείθεται
πιο εύκολα ότι το ζήτημα τον αφορά και θα θέλει να συμμετάσχει,
ανεξάρτητα από ποιόν κοινωνικό ή πολιτικό χώρο επηρεάζεται. Φυσικά
τέτοιες Κινήσεις δεν ενδιαφέρουν μέλη υπαρχόντων κομμάτων, που η
ενασχόλησή τους με τα κοινά καθορίζεται από την πελατειακή σχέση με το
κόμμα τους ή από τον αριβισμό τους. Θα ενδιαφέρει όμως ανιδιοτελή τους
μέλη-πρέπει να υπάρχουν και τέτοια-που η τοπική Κίνηση μπορεί να είναι
σε θέση να διακρίνει κάθε φορά.

Τη πρώτη «μαγιά» μιας τέτοιας
Κίνησης μπορούν να αποτελέσουν πολίτες της τοπικής κοινωνίας, που ήδη
συμμετέχουν σε διάφορα κοινωνικά, οικολογικά και πολιτικά κινήματα και
που συνήθως δεν έχουν κομματικές εξαρτήσεις. Είναι αυτοί που έχουν
ονομασθεί γενικά «ενεργοί πολίτες» ή «ακτιβιστές» για την επίλυση
διάφορων θεματικών προβλημάτων καθώς και μέλη του αντιπαγκοσμιοποιητικού
κινήματος των τελευταίων χρόνων, είναι αξιόλογοι άνθρωποι-μέχρι τώρα
αποστασιοποιημένοι- αλλά προερχόμενοι από τους ιστορικούς ιδεολογικούς
χώρους του σοσιαλιστικού, αναρχικού, κομμουνιστικού και οικολογικού
προτάγματος.

Αυτή η πρώτη «μαγιά» που αναλαμβάνει τη πρωτοβουλία, δεν
περιχαρακώνεται. Φροντίζει να πλαισιωθεί, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, από
απλούς πολίτες που θα αποφασίσουν ότι δεν πάει άλλο και δεν έχουν να
περιμένουν τίποτα από κανένα μηχανισμό ή «πεφωτισμένη» προσωπικότητα.
Από πολίτες που σε μια σειρά τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων ψήφισαν
με τον τρόπο τους τον «κανένα». Στη συνέχεια φροντίζουν όλοι μαζί να
πετύχουν μεταξύ τους καταρχήν μια συναίνεση σε ένα πρόγραμμα τοπικής
παρέμβασης στα καθημερινά κοινωνικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά
προβλήματα.

Η παρέμβαση αυτή δεν θα χαρακτηρίζεται μόνο από την
αντίσταση στις πρακτικές διακυβέρνησης του κεντρικού και περιφερειακού
κράτους, αλλά και από εναλλακτικές προτάσεις. Από προτάσεις για άμεσα
υλοποιήσιμες δομές, που θα δίνουν λύσεις «εδώ και τώρα» και που μπορούν
να λειτουργούν σαν παράδειγμα για εκτεταμένους κοινωνικούς
πειραματισμούς, στους οποίους μπορεί να εμπλέκεται όλη η κοινωνία, γιατί
θα αφορούν στο παρόν της καθώς και στο μέλλον των επερχόμενων γενιών.
Αυτοί οι εκτεταμένοι κοινωνικοί πειραματισμοί(όπως π.χ. ο συμμετοχικός
προϋπολογισμός-προγραμματισμός) θα μπορέσουν να πάρουν την τελική τους
μορφή, όταν μια τέτοια Κίνηση ψηφισθεί και αναλάβει τον δήμο ή την
περιφέρεια.

Αν τώρα πολλές τέτοιες πολιτικές κινήσεις, που έχουν σαν
βασικό γνώρισμα την άμεση δημοκρατία και λίγο ως πολύ το ίδιο πρόγραμμα
παρέμβασης για την κοινωνία και το περιβάλλον, βρεθούν και συνδεθούν στη
συνέχεια με ομοσπονδιακή μορφή(καλό θα είναι να πάρουν και κοινή
ονομασία, για να δίνουν κοινό μήνυμα), μπορούν να δημιουργήσουν στην
ουσία, σε περιφερειακό ή και εθνικό επίπεδο, μια καινούργια κοινωνική
και πολιτική δομή.

Πολλοί μπορεί να την ονομάσουν νέας μορφής «κόμμα»,
αλλά θα είναι διαφορετική από τις δομές των κομμάτων που ξέρουμε μέχρι
τώρα . Ο στόχος μιας τέτοιας κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης θα είναι
η συμμετοχή των πολιτών σε όλα τα επίπεδα της δημοτικής, περιφερειακής
και εθνικής δημόσιας σφαίρας, ώστε και μέσα από αυτή τη συμμετοχή να
είναι δυνατή η μετατροπή του πολίτη-καταναλωτή υπαρχουσών κομματικών
προγραμμάτων- σε πολίτη διαμορφωτή οικονομικού, κοινωνικού,
περιβαλλοντικού και πολιτικού προγράμματος ικανού να εξασφαλίσει
πλειοψηφίες. Πρώτα στους δήμους και τις κοινότητες, μετά στις
περιφέρειες και στη συνέχεια σε εθνική επικράτεια. Ώστε να εφευρεθούν
και να δημιουργηθούν με συμμετοχή όσο γίνεται μεγαλύτερου μέρους της
κοινωνίας οι καινούργιοι κοινωνικοί- οικονομικοί Θεμοί. Με αυτό τον
τρόπο μπορεί να αυτοθεσμισθεί καλύτερα η αποκεντρωμένη,
αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική κοινωνία της ισοκατανομής της εξουσίας σε
όλα τα επίπεδα.

Αυτή η διαδικασία δεν αποκλείει λοιπόν και τη
παρέμβαση σε εθνικό και ακόμα παραπέρα επίπεδο-ίσα ίσα πρέπει να
επιδιωχθεί-, αλλά ο στόχος αυτής της παρέμβασης θα είναι η συρρίκνωση
του κράτους και των δομών της παγκοσμιοποίησης και η δημιουργία μέσω των
θεσμών της κοινοτητοποίησης-δημοτικοποίησης της παγκόσμιας κοινότητας
των κοινοτήτων.

Η στρατηγική της Τοπικοποίησης (όπως προτείνεται και στο
βιβλίο) για τον καινούργιο πολιτικό πολιτισμό που απαιτείται σήμερα,
είναι πιο ευνοϊκή και για τακτικούς και για ουσιαστικούς λόγους και δεν
οδηγεί στον «τοπικισμό», γιατί από την αρχή ο στόχος είναι η παγκόσμια
συνειδητοποιημένη κοινότητα και όχι η παγκόσμια κυβέρνηση, που προωθούν
οι θεσμοί της παγκοσμιοποίησης.

Η σημερινή κρίση του κομματικού
συστήματος και η «αποστράτευση» των πολιτών δεν μπορεί να ξεπερασθεί με
τη δημιουργία κομμάτων της «παλιάς κοπής». Στη χώρα, η αποχή στις
πρόσφατες εκλογές-που σημειωτέον μαζί με τα λευκά και άκυρα ήταν τελικά ο
νικητής-δείχνει ότι έφθασε επιτέλους η ώρα να προχωρήσουμε σε μια
τέτοια κατεύθυνση. Δεν χρειάζεται να καθορισθούν από την αρχή όλα τα
βήματα για να ξεκινήσουμε!

Πηγή: www.topikopoiisi.com

Τα χαρακτηριστικά της τοπικοποιημένης συλλογικής, κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας

0

Η καπιταλιστική οικονομία στηρίζεται βασικά σε δύο τομείς:

1) Στον
κρατικό τομέα με τη μορφή του «κράτους επιχειρηματία»-που στη φάση της
επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού υποχωρεί υπέρ της ιδιωτικοποίησης των
επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων-ή τη μορφή του «κράτους
πρόνοιας»-που και αυτό υποχωρεί είτε αυτοκαταργώντας τον εαυτό του είτε
ιδιωτικοποιώντας τις κοινωνικές υπηρεσίες.

2)Στον ιδιωτικό τομέα με
τον εταιρικό τρόπο του «επιχειρείν». Αυτός ο τομέας έχει διογκωθεί τόσο
που στη φάση της παγκοσμιοποίησης έχουμε σαν αποτέλεσμα 147 μεγάλες
εταιρείες να ελέγχουν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ οι 737 (στις
οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι 147) να ελέγχουν το 80% της οικονομίας
του πλανήτη!

Υπάρχει όμως και ένας τρίτος τομέας- μεταξύ του
κρατικού και του ιδιωτικού – που έχει αναπτυχθεί σήμερα, και τον
συναντούμε με πολλά ονόματα: κοινωνική οικονομία, αλληλέγγυα οικονομία,
ηθική οικονομία, τρίτος τομέας, λαϊκή οικονομία, κοινωνική και
αλληλέγγυα οικονομία κ.α. Η φαινομενική σύγχυση γύρω από τον ορισμό,
προκύπτει κυρίως γιατί αντανακλά μια έντονη εσωτερική διαμάχη για τη
νοηματοδότηση και την εξέλιξη του φαινομένου.

Σε αυτή την εξέλιξη
συμμετέχει και δρα ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και πολιτικών υποκείμενων,
από μικρές ομάδες γειτονιάς και κοινωνικά κινήματα μέχρι πολυεθνικές
επιχειρήσεις και υπερ-κρατικούς σχηματισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, που
προφανώς διακατέχονται από πολύ διαφορετικές επιδιώξεις και αναφορές.
Ως αποτέλεσμα, ενώ οι λόγοι που αρθρώνονται και οι πρακτικές που
υιοθετούνται κάποιες φορές συγκλίνουν, συχνά αποδεικνύονται ασύμβατοι,
ακόμη και αντιθετικοί, οδηγώντας σε αποκλίνοντα μονοπάτια.

Στον
ελλαδικό χώρο, έχουν επικρατήσει δύο βασικά όροι: είτε ο θεσμικός όρος
«κοινωνική οικονομία» (ήδη έχει ψηφισθεί νόμος από τη Κυβέρνηση), είτε ο
όρος «αλληλέγγυα οικονομία» από μια πληθώρα πρωτοβουλιών βάσης. Το θέμα
δεν είναι δεδομένο και αντικειμενικό. Πρόκειται για όρους και πρακτικές
υπό διαμόρφωση και το σημαντικό είναι να περιγράψουμε ποια
χαρακτηριστικά θέλουμε να πάρει αυτή η οικονομία και εκεί να ρίξουμε το
βάρος.

Καταρχήν καλύτερα είναι να δεχθούμε τον συμπτυγμένο όρο
«κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» συνδυάζοντας τα δύο κύρια ρεύματα
πρακτικής που υπάρχουν και αποδεχόμενοι τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά και
της συμπληρωματικότητας –ως προς την καπιταλιστική οικονομία- και τα
χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλεγγύης των «από κάτω», αφού ο στόχος
είναι να αποτελέσει την οικονομία της μετάβασης προς ένα διαφορετικό από
τον καπιταλισμό κοινωνικό σχηματισμό.

Τα καταρχήν λοιπόν
χαρακτηριστικά που συνοδεύουν την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία
μέχρι τώρα-αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να εξελιχθούν παραπέρα-
είναι:

Διαχείριση υφιστάμενων προβλημάτων με πεδίο αναφοράς την ηθική
διάσταση και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και τη πολιτική διάσταση με
τα κοινωνικά δικαιώματα.

Λειτουργική και θεσμική σύνδεση με το νομικό
πλαίσιο που υπάρχει, αλλά και οικονομική και θεσμική αυτονομία-
ανεξαρτησία με διεκδικητική στάση.

Αρχική διασύνδεση με την αγορά,
αλλά με προτεραιότητα τη σταδιακή αποσύνδεση και την ανάπτυξη
εναλλακτικών- αλληλέγγυων δομών. Η κλίμακα και η μορφή της εσωτερικής
οργάνωσης αυτών των δομών μπορούν να ποικίλουν, ανάλογα με το είδος
μονάδας και τη στόχευση. Αποκλείονται περιπτώσεις μεγάλης κλίμακας και
κάθετης οργάνωσης.

Επιθυμητό το μικρό έως μεσαίο μέγεθος μονάδων και η
έμφαση στην τοπικότητα, στη συμμετοχική και δημοκρατική λειτουργία.
Πεδίο οικονομικής δράσης από αποσπασματικό- με έμφαση σε «αποκατάσταση
ζημιών» και υπηρεσίες πρόνοιας- μέχρι και σφαιρικό, περιλαμβάνοντας το
σύνολο της οικονομικής ζωής, χρηματικής ή μη.

Συνέργειες και διασύνδεση
μεταξύ μονάδων, φορέων, δικτύων και κοινωνικών κινημάτων, που ξεκινούν
από το να είναι θεματικές και εντοπισμένες, αλλά μπορούν και
επεκτείνονται σε διαθεματικές και περιφερειακές. Με απεύθυνση προς την
κοινωνία και τους πολίτες για ευαισθητοποίηση, ενίσχυση, άμεση
συμμετοχή, προσωπική δράση, ενεργοποίηση και συλλογική δράση.

Μια
οικονομική δραστηριότητα στα πλαίσια της κοινωνικής και αλληλέγγυας
οικονομίας σήμερα-με τη μορφή επιχείρησης κοινωνικής βάσης ή
συνεταιριστικής ή συνεργατικής(κολεκτίβας) και έχοντας απορρίψει την
«μεγιστοποίηση» του κέρδους σαν μέτρο της επιτυχίας της οικονομικής
δραστηριότητας- είναι επιτυχημένη, όταν συμβάλει κατά το «μέγιστο»
δυνατό στην συλλογική-κοινωνική ευημερία(και όχι μόνο στην ευημερία των
μελών της, όπως συμβαίνει με την καπιταλιστική επιχείρηση, που σε
ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα μπορεί η οικονομική της επιτυχία να
στηρίζεται στη μείωση ακριβώς της ευημερίας και της ποιότητας ζωής της
υπόλοιπης κοινωνίας).

Η επιτυχία της αποδείχνει ότι στην ουσία ισχύει το
αντίστροφο από ότι ισχυρίζεται ο καπιταλισμός: δεν είναι η ατομική
ευημερία εκείνη που συνεπάγεται αυτόματα και την συλλογική ευημερία,
αλλά η συλλογική είναι αυτή που συνεπάγεται και την ατομική ευημερία.
«Όποιος φροντίζει για όλους, φροντίζει και για τον εαυτό του».

Στη
συνέχεια τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να αποκτήσει κατά την περίοδο
της μετάβασης είναι: να στηρίζεται στη διαφάνεια των στόχων και την
κριτική τους, στη κοινωνική ασφάλεια και υπευθυνότητα με κοινωνική
αναδιανομή των πλεονασμάτων, στην «κοινωνική αναγνώριση της
αναγκαιότητας» των οικονομικών δραστηριοτήτων, στη συλλογική ιδιοκτησία
και χρήση των μέσων παραγωγής, στην δημιουργική και ισότιμη εργασία με
σύγκλιση χειρωνακτικής-πνευματικής και με συνεργατικές σχέσεις των
εργαζομένων στις μονάδες της, στην αυτοδιαχείριση και τη δημοκρατική
συν-απόφαση των χώρων εργασίας, στην αλληλεγγύη προς τις «επηρεαζόμενες»
από την οικονομική δραστηριότητα κοινωνικές ομάδες και άλλα είδη ζωής.

Να αποβλέπει στην «καλή υγιεινή ζωή» υπηρετώντας την συλλογική και
ατομική κοινωνική ευημερία, καθώς και να αποβλέπει στην οικολογική
βιωσιμότητα και τις μικρές αποστάσεις, στηριζόμενη περισσότερο στους
τοπικούς φυσικούς πόρους(«οικονομία της εγγύτητας»). Να αποβλέπει επίσης
στην όσο γίνεται μεγαλύτερη αυτοδυναμία των περιοχών και στις δίκαιες
ανταλλαγές μεταξύ τους.

Αυτά τα χαρακτηριστικά θα συνδέονται προφανώς
και με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας της μετάβασης, η
οποία για να μπορέσει να κινηθεί πλειοψηφικά προς αυτήν-τη μεταβατική
κοινωνία- θα χρειασθεί να έχει από τα πριν σκιαγραφήσει ποιο θα είναι το
κοινωνικά αποδεκτό «συλλογικό- κοινωνικό όφελος».

Το τι θα θεωρείται
συλλογική κοινωνική ευημερία δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα μιας
γενικότερης δημοκρατικής(αμεσοδημοκρατικής) συζήτησης και συμφωνίας από
την ίδια την κοινωνία της μετάβασης. Υπάρχουν όμως ήδη αρκετά δεδομένα,
ώστε να μη περιμένουμε να βρεθεί πρώτα η κοινωνία σε περίοδο μετάβασης
και μετά να καθορίσουμε την «κοινωνική ευημερία», σαν ένα νέο «κοινωνικό
συμβόλαιο». Μπορούμε να ξεκινήσουμε ήδη από τώρα να τη σκιαγραφούμε,
ώστε κάνοντάς την ελκυστική για την κοινωνική πλειοψηφία, να συμβάλουμε
και στο να αποφασίσει να κινηθεί η ίδια προς τα εκεί.

Στην Ε.Ε. η
«από τα πάνω» προώθηση της κοινωνικής οικονομίας, στην καθαρά
συμπληρωματική προς την καπιταλιστική μορφή της, φαίνεται ότι αποτελεί
και πολιτική επιλογή των κρατικών μηχανισμών. Οι επιδιώξεις της επιλογής
αυτής μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ευρείας αντιπαράθεσης και να
μην αποτελούν την βάση, ώστε να περιορίσουμε το φαντασιακό μας, όσον
αφορά την οικονομία της μετάβασης. Πολύ περισσότερο, όταν απαντούνται
στις ευρωπαϊκές χώρες ιδιαίτερα σημαντικά ρεύματα «από τα κάτω» που
αποκλίνουν από το δρόμο της καθεστωτικής προώθησης.

Θα χρειασθεί
βέβαια να απαντήσουμε με καθαρό τρόπο το εύλογο ερώτημα: στην Ελλάδα των
μνημονίων και της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, πώς
ανταποκρινόμαστε στην εισαγωγή στις ζωές μας και στο δημόσιο διάλογο για
αυτήν την οικονομία; Είναι ευκαιρία να δείξουμε ότι δεν πρόκειται μόνο
για μια αλληλέγγυα διαχείριση των συνεπειών της κρίσης, αλλά για μια
οραματική και ζωογόνα αναζήτηση μιας καλύτερης, συνεργατικής οικονομίας
των αναγκών, που μπορεί να αποτελέσει και τη βάση μιας νέας και βιώσιμης
ελληνικής κοινωνίας.

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα καλύτερα, θα
χρειασθεί να ακολουθήσουμε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία: όσοι
συμφωνούν με τον στόχο της διαμόρφωσης ήδη από τώρα της οικονομίας της
μετάβασης με τα παραπάνω χαρακτηριστικά και όσες συλλογικότητες το έχουν
βάλει ήδη σαν σκοπό της δραστηριότητάς τους, να δημιουργήσουμε μαζί
έναν σταθερό θεσμό που θα έχει για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα
(π.χ. ένα χρόνο ) σαν αντικείμενο την απάντηση αυτού του ερωτήματος.

Μπορεί να πάρει τη μορφή ενός «συμβουλίου της κοινωνικής και αλληλέγγυας
οικονομίας», το οποίο μπορεί να εκλεγεί απευθείας από μια πανελλαδική
συνάντηση, που θα χρειασθεί να οργανωθεί με αυτό το θέμα. Να
διαμορφώσουμε «από τα κάτω» τα χαρακτηριστικά της και όχι όπως έγινε με
τον νόμο της κυβέρνησης, με τον οποίο δεν ασχολήθηκαν ούτε καν οι
βουλευτές τους.

Οι στόχοι του «συμβουλίου» θα είναι δύο βασικά: 1) να
καθορίσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλέγγυας
οικονομίας και 2) να βρει τα ποσοτικά κριτήρια μετρησιμότητας αυτών των
ποιοτικών χαρακτηριστικών, ώστε να είμαστε σε θέση να κρίνουμε αν μια
σημερινή οικονομική μονάδα ανήκει στον τομέα της κοινωνικής –συλλογικής
και αλληλέγγυας οικονομίας. 

Μετρήσιμα κριτήρια για την κοινωνική, αλληλέγγυα και οικολογικά ισορροπημένη οικονομία

Χρειάζεται
καταρχήν ο ορισμός του τι θεωρούμε σαν επιτυχία για μια οικονομική
δραστηριότητα κοινωνικής, αλληλέγγυας και οικολογικά ισορροπημένης
οικονομίας.

Όπως είναι γνωστό– και αυτό δεν αμφισβητείται πλέον και
από συμβατικούς οικονομολόγους- το ΑΕΠ, συμπεριλαμβάνοντας π.χ. αξίες
που δημιουργούνται από ασθένειες, ατυχήματα, περιβαλλοντικές ή φυσικές
καταστροφές, ακόμα και από πολέμους στο εξωτερικό, δεν μπορεί να είναι
κατάλληλος δείκτης περιγραφής της ευημερίας και πολύ περισσότερο της
ευτυχίας ενός λαού. Δε θα πρέπει άρα να μείνουμε στον δείκτη του ΑΕΠ για
την μακροοικονομία. Έτσι και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να
παραμείνουμε στον σημερινό δείκτη του χρηματοοικονομικού ισοζυγίου των
καπιταλιστικών επιχειρήσεων στην μικροοικονομία, που στηρίζεται μόνο
στην ατομική ιδιοκτησία, στα κόστη, στις επενδύσεις, στα κέρδη και στους
προϋπολογισμούς.

Θα χρειασθεί λοιπόν να καθορίσουμε λεπτομερέστερους
δείκτες για να εκφράσουμε την επιτυχία σε σχέση με την κοινωνική
ευημερία-ικανοποίηση και την ποιότητα ζωής, την ποιότητα και την διανομή
των αγαθών, την συμμετοχή-συναπόφαση των πολιτών, την ισότητα των
φύλλων, την ποιότητα-προστασία του περιβάλλοντος, τη συλλογική-κοινωνική
ιδιοκτησία κ.λπ. Και αυτοί οι δείκτες να συγκεκριμενοποιηθούν και για
τις οικονομικές δραστηριότητες της κοινωνικής και αλληλέγγυας
μικροοικονομίας. Για να καθορισθούν βέβαια όλοι αυτοί οι δείκτες
οριστικά θα χρειασθεί να ακολουθηθεί μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία στα
πλαίσια της κοινωνίας της μετάβασης. Τώρα δεν είμαστε σε θέση να
κάνουμε κάτι παραπάνω από το να τους σκιαγραφήσουμε μόνο και να τους
προτείνουμε.

Στο δρόμο προς την παραπάνω οικονομία οι σημερινές
επιχειρήσεις και οι νεοδημιουργούμενες, για να διαφέρουν από τις
υπάρχουσες καπιταλιστικές, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να έχουν ζημίες.
Απλά δε θα έχουν σα στόχο το «μέγιστο κέρδος», που είναι ο στόχος των
καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση όχι κέρδος για το κέρδος,
ούτε δημιουργία ατομικής ιδιοκτησίας-αλλά συλλογικής των
νεοδημιουργούμενων αξιών χρήσης. Η έννοια του κέρδους γίνεται αποδεκτή
μόνο με την έννοια του περιορισμένου μέσου για αυστηρά καθορισμένους
κοινωνικούς-οικολογικούς σκοπούς. Καλύτερα να το ονομάσουμε πλεόνασμα.
Επιδίωξη λοιπόν πλεονασμάτων για την εξυπηρέτηση κοινωνικά αποδεκτών
στόχων, οικολογικά βιώσιμων, που προωθούν ταυτόχρονα την οικονομική
δημοκρατία και την κοινωνική αλληλεγγύη.

Έχοντας κάνει εκ των
προτέρων αποδεκτούς τους παραπάνω στόχους των οικονομικών δραστηριοτήτων
μπορούμε για παράδειγμα να θέσουμε σε συζήτηση ένα πίνακα
αξιών-κριτιρίων(οριζόντιος άξονας: Ανθρώπινη
αξιοπρέπεια, Εμπιστοσύνη, Αλληλεγγύη, Οικολογική βιωσιμότητα, Κοινωνική
δικαιοσύνη, Δημοκρατική συμμετοχή, Ατομική/συλλογικήιδιοκτησία) και
κοινωνικών ομάδων που τους αφορά η κάθε οικονομική δραστηριότητα (κάθετος
άξονας: Πελάτες-καταναλωτές,Συνεργαζόμενες επιχειρήσεις,
Προμηθευτές-χρηματοδότες, Περιοχή-Εντοπιότητα, Πολίτες-θεσμοί απόφασης,
Μελλοντικές γενιές,Προϊόν/Υπηρεσία, Πλεόνασμα) και να τον συμπληρώσουμε
ανάλογα(καλύτερα να συμπληρωθεί πλήρως από το «συμβούλιο» της κοινωνικής
και αλληλέγγυας οικονομίας που προτείνεται στο κείμενο για τα
χαρακτηριστικά της)

Κάθε χαρακτηριστικό στα κουτάκια θα πρέπει να
βαθμολογείται με ένα βαθμό, ώστε να αξιολογείται καλύτερα και ποσοτικά η
εξέλιξη-βελτίωση της κάθε οικονομικής τέτοιας δραστηριότητας σε σχέση
με την αξία-κριτήριο αξιολόγησης(π.χ. στο πρώτο κουτάκι μία επιχείρηση
κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας μπορεί να βαθμολογηθεί-και αυτό να
γίνεται δημόσια γνωστό-ως εξής: αυτό-οργάνωση ωραρίου 20, παιδικός
σταθμός 25, φροντίδα 15, μετεκπαίδευση 10, κ.λπ.

Όσο περισσότερους
συνολικά βαθμούς συγκεντρώνει το οικονομικό εγχείρημα τόσο περισσότερο
ποιοτικά μπορεί να χαρακτηρίζεται σαν «εγχείρημα κοινωνικής και
αλληλέγγυας οικονομίας» από το «συμβούλιο» και αυτό να γίνεται δημόσια
γνωστό, ώστε να «πριμοδοτείται» από το κίνημα της μετάβασης. Μπορούμε να
καθορίσουμε και διαβαθμίσεις στη προσπάθεια κάθε τέτοιου εγχειρήματος
για μεγιστοποίηση της βαθμολογίας του: π.χ μέχρι το 200 η πρώτη βαθμίδα,
μέχρι 400 η δεύτερη, μέχρι 600 η Τρίτη, κ.ο.κ(χαρακτηρίζοντας και τα
προϊόντα ή τις υπηρεσίες του με αντίστοιχο χρώμα).

Να σταθούμε λίγο
στο θέμα της παραγωγής πλεονάσματος που είναι σημαντικό γιατί συνδέεται
με την έννοια του σημερινού καπιταλιστικού κέρδους. Το πλεόνασμα μπορεί
να είναι χρήσιμο, αλλά μπορεί και να γίνεται και επιζήμιο.

Σήμερα
φαίνεται καθαρά αυτό σε επίπεδο εθνικών οικονομιών, όπου τα πλεονάσματα
μιας χώρας είναι συνήθως ελλείμματα άλλων χωρών, ή ότι τα κέρδη μιας
επιχείρησης μπορεί να οφείλονται σε ζημιές άλλων(ανταγωνισμός) ή σε
ζημιές της υπόλοιπης κοινωνίας(εκμετάλλευση εργασίας της) ή σε ζημιές
του περιβάλλοντος( εκμετάλλευση της φύσης). Είναι σαν το μαχαίρι που
μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς για να κόψει τη σαλάτα του, αλλά και
για να μαχαιρώσει το διπλανό του. Το αν θα είναι χρήσιμο θα εξαρτηθεί
από τις αποφάσεις κάθε φορά για το ποιοί θα επωφελούνται από αυτό το
πλεόνασμα και που αυτό θα «επενδύεται», σύμφωνα με τα αναφερθέντα πιο
πάνω.

Επειδή για τη δημιουργία ενός τέτοιου εγχειρήματος θα
χρειασθούν αρχικοί οικονομικοί πόροι και παραγωγικά μέσα, τα οποία
προφανώς θα εξασφαλισθούν από τους αρχικά συμμετέχοντες συνολικά ή
μερικά-κάποιοι διαθέτουν κάποιες οικονομίες, άλλοι θα διαθέτουν
μελλοντική εργασία κ.λπ. και επομένως θα υπάρχει κάποια αρχική συλλογική
ή ατομική ιδιοκτησία-θα μπαίνει ζήτημα αρχικής συμφωνίας για το αν
αρχική ατομική ή συλλογική ιδιοκτησία, καθώς και η εργασία, θα έχει
δικαίωμα απολαβής «μερίσματος» από το πλεόνασμα ή αν το πλεόνασμα θα
επενδύεται μόνο σε κοινωνικούς ή οικολογικούς σκοπούς.

Ένα
παράδειγμα: δημιουργείται ένας συνεταιρισμός ή μια εταιρεία κοινωνικής
βάσης για παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ. Ο κάθε συμμετέχων πολίτης-σα
–σύμφωνα με τη θέλησή του-της και τις δυνατότητές του-της διαθέτει από
την αρχή ένα ποσό, ώστε να κατασκευασθεί η εγκατάσταση. Η συνέλευση των
συμμετεχόντων θα πρέπει να έχει αποφασίσει από την αρχή, αν μέρος του
πλεονάσματος θα μοιράζεται στα μέλη ή θα επενδύεται όλο για να
κατασκευάζονται νέες εγκαταστάσεις, που θα είναι αναγκαίες για να
ξεφύγουμε από τον λιγνίτη και το πετρέλαιο.

Μπορεί στην αρχή-για να
πεισθούν και οι μικροαποταμιευτές να αποσύρουν τις οικονομίες τους από
τις τράπεζες, που έτσι και αλλιώς δίνουν ένα πολύ μικρό επιτόκιο ή
καθόλου-ένας τέτοιος συνεταιρισμός να αποφασίσει να μοιράζει στα μέλη
του το 1-2% του πλεονάσματος και το υπόλοιπο για
κοινωνικούς-οικολογικούς σκοπούς. Μια τέτοια δραστηριότητα ανήκει φυσικά
στην οικονομία της μετάβασης, αλλά θα κατατάσσεται ανάλογα με τη
διαβάθμιση που προτείνουμε παραπάνω. Γιατί ο τελικός στόχος μιας
οικονομίας των αναγκών, που διεκδικεί να είναι αντικαταναλωτική και
δίκαιη θα πρέπει να είναι: εισόδημα να δημιουργεί μόνο η εργασία! Έτσι
μπορεί να κατανεμηθεί σωστά η αναγκαία κοινωνικά εργασία και να μειωθεί
ταυτόχρονα χρονικά η εργασία που αντιστοιχεί στον καθένα.

Ο πυρήνας
του καπιταλισμού στηρίζεται στη «νόμιμη» διαδικασία που μεταφέρει την
υπεραξία που παράγεται από την εργασία και τη φύση(η φύση συμμετέχει
στην παραγωγή υπεραξίας υπερεκμεταλλευόμενη με τέτοιους ρυθμούς, που δεν
προλαβαίνει η ίδια να αναπαράγει τους φυσικούς της πόρους), στους
έχοντες την εξουσία κεφαλαιούχους και ιδιοκτήτες.

Αυτοί- ιδίως οι
πλούσιοι, ακόμα και όταν συμμετέχουν σαν μάνατζερς στη παραγωγική
διαδικασία-δεν απολαμβάνουν μόνο εισόδημα από την τυχόν εργασία τους,
αλλά κύρια από την κατοχή κεφαλαίων και μέσων παραγωγής με τη μορφή
κερδών ή τόκων και μερισμάτων των επενδύσεών τους. Αυτή η δυνατότητα
τους μετατρέπει -στη πλειοψηφία τους- σε άπληστους ανθρώπους, παρόλο που
μπορεί, είτε η καταγωγή τους, είτε η ιδεολογία τους, είτε η θρησκεία
τους, να μη τους το επιτρέπει.

Για να απορριφθεί αυτό το επίκτητο
χαρακτηριστικό της απληστίας-κληρονομημένο πιθανά στον καθένα από τον
καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης- δε θα πρέπει να
δημιουργούμε εισόδημα στο μέλλον από την ατομική ιδιοκτησία μέσων και
κεφαλαίου. Διαφοροποιήσεις στο εισόδημα μπορούν να γίνονται αποδεκτές
μόνο στη βάση της ηθελημένης επιπλέον εργασίας.

Στα πλαίσια ενός
συγκεκριμένου οικονομικού εγχειρήματος λοιπόν μπορεί να αμείβεται
κάποιος για περισσότερες ώρες δουλειάς, αλλά να έχουν τεθεί και όρια
μεταξύ κατώτερης και ανώτερης αμοιβής. Δε θα πρέπει όμως στην εξέλιξή
του να εξασφαλίζει και εισόδημα για μη εργαζόμενους αρχικούς
«επενδυτές», παρόλο που στην αρχή-για λόγους που αναφέρθηκαν στο
παραπάνω παράδειγμα-πιθανά να είναι απαραίτητο για κάποιο διάστημα. Σε
καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει ένα τέτοιο εγχείρημα να εξελιχθεί σε
μετοχική εταιρεία, όπως οι σημερινές.

Οι μετοχική συμμετοχή των αρχικών
μελών του εγχειρήματος δε μπορεί να μεταβιβάζεται απρόσωπα σε τρίτους.
Αν κάποιο μέλος θα θέλει να αποχωρήσει μελλοντικά, μπορεί να
αποζημιώνεται από τα αποθεματικά-που θα χρειασθεί να δημιουργούνται από
τα πλεονάσματα, για αυτό αλλά και για άλλους σκοπούς- ή να μεταβιβάζει
τη μετοχή του σε άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, αποδεκτό από τη συνέλευση
των μελών. Δε θα πουλά λοιπόν μετοχές στην απρόσωπη αγορά, αλλά μπορεί
να εξασφαλίζει νέα κεφάλαια και μέσα: 1) από την «προίκα» που μπορούν να
φέρουν τα νέα εργαζόμενα μέλη τα οποία θα θέλουν να συμμετάσχουν στο
εγχείρημα 2) από δάνεια ή δωρεές άλλων συνεργαζόμενων με αυτό
εγχειρημάτων 3) από χρηματοδότηση πιστωτικών οργανισμών της κοινωνικής
και αλληλέγγυας οικονομίας που θα υπάρχουν ή θα δημιουργούνται, στο
πρότυπο των σημερινών «ηθικών και δημοκρατικών ή συνεταιριστικών
τραπεζών».

Στη κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία δεν θα υπάρχει
χρηματοπιστωτικός τομέας με τη μορφή του σημερινού καπιταλιστικού
«καζίνου». Οι πιθανοί μικροί τόκοι που μπορούν να απαιτούν οι πιστωτικοί
αυτοί οργανισμοί της θα δικαιολογούνται μόνο στη βάση των λειτουργικών
δαπανών τους και όχι στη βάση διανομής κερδών στα μέλη(και αυτοί οι
οργανισμοί-συλλογικότητες θα διανέμουν εισόδημα μόνο στους εργαζόμενούς
τους, πέρα από την εξασφάλιση των λειτουργικών εξόδων τους). Σε τέτοιους
πιστωτικούς συνεταιρισμούς-που βέβαια θα λειτουργούν με δημοκρατική
διαφάνεια για να διεκδικούν την ένταξή τους στην οικονομία της
μετάβασης- μπορούν να καταθέτουν για παράδειγμα τα για το επόμενο
χρονικό διάστημα αχρείαστα πλεονάσματά τους, τα υπόλοιπα οικονομικά
εγχειρήματα της εν λόγω οικονομίας. Έτσι το χρήμα θα ξαναγίνει μέσο για
την λειτουργία της κοινοτικής οικονομίας και όχι μέσο πλουτισμού των
ατόμων προκατόχων του.

Εξάλλου είναι υλοποιήσιμη και η δυνατότητα
δημιουργίας από τώρα ενός “εσωτερικού νομίσματος” της κοινωνικής και
αλληλέγγυας οικονομίας, ώστε να ανταλλάσσουν μεταξύ τους -σε μια δίκαιη
βάση- όλες οι οικονομικές μονάδες, που θα εντάσσονται στον τομέα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των “μνημονίων”

0
Οι σημερινοί μας πολιτικοί «ηγέτες» και τα
κόμματα εξουσίας κάνουν πως δε βλέπουν ότι η ελληνική κρίση είναι η
«εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το
καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Η κατάσταση μπορεί να σκιαγραφηθεί απλά ως εξής: οι
υπάρχουσες οικονομικές αξίες(πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας, καταναλωτικά
προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ.) εκφρασμένες σε χρήμα π.χ. σε δολάρια που
είναι σήμερα το παγκόσμιο νόμισμα, θα ήταν περίπου 60-70 τρις.

Οι διάφορες μορφές χρήματος, που
κυκλοφορούν από τους κατέχοντες, φθάνουν στα 700 τουλάχιστον τρις
δολάρια. Η σχέση πραγματικών αξιών προς χρηματικές αξίες είναι  1: 10
(πολλές εκτιμήσεις την ανεβάζουν στο 1: 15 ή 1:17). Υπάρχει δηλαδή μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα
οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου
πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο
χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό
είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα τις πλειοψηφίες
του. Η οικονομική κρίση, έχει γίνει καθαρό σε όλους, οφείλεται στο
γεγονός ότι η καπιταλιστική οικονομία κινείται  πλέον με βάση το χρέος.

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας
κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007)
πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις
τράπεζες.  Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των
επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων. Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών
επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο
προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως
των καταναλωτικών χρεών.  Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα
κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης. Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων
και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον
εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να
μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω». Η ελίτ κατόρθωνε μέχρι τώρα να έχει την συναίνεση αυτών
των στρωμάτων, υποσχόμενη ότι μπορεί να τους αυξάνει το μερίδιο της
πίτας με το να την βοηθούν να μεγαλώνει τη συνολική πίτα μέσω της
«ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη
συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα
θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.

Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν
ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων
πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η
καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική. Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και
η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην
Ν.Α. Ασία(αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των
πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει. Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.

Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και
η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η
αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η
έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην
μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των
ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών
αναγκών τους. Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών
δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των
αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη.

Αλλά και του περιβάλλοντός
του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να
αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας. Δεν είναι βασικά  η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία»
των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης
οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη
αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της. Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε
οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές,
και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι
περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός
της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργία οικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές
συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους
και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.

Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες
γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι
και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν
σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι
νέες γενιές-αποκαταστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν
θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον. Με τη βοήθεια των καινούργιων μέσων επικοινωνίας και
εικόνας όμως, όλος ο κόσμος μπορεί καθημερινά πια να αντιλαμβάνεται ότι
ο πλανήτης μας είναι πεπερασμένος, δεν διαθέτει απεριόριστους πόρους,
ούτε μπορεί να απορροφήσει τα όλο και περισσότερα απόβλητά μας.

Είναι μια μικρή γαλάζια σφαίρα που
ταξιδεύει μοναχικά στο απέραντο διάστημα και δεν υπάρχει κοντά μας
άλλος τέτοιος πλανήτης, όπου θα μπορούσαν να μετακομίσουν ένα μέρος του
αυξανόμενου παγκόσμιου πληθυσμού(μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν
έναν δεύτερο τέτοιο πλανήτη, αν συνεχίζαμε να έχουμε το κυρίαρχο
σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης).

Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας
αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για την ελίτ όλο και
μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους
εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί
τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την «φουσκώνει», αφού δε μπορεί να
την μεγαλώνει. Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων.
Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων
εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού
συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως
στα κράτη της Ν. Ευρώπης.

Όσον αφορά στην Ελλάδα

Η
Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της
μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν
στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση,
καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές
υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές. Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς
να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος
του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η
είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του
κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.

Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις
«χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις
τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η
μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του
2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και
για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία
της. Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv
συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvω τo
42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv
δημoσίωv στηv υπoδoμή.

Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία»
της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει
προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος
τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία. Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων». Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις
των κομμάτων των «μνημονίων», θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια»
της τρόικα-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν τα χρέη
στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.

Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε
μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις
συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα
προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο
των μεσαίων τάξεων. Όσον αφορά στην Ελλάδα, που υπήρξε ιδιαίτερα
επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το
«πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της
ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.

Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες
–εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι
η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από
κάτω». Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα
στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια
στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων
εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την
εξαθλίωσή τους.

Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα»
πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρα δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για
την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με  δημιουργία
ελλειμμάτων στους φυσικούς πόρους και την οικονομία της, ώστε να
συνεχίζεται η δανειοδότηση για την κάλυψη αυτών των ελλειμμάτων και την
πληρωμή των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια».

Για να
συνεχίζεται η εξάρτησή της από τους “πιστωτές”, για να συνεχίζεται το
«πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς ελίτ. Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν
ότι δε μπορούν, καλύτερα δε μπορούμε η πλειοψηφία των Ελλήνων, να
γυρίσουμε προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που
στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο
οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της
κρίσης, να αντιληφθούμε ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να
«ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της
αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί.

Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση. Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω
της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της
αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της
ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας,
της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους
δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας. Να
αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο
ανάπτυξης και διακυβέρνησης – με τις ψήφους μας σχηματίζονταν οι
κυβερνήσεις που μας οδήγησαν εδώ.

Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και
της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια,
ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους
επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος
διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των
συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.

Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή
πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια
μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να
μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας
εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα “κοινά”. Αν
σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και
αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής,
στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής
για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο
καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.

Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα»,
από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε
πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε
χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά
στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να
διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω».

Δίνοντας λύσεις στην καθημερινότητά τους, να
μπορεί να δημιουργήσει κοινότητες, δίκτυα συνεργασίας και αλληλεγγύης,
συνεταιρισμούς και συνεργατικές ομάδες, μονάδες κοινωνικής οικονομίας με
αυτοδιαχείριση, αυτοπαραγωγή και αχρήματες ανταλλαγές, “τοπικά
νομίσματα” και εναλλακτικούς θεσμούς χρηματοδότησης, κ.λπ.

Τα κόμματα και οι πολιτικές οργανώσεις του
«αντιμνημονιακού» μπλοκ θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε αυτό, αν ρίχνανε
το βάρος, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.

Τα πρώτα βήματα

Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια
στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο
«κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή
της. Περιληπτικά η κατεύθυνση για μια τέτοια μετάβαση θα μπορούσε να
περιλάβει αιτήματα προς τη κεντρική εξουσία σαν τα παρακάτω:

• Να αρνηθούμε τη θέση που έχει σήμερα η χώρα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης.
• Να αρνηθούμε να συμμορφωθούμε με τα μέτρα που
θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, ώστε να εξαναγκασθούν να κάνουν
στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των
συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες
του πληθυσμού.
• Να αρνηθούμε την προτεινόμενη από την ευρωπαϊκή
ελίτ «διάσωση» της Ελλάδας, που στην ουσία είναι διάσωση του
χρεοκοπημένου τραπεζικού της συστήματος. Για αυτό θα χρειασθεί καταρχήν
να γίνει κρατικοποίηση των τραπεζών που χρεοκοπούν και εκκαθάριση των
ισολογισμών τους διαγράφοντας τα «τοξικά προϊόντα». Οι καταθέτες να
εξασφαλίζονται στο ακέραιο και όλες οι υπόλοιπες υποχρεώσεις να
διαγράφονται ή να ικανοποιούνται με ότι περισσεύει. Να μη γίνει καμιά
κατάσχεση πρώτης κατοικίας.
• Ανασυγκρότηση της κεντρικής και τοπικής διοίκησης, με
εθελούσια μετακίνηση προσωπικού από γραφειοκρατικές δομές σε υποδομές
κοινωνικής-περιβαλλοντικής προστασίας-που σήμερα είναι σχεδόν
ανύπαρκτες-για ενίσχυση του κλάδου της κοινωνικής οικονομίας. Οι ΟΤΑ-όπως φαίνεται από την περίπτωση των «χαρατσιών»- μπορούν να πιεσθούν να βοηθήσουν στη δημιουργία των θεσμών της.
• Να απαιτήσουμε έκτακτα μέτρα εσόδων από
τα υψηλά εισοδήματα για να στηριχθούν τα κλυδωνιζόμενα ασφαλιστικά
ταμεία. Να προωθήσουμε και να αναβαθμίσουμε τα συλλογικά-κοινωνικά
αγαθά(σιδηρόδρομος, ενέργεια, νερό, περιβάλλον, έρευνα-καινοτομία),
ενάντια στην επιδιωκόμενη σημερινή ιδιωτικοποίησής τους, ώστε να
λειτουργήσουν σαν παράλληλος «κοινωνικός μισθός», με στόχο να ξαναγίνει η
ποιότητα ζωής δικαίωμα για όλους. Φορολογική μεταρρύθμιση με χαρακτήρα
δικαιοσύνης και αναδιανομής, που θα χρησιμοποιεί τους φόρους και ως
εργαλεία για ενθάρρυνση ή αποθάρρυνση δραστηριοτήτων ανάλογα με τις
επιπτώσεις των τελευταίων στο περιβάλλον και την κοινωνία.
• Μέτρα διαφάνειας και πάταξης της μικρής και μεγάλης διαφθοράς-φοροδιαφυγής, τα οποία θα πρέπει να συνδυαστούν με αποκατάσταση της αίσθησης δικαιοσύνης.
Στη συνέχεια θα απαιτούνταν κάποια βήματα από
σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες για βελτίωση των εισοδημάτων τους μέσα
από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών
για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς
μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και
τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Με προώθηση εναλλακτικών πιστωτικών συνεταιρισμών,
που διαχειρίζονται αποταμιεύσεις μελών και πελατών τους χωρίς
κερδοσκοπικές πρακτικές, και χωρίς την συνήθη αδιαφορία των τραπεζών για
τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις των δράσεων που
χρηματοδοτούν.
Θα χρειαζόταν στη συνέχεια να επαναπροσδιορίσουμε γενικότερα
τις βασικές μας ανάγκες και τον τρόπο ικανοποίησή τους-όσο γίνεται
λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα
συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα,
επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από  τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας  και
την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε
ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των
άμεσων παραγωγών.

Σε μια τέτοια κατεύθυνση τα βήματα θα μπορούσαν να ήταν σαν τα παρακάτω:

• Το πρώτο βήμα θα ήταν η εκπαίδευση ενός ευρέος
δικτύου συνεργείων τεχνιτών, που θα ανασκεύαζε όλα τα κτίρια κάθε
περιφέρειας της χώρας , καθιστώντας τα ενεργειακά αποτελεσματικά και
όπου δυνατόν ενεργειακά αυτάρκη. Αυτή η πολιτική πέρα από την
εξοικονόμιση ενέργειας που θα πετύχαινε, θα δημιουργούσε πελώριο αριθμό
νέων θέσεων εργασίας για μηχανικούς, υδραυλικούς, μονωτές,
ηλεκτρολόγους, οικοδόμους κ.ο.κ. Οι ευκαιρίες για απασχόληση και
δημιουργία θα επεκτείνονταν σε όλες τις κοινότητες και τους δήμους της
χώρας.
• Το ίδιο θα συνέβαινε με την εφαρμογή μιας
στρατηγικής μείωσης και εκμηδενισμού των απορριμμάτων, που θα
δημιουργούσε δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, από συλλέκτες-διαλογείς
απορριμμάτων έως επιστήμονες που θα πρωτοπορούσαν στην εφεύρεση κι
εφαρμογή νέων υλικών και μεθόδων.
• Η εκπαίδευση χιλιάδων νέων ανθρώπων, στα
σχολεία και τις σχολές, στην κηπουρική και την οικο-γεωργία, με σκοπό
να παραγάγουν σε τοπικό επίπεδο όλο και περισσότερα τρόφιμα, για τον
εαυτό τους και για διάθεση στην τοπική αγορά, θα δημιουργούσε επίσης
νέες θέσεις εργασίας. Το καλύτερο θα ήταν βέβαια αν μετατρέπαμε τη χώρα
σε ζώνη οικο-βιο-γεωργίας και ζώνη ελεύθερη από μεταλλαγμένα με ποιοτικά
προϊόντα που θα έχουν και συγκριτικό πλεονέκτημα για εξαγωγές.

  • Να αναβλαστούσαμε τα καμένα δάση, να αποκαταστούσαμε τις λίμνες,τα ποτάμια, τους βιοτόπους και τις παραλίες.
  • Να αναζωογονούσαμε την παράκτια αλιεία καταργώντας την εντατική με τα συρόμενα εργαλεία βυθού.

Με «επιστροφή προς τα μπρος» θα καταφέρναμε να αποκαταστήσουμε το
περιβάλλον μας, ώστε να αξίζει να ζούμε σε αυτό, δίνοντας ποιότητα στη
τροφή και τη ζωή μας.
• Να αποκαταστούσαμε στη διατροφή μας το μεσογειακό διατροφικό μοντέλο με μείωση της κατανάλωσης κρέατος.
• Να δημιουργούσαμε νέα (ή να μετατρέπαμε
τα παλιά) τοπικά βιομηχανικά οικοσυστήματα(απόβλητα μονάδων,
επεξεργάσιμη ύλη για άλλες). Να επανασυστήναμε τη
κλωστοϋφαντουργία-βιομηχανίας ζάχαρης κ.λπ. και γενικά να αναπτύσσαμε
την οικονομία της εγγύτητας.
Να ενισχύαμε την εσωτερική μετανάστευση με
συλλογικές μετεγκαταστάσεις ανέργων νέων των πόλεων στην περιφέρεια, σε
χώρους αυτοπαραγωγής και αυτοδιαχείρισης, απαιτώντας τη στήριξή της από
κεντρικούς ή τοπικούς πόρους(π.χ. για νέους ακτήμονες αγρότες διάθεση
δημόσιας ή δημοτικής γης). Να προχωρήσαμε σε αστικές και περιαστικές
καλλιέργειες για παραγωγή μέρους τουλάχιστον της τροφής του
εναπομείναντος πληθυσμού των πόλεων.
• Να επιδιώκαμε ενεργειακή αυτοδυναμία
μέσω ενεργειακού εφοδιασμού από δημοτικές-διαδημοτικές επιχειρήσεις,
που παράγουν ηλεκ. ενέργεια από ΑΠΕ, κατέχουν τα τοπικά δίκτυα μεσαίας
και χαμηλής τάσης και διαχειρίζονται τη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας
στους τελικούς καταναλωτές της περιοχή τους. Και όλα αυτά να συνδέονται
με καμπάνιες και τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας.
– Να επιδιώκαμε επίσης-όσοι έχουν την
οικονομική δυνατότητα, αφού αποσύρουν τις πιθανές οικονομίες από τις
τράπεζες-να εγκαθιστούν φ/β συστήματα στις στέγες και ταράτσες των
σπιτιών, στις στέγες των αγροτικών υπόστεγων και αποθηκών, σε μη
παραγωγική γη.
– Να εγκαθιστούν μικρές ανεμογεννήτριες σε
ευνοϊκά σημεία μη παραγωγικής γης. Να δημιουργούν μη κερδοσκοπικές
εταιρείες και συνεταιρισμούς, εταιρείες λαϊκής βάσης( π.χ. ετερόρρυθμες)
κ.λπ. για την παραγωγή ενέργειας από μικρές εγκαταστάσεις ΑΠΕ και
διάθεσή της στα τοπικά δημοτικά δίκτυα. Το ίδιο με τον εφοδιασμό σε
πόσιμο νερό μέσω συνεταιρισμών διαχείρισής των λεκανών απορροής και των
πηγών του.
Να συρρικνώναμε το συγκεντρωτικό κράτος μεταφέροντας δικαιοδοσίες και πόρους προς μια όσο γίνεται πιο αποκεντρωμένη Τοπική Αυτοδιοίκηση(Τ.Α.) και κοινωνία.
Παράλληλα η αισθητή βελτίωση των
δημοσίων μεταφορών, ιδίως του σιδηρόδρομου, θα μείωνε τις εκπομπές
θερμοκηπικών αερίων, θα συνέβαλε στην κοινωνικότητα των ανθρώπων-πράγμα
που διέλυσε μεταξύ των άλλων και η αυτοκίνηση- και θα μείωνε το κόστος
των μεταφορών που επιβαρύνει σήμερα όλα τα μεταφερόμενα προϊόντα. Οι
ραδιοσυχνότητες, οι συχνότητες τηλεπικοινωνίας κ.λπ. θα μετατρέπονταν σε
κοινωνικά-συλλογικά αγαθά-που είναι από τη φύση τους-και δε θα
παρέμειναν σε ιδιωτικά χέρια, αλλά σε συνεταιρισμούς και συνεργατικές
επικοινωνίας και ενημέρωσης.

Χρειάζεται λοιπόν ένα κίνημα,
που θα οδηγήσει στη μετάβαση από την «ατομική απληστία» στη «συλλογική
ωφέλεια», με πυλώνες την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική και
οικολογική βιωσιμότητα. Γι αυτό χρειάζεται επειγόντως να αναπτυχθεί ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος-που
ακόμα δεν γίνεται-ώστε ταυτόχρονα να επιδιώξουμε μια «πνευματική
ανασύνταξη», όσο γίνεται πιο πλατιά. Για το πώς θα τιθασεύσουμε αρχικά,
θα αντικαταστήσουμε στη συνέχεια, το σημερινό κυρίαρχο οικονομικό και
πολιτισμικό μοντέλο του καπιταλισμού. Χρειαζόμαστε ένα νέο πολιτισμό και ένα νέο είδος πολιτικής.

Η διαμόρφωση ενός τέτοιου προγράμματος «από τα κάτω» θα σήμαινε: αμεσοδημοκρατικές κινηματικές διαδικασίες του τύπου συνελεύσεων
γειτονιών- «πλατειών» των πόλεων, των χώρων εργασίας και εκπαίδευσης,
των αγροτικών κοινοτήτων, των κοινοτήτων ενδιαφερόντων κ.λπ., που
συνδεόμενες σε δίκτυα και λειτουργώντας σε ομοσπονδιακή βάση με εντολοδόχους, θα κατέληγαν στην καταρχήν διατύπωσή του. Στη συνέχεια η υλοποίησή του θα προωθούνταν καλύτερα με τη δημιουργία τοπικών ριζοσπαστικών κινήσεων πολιτών που
θα παρέμβαιναν στις τοπικές κοινωνίες και στην Τ.Α. και θα πίεζαν από
τη μια να προωθήσει τα αιτήματα προς το κεντρικό κράτος, από την άλλη θα
απαιτούσαν από τα όργανά της να καλούν συνελεύσεις δημοτικών διαμερισμάτων, δήμων και των περιφερειών, για τη θεσμοθέτηση ενός -τοπικού στην αρχή- συμμετοχικού προϋπολογισμού με
βάση τη δικαιοσύνη, τους τοπικούς πόρους και το μικρότερο οικολογικό
αποτύπωμα. (Ο όρος συμμετοχικός με την έννοια ότι στη διαμόρφωσή του θα
έχουν συμμετάσχει οι πολίτες-δημότες με τη διαδικασία των συνελεύσεων,
όπου θα πρέπει να επιδιώκεται η όσο γίνεται μεγαλύτερη συμμετοχή).

Αυτή η διαδικασία θα οδηγούσε όχι μόνο
μακροπρόθεσμα, αλλά και μεσοπρόθεσμα να αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων
στους θεσμούς της Τ.Α. Τώρα και το τοπικό πολιτικό προσωπικό λειτουργεί
κατ εικόνα και ομοίωση του κεντρικού, αλλά εδώ είναι πιο εύκολο να
αντικατασταθεί η εξουσία του από τους εντολοδόχους των συνελεύσεων των
πολιτών. Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους, τότε θα είναι δυνατόν να τεθεί επί τάπητος το ζήτημα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου και η έκφρασή του σε ένα νέο σύνταγμα που δε θα στηρίζεται στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και το σημερινό κομματικό σύστημα, αλλά σε όσο γίνεται πιο αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς, με τη μορφή ίσως της ομοσπονδίας δήμων και συνομοσπονδίας των περιφερειών.

Διατροφική Κυριαρχία, Αγροτική πολιτική & Οικοκαλλιέργεια

0

Με ποιο τρόπο έχει μεθοδευτεί η μείωση των μικροκαλλιεργητών στην Ευρώπη τα τελευταία 30 χρόνια;

Πως
προωθήθηκαν συγκεκριμένα προϊόντα εις βάρος άλλων με μοναδικό γνώμονα
την μεγιστοποίηση του κέρδους και της κατανάλωσης ανεξάρτητα από τις
ανάγκες του πληθυσμού;

Πόσο επικίνδυνα είναι τα γενετικώς τροποποιημένα προϊόντα και με ποιο τρόπο μπορούμε να ελέγξουμε την καθημερινή διατροφή μας;

Πόσο
ανεπτυγμένα είναι τα οικοδίκτυα και ο κοινοτισμός; Είναι δυνατή η
ανάπτυξη ενος μοντέλου ώστε να επανέλθει η διατροφική κυριαρχία στους
καταναλωτές και η παράκαμψη των μεσαζόντων;
Ακούστε τη ραδιοφωνική εκπομπή του Γιώργου Κολέμπα στο ιντερνετικό ραδιόφωνο radiobubble:

https://liveradio.radiobubble.gr/2012/04/resistencias.html

Μια ανάλυση που οδηγεί σε άλλα μονοπάτια.

0
Του Γιώργου Κολέμπα

1. Με τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό δε μπορούμε να συνεχίσουμε,
γιατί απέδειξε μέχρι τώρα ότι προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και
περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρων χωρών και περιοχών και στο μέλλον
στη κατάρρευση ολόκληρου του πλανήτη. Οι σημερινοί μας πολιτικοί
«ηγέτες» κάνουν πως δε βλέπουν ότι η ελληνική κατάσταση είναι η «εξτρέμ»
έκφραση της παγκόσμιας κατάστασης, στην οποία βρίσκεται το
καπιταλιστικό σύστημα. Το σύστημα που όλοι οι ιθύνοντές του θεωρούν σαν
το πιο «πετυχημένο». Θα άλλαζαν όμως ακόμα και αυτοί τη στάση τους, αν
θέλανε να αντιληφθούν-χωρίς να καθορίζεται η ματιά τους από τα ταξικά
συμφέροντα που εκφράζουν-την πραγματική κατάσταση. 

2. Τη
πραγματική οικονομική κατάσταση μπορούμε να τη σκιαγραφήσουμε όσο
γίνεται πιο απλά ως εξής:
αν μπορούσαμε να μετατρέψουμε όλες τις
υπάρχουσες οικονομικές αξίες(μόνο τέτοιες κυριαρχούν πια στον πολιτισμό
της «ανάπτυξης και της προόδου»: πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας,
καταναλωτικά προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ.) σε χρήμα, εκφρασμένο π.χ. σε
δολάρια που είναι σήμερα το παγκόσμιο νόμισμα, τότε η αξία τους θα ήταν
περίπου 60-70 τρις δολ. Οι διάφορες μορφές χρήματος, που έχουν όσοι το
κατέχουν, φθάνουν στο ύψος των 700 περίπου τρις δολ.

Η σχέση λοιπόν
πραγματικών αξιών προς χρηματικές αξίες είναι περίπου 1: 10 τουλάχιστον.
Αν αποφασίζαμε δηλαδή αυτή τη χρονική στιγμή να δημιουργήσουμε ένα άλλο
παγκόσμιο νόμισμα(π.ν.), που θα έκφραζε τις πραγματικές αξίες, θα
είχαμε την εξής σχέση: 1 π.ν.=10 δολ. Όσοι λοιπόν θα είχαν δολάρια-για
να μπορούν να κάνουν συναλλαγές στο π.ν.-θα υποχρεωνόταν να ανταλλάξουν
10 δολ. για ένα π.ν. Έτσι θα ξεφούσκωνε «ομαλά» η σημερινή
χρηματοπιστωτική φούσκα κατά 10 φορές. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να
συρρικνωθούν οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του
παγκόσμιου πληθυσμού, που διακινώντας και δανείζοντας αυτό τον τεράστιο
χρηματικό όγκο μπορούν και ελέγχουν την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%,
γιατί το έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα.

3. Δεν υποφέρουν όλοι
από αυτό το 99%
. Υπάρχουν οι μεσαίες τάξεις και η «αριστοκρατία» των
μισθωτών εργαζομένων, που κατορθώνουν να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους
σημαντικό μέρος της πίτας. Παρόλο που δεν είναι ευχαριστημένοι με αυτό,
επειδή βλέπουν ότι υπάρχει πάντα κάποιοι «διπλανοί», που έχουν ένα
μεγαλύτερο κομμάτι από αυτούς, όπως επίσης ταυτόχρονα υπάρχουν πάντα και
άλλοι διπλανοί-πιο αδύναμοι, άνεργοι ή εξαχρειωμένοι-με μικρότερο ή
καθόλου κομμάτι και προσπαθούν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση
τους. 

4. Η ελίτ κατόρθωνε μέχρι τώρα να έχει την συναίνεση αυτών
των στρωμάτων
, υποσχόμενη ότι μπορεί να τους αυξάνει το μερίδιο της
πίτας με το να την βοηθούν να μεγαλώνει τη συνολική πίτα μέσω της
«ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη
συνείδηση των από κάτω της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα
θρησκεία- όχι την ίδια τη ζωή, αλλά την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή
αύξηση της κατανάλωσης . Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα
σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και
όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της
οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.

5. Τα τελευταία όμως χρόνια,
με τη βοήθεια των καινούργιων μέσων επικοινωνίας και εικόνας,
όλος ο
κόσμος μπορεί καθημερινά να αντιλαμβάνεται ότι ο πλανήτης μας είναι
πεπερασμένος, δεν διαθέτει απεριόριστους πόρους, ούτε μπορεί να
απορροφήσει τα όλο και περισσότερα απόβλητά μας. Είναι μια μικρή γαλάζια
σφαίρα που ταξιδεύει μοναχικά στο απέραντο διάστημα και δεν υπάρχει
κοντά μας άλλος τέτοιος πλανήτης, όπου θα μπορούσαν να μετακομίσουν ένα
μέρος του αυξανόμενου παγκόσμιου πληθυσμού(μέχρι το 2030 θα
χρειαζόμασταν έναν δεύτερο τέτοιο πλανήτη, αν συνεχίζαμε να έχουμε το
κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης: βλέπε ανάρτηση https://topikopoiisi.blogspot.de/2012/05/blog-post_2618.html).

6.
Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα από την
οποία δε μπορεί να ξεφύγει, από τη μία εξασφαλίζει για την ελίτ όλο και
μεγαλύτερη κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πια πίτας, καταναλώνοντας
τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να
καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την «φουσκώνει», αφού δε
μπορεί να την μεγαλώνει. Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα
«σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των
μεσαίων τάξεων.

7. Αυτές δε μπορούν να αποδεχθούν τη
«φτωχοποίησή» τους
. Με την εξέλιξη της σημερινής κρίσης, που ξεκίνησε με
το σπάσιμο της φούσκας στην κατοικία, συνέχισε με το σπάσιμο της
φούσκας των τραπεζών και συνεχίζει με το σπάσιμο της φούσκας των
κρατικών χρεών στην Ευρωζώνη, η ευρωπαϊκή και κύρια η νοτιοευρωπαϊκή και
ελλαδική μεσαία τάξη δε μπορεί να συναινεί πλέον στην υπάρχουσα Ε.Ε.
Αυτή κυριαρχούμενη οικονομικά και πολιτικά από το χρηματοπιστωτικό
κεφάλαιο, οδηγεί τη μεσαία τάξη γρηγορότερα σε συρρίκνωση και
καταστροφή, παρασύροντας ακόμα χειρότερα και τα κατώτερα κοινωνικά
στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων. Είναι φανερό ότι η
μεσαία τάξη σε αυτές τις χώρες περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από
κάτω». 

8. Όλοι οι Έλληνες «από κάτω» λοιπόν-για να
«τοπικοποιήσουμε»
την κατάσταση-δε μπορούμε να δεχθούμε για τη χώρα τον
ρόλο που της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της
εργασίας. Σαν χώρα δηλαδή που έχει χάσει την αυτάρκεια, έχει καταστρέψει
το περιβάλλον της και έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και
τουρισμού, εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των
βιοτικών αναγκών του πληθυσμού. Δε μπορούμε να δεχθούμε τη δημιουργία
ελλειμμάτων στους φυσικούς πόρους και την οικονομία της, τη δανειοδότηση
για την κάλυψη αυτών των ελλειμμάτων και την πληρωμή των δανείων από τα
σημερινά και αυριανά «υποζύγια», για να συνεχίζεται η εξάρτησή της από
τους “πιστωτές”, για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς
ελίτ. Αλλά δε μπορούμε να γυρίσουμε και προς τα πίσω, στο προηγούμενο
της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο
ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. 

Δε μπορούμε να
αποδεχθούμε -πιο συγκεκριμένα- τις πολιτικές των «μνημονίων» και ένα
αντίστοιχο πολιτικό-κομματικό σύστημα που στηρίζει αυτές τις πολιτικές.
Μετατρέπει τα κατώτερα μεσοστρώματα, τους αυτοαπασχολούμενους και τους
εργαζόμενους σε «νεόπτωχους» και τους ανέργους σε εξαθλιωμένους.
Παράλληλα, ενώ μειώνουν το οικολογικό αποτύπωμα των «από κάτω» της
ελληνικής κοινωνίας, δεν μειώνουν το συνολικό αποτύπωμά της, αφού
μεταφέρονται όλο και περισσότεροι πόροι προς την ντόπια και παγκόσμια
ελίτ , ώστε να συνεχίζεται εκτός από τη κοινωνική αδικία(λόγω της άνισης
κατανομής του υπάρχοντος πλούτου) και η οικολογική αδικία με την έννοια
της αύξησης του αποτυπώματος των «αναπτυγμένων» χωρών και της
παγκόσμιας ελίτ.

Θα χρειασθεί μέσα από την όξυνση της σημερινής κρίσης,
να αντιληφθούμε ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε»
κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του
κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε
καθαρά ότι και η δική μας ευζωία δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική
κατανάλωση. Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της
ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης,
της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του
αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην
αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια
κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας. Να αντιληφθούμε ότι
δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και
διακυβέρνησης – με τις ψήφους μας σχηματίζονταν οι κυβερνήσεις που μας
οδήγησαν εδώ.

9. Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και
της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στα μάτια των «από κάτω», μπορεί να
τους πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η
διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο
καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης και ότι θα πρέπει να αναλάβουν οι ίδιοι
τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής τους, προχωρώντας σε δομές
αυτοοργάνωσης και αυτοδιακυβέρνησης. Πριν από όλα να μην αισθάνονται
φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουν χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουν
κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο
κράτος.

Να μη αισθάνονται αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψήφιζαν δεν τους
εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσύρονται από τα “κοινά”. Αν
σταματήσουν να συμπεριφέρονται σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουν
να συμμετάσχουν στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις
προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την
ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούν, ότι ο καλύτερος
διαμεσολαβητής είναι οι ίδιοι για τον εαυτό τους. 

10. Ένα
κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα»
, από τα συνθήματα των
«πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και
δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά
τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία
εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να δημιουργήσει
κοινότητες, δίκτυα συνεργασίας και αλληλεγγύης, ομάδες παραγωγών,
συνεταιρισμούς και συνεργατικές ομάδες, μονάδες κοινωνικής και
αλληλέγγυας οικονομίας με αυτοδιαχείριση από τους εργαζόμενους,
αυτοπαραγωγή και αχρήματες ανταλλαγές, “τοπικά νομίσματα” και
εναλλακτικούς θεσμούς χρηματοδότησης, κ.λπ, κ.λπ.!

Ένα τέτοιο
κίνημα δίνοντας και λύσεις στην καθημερινότητα των «από κάτω», πορεί να
γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε
ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική
οργάνωσή της.

Πηγή: www.topikopoiisi.com

Ο Ελευθεριακός Κοινοτισμός (Κομμουναλισμός)

0

Οι δομές αυτές θα πρέπει καταρχήν να εκφράζουν  ένα καινούργιο
«κοινωνικό συμβόλαιο», που ταυτόχρονα θα είναι και ένα «συμβόλαιο» με
τον εαυτό μας: «Να επιλέξουμε και να εξασφαλίσουμε ένα
μέλλον όχι μόνο για μας και τα παιδιά μας, αλλά και για κείνους που δεν
έχουν γεννηθεί ακόμα, καταδικάζοντας το κέρδος που βγαίνει από τη
συνειδητή ή αθέλητη εκμετάλλευση του ανθρώπου και τη καταστροφή του
περιβάλλοντος».


Αυτό θα σήμαινε ότι βάζουμε τα εξής βασικά κριτήρια για τις μελλοντικές ανθρώπινες δραστηριότητες:

Να μη χρησιμοποιούμε τους ανανεώσιμους πόρους πέρα από όσο επιτρέπουν οι ρυθμοί ανανέωσής τους.

Να μη χρησιμοποιούμε τους μη ανανεώσιμους πόρους πέρα από τους ρυθμούς υποκατάστασής τους από τους ανανεώσιμους.


Να μη αποθέτουμε και να μη απορρίπτουμε στο έδαφος, στο νερό και στον
αέρα τα υπολείμματα των δραστηριοτήτων μας σε μορφή και ποσότητες, που
δεν μπορούν να απορροφηθούν από τα διάφορα οικοσυστήματα.

Να σεβόμαστε τις άλλες μορφές ζωής, τη διαφορετικότητα και τη βιοποικιλότητα


Οι κοινότητες ιδιαίτερα των ιθαγενών λαών, με τις παραδοσιακή τους
πρακτική και τη θετική τους στάση απέναντι στη φύση, που σε μεγάλο βαθμό
έχουν διατηρήσει μέχρι σήμερα, μπορούν να μας εμπνεύσουν για την
ανάκτηση αυτών των κριτηρίων.


Θα πρέπει βέβαια όλα αυτά να υποστηριχθούν από την πλειοψηφία των
κοινωνικών δυνάμεων που είναι ενάντια στην παγκοσμιοποίηση (και όχι μόνο
από τους «ενεργούς πολίτες») και μάλιστα έγκαιρα, γιατί δεν υπάρχει
αρκετός χρόνος για να αποφύγουμε την επικείμενη καταστροφή.

Μεταξύ των
δυνάμεων αυτών, που αποτελούν την «κοινότητα του κινδύνου»,
οι πιο σημαντικές είναι οι άνεργοι και οι φτωχοί εργαζόμενοι, τα
εκτοπισμένα από την τεχνολογία στρώματα, οι νέοι με το αμφίβολο μέλλον
και οι ηλικιωμένοι με τα αβέβαια γηρατειά, οι φθίνοντες μικρομεσαίοι
αγρότες, οι μικροεπιχειρηματίες, τα γυναικεία κινήματα και γενικά οι
γυναίκες, που είναι το βασικότερο στοιχείο αυτής της «κοινότητας», τα
οικολογικά κινήματα, τα κινήματα των αυτοχθόνων και των μειονοτήτων, οι
κάθε είδους μετανάστες και γενικώς εκείνοι που θα μπορούσαμε να τους
κατατάξουμε στην κοινωνία «των από κάτω», που βρίσκονται σε κίνδυνο και
είναι τα θύματα της παγκοσμιοποίησης.

Οι δομές λοιπόν που είναι
αναγκαίες να οικοδομηθούν, πρώτα από όλα θα πρέπει να βοηθούν στην
αντίσταση και στην αντιστροφή του μοντέλου ανάπτυξης. Θα έχουν να κάνουν
προφανώς με την οργάνωση της οικονομίας, της καθημερινής ζωής- διαμονής
και των πολιτικών θεσμών. Η οικοδόμησή τους θα στηριχθεί στις αξίες της
αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, της ποικιλομορφίας και της
αυτοδιαχείρισης και θα απαιτήσει από τον καθένα «να προσφέρει  σύμφωνα
με τις από τον ίδιο προσδιοριζόμενες ικανότητές του και να απολαμβάνει
σύμφωνα με τη προσπάθεια, τις θυσίες και τις ανάγκες του, στα πλαίσια
των δυνατοτήτων της κοινότητάς του»


[1]
Ο ίδιος ο όρος ‘εκκλησία’ προέρχεται από την ‘εκκλησία του δήμου’, για
να το τονίσει ότι οι πιστοί των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων
λειτουργούσαν με βάση την άμεση δημοκρατία(σε αντιδιαστολή με τη
σημερινή κατάσταση της εκκλησίας του μηχανισμού των ιερέων, των
επισκόπων, των πατριαρχών και παπών, που αντιμετωπίζει τους πιστούς σαν
«ποίμνιο»

[2]
Ενώ δεν συγκροτεί ποτέ την κοινωνική ομάδα σαν «συλλογή ατομικοτήτων»,
προσδιορίζεται από τις σχέσεις του με τους άλλους στα πλαίσια της ομάδας
καθώς και από τον εν γένει πολιτισμό και την ιστορία. Η ατομικότητα
υπόκειται σε μια διαδικασία κοινωνικής και ιστορικής αυτοσυγκρότησης.

[3]
Με την έννοια ότι στηρίζεται στις ενδογενείς δυνάμεις του. Όχι του
αυτόνομου που συνδέεται περισσότερο με την έννοια της ανεξαρτησίας από
σχέσεις ανταλλαγής και εμπιστοσύνης για την διατήρησή του.

[4]
Έτσι ο αμέτοχος παρατηρητής καταλήγει στην υποκειμενική του αλήθεια.
Από τη μεριά του «εγώ» η αλήθεια σχετικοποιείται. Μπορεί να
αντικειμενικοποιηθεί όσο γίνεται περισσότερο, όταν το «εγώ» γίνεται
μέρος της συλλογικότητας, η οποία βέβαια από τη μεριά της μπορεί
καλύτερα και να το ολιστικοποιήσει.

[5]
Λένε: «για να βγάλεις το πρώτο εκατομμύριο δε χρειάζεσαι τίποτε άλλο
από μια καλή ιδέα και κάποιο νέο λογισμικό στο διαδίκτυο». Όμως οι
υπολογιστές στην Ευρώπη και ΗΠΑ, Ενώ απασχολούν το 2% του εργατικού
δυναμικού, χρειάζονται το 20% της ηλεκτρικής ενέργειας και έτσι είναι η
κατεξοχήν βιομηχανία στην οποία η συμβολή της φύσης στην παραγωγή
υπεραξίας είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τη συμμετοχή του εργατικού
δυναμικού. Ταυτόχρονα η παραγωγή ενός PC απαιτεί 1,8 τόνους χημικών,
ορυκτών καυσίμων και νερού, ενώ από τη λειτουργία του παράγεται το χρόνο
0,1 τόνοι CO2  

[6]
Θα πρέπει να έχουν δημιουργηθεί θεσμοί τέτοιοι, που βασιζόμενοι στην
ύπαρξη συμβουλίων, στην ισορροπημένη εργασία, στην αμοιβή με βάση τη
προσπάθεια και τις θυσίες, στην αυτοδιαχειριστική διαπραγμάτευση των
εισροών και εκροών της παραγωγής, στην ίση πρόσβαση πληροφοριών, στην
κατάλληλη εκπαίδευση, στην έκφραση των ατομικών επιθυμιών και κοινωνικών
αναγκών καθώς και στην αξιολόγηση των κοινωνικών και οικολογικών
επιπτώσεων των ατομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, θα προωθούν την
αταξικότητα από τη μια την οικολογική ισορροπία από την άλλη.


Για να επανέλθουν οι σημερινοί εξατομικευμένοι και απογοητευμένοι
πολίτες στη δημόσια σφαίρα πρέπει, όπως είπαμε και στην αρχή, να δουν
ότι αυτό θα έχει πρακτικό αποτέλεσμα στην καθημερινή τους ζωή. Θα πρέπει
να πεισθούν ότι η συμμετοχή τους θα συμβάλει σε αποφάσεις, που τους
αφορούν άμεσα και όχι κάπου στο μακρινό μέλλον. Το κλειδί για αυτό είναι
ο λεγόμενος «συμμετοχικός δημοκρατικός προϋπολογισμός». Έχει εφαρμοσθεί
σε ορισμένες πόλεις της Ν. Αμερικής, όπως στο Πόρτο Αλέγκρε της
Βραζιλίας με 1.300.000 κατοίκους.

Ξεκίνησε μέσα από μια σειρά συγκεντρώσεων και συνελεύσεων στη
διαιρεμένη σε πολλά μικρά τμήματα πόλη, όπου η δημαρχία καλούσε τον
πληθυσμό να  συμμετάσχει στη συζήτηση και να συναποφασίσει για τα έργα
που θα έπρεπε να μπουν σε προτεραιότητα από τη μεριά της, με βάση τους
πόρους που είχε στη διάθεσή της. Οι γειτονιές επιλέγανε τους εκπροσώπους
τους ανάλογα με τον αριθμό των συμμετεχόντων στην πρώτη πλατειά
συγκέντρωσή τους(π.χ. ένας στους 10, άρα όσο περισσότεροι γείτονες
πεισθούν να συμμετάσχουν τόσο περισσότερους εκπροσώπους στέλνει η
γειτονιά στη διαδικασία του συμμετοχικού προϋπολογισμού).

Στη συνέχεια
οι εκπρόσωποι αφού ενημερωθούν για τα πάντα από τη δημαρχία επιστρέφουν
στις γειτονιές και κάνουν μικρότερες συγκεντρώσεις για να καθορισθούν
από αυτές τα αιτήματα. Ακολουθεί νέα πλατειά συγκέντρωση ανά τμήμα της
πόλης, όπου γίνεται απολογισμός της δημαρχίας και εκλέγονται οι 
σύμβουλοι του συμμετοχικού προϋπολογισμού( τέτοιοι ,σύμβουλοι εκλέγονται
και από άλλες θεματικές επί το πλείστο δομές και φόρα). Αυτοί οι
σύμβουλοι έχοντας υπόψη τις προτάσεις και τις μελέτες της δημαρχίας και
τα αιτήματα των τμημάτων της πόλης, αποφασίζουν τελικά για το τι θα
υλοποιηθεί την επόμενη περίοδο Η διαδικασία συνεχίσθηκε και όσον αφορά
στις αποφάσεις για τα έσοδα και τις δαπάνες του δήμου, καθώς και για το
που θα πρέπει να γίνονται επενδύσεις κ.λ.π.


Η συμμετοχή των πολιτών αυξανόταν σιγά-σιγά και έφθασε στο 10% (130.000
κάτοικοι)καθώς διαπιστωνόταν από τον ένα χρόνο στον άλλο ότι η
διαδικασία αυτή του καθορισμού του προϋπολογισμού με συμμετοχή των
πολιτών δεν ήταν απλώς λόγια, αλλά εξελισσόταν σε ένα όργανο σχεδιασμού
και ελέγχου της διοίκησης καθώς και σε όργανο ανακατανομής πόρων και
ικανοποίησης αναγκών των αδύνατων κοινωνικών στρωμάτων, που ήταν και η
πλειοψηφία προφανώς. Έβλεπαν δηλαδή οι πολίτες ότι από αντικείμενο
διαχείρισης μετατρεπόταν σε υποκείμενο της διαχείρισης των συνθηκών της
ζωής τους και ότι άξιζε τον κόπο να συμμετάσχουν.


Η εμπειρία αυτή μαζί με εμπειρίες από συμμετοχή σε διάφορους άλλους
θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, που μπορεί να δημιουργήσει ο δήμος, οδηγεί
στην κινητοποίηση και τη κοινωνική και πολιτική δράση τους πολίτες και
στη μετατροπή τους τελικά σε συλλογικούς πολίτες.

Πηγή   www.topikopoiisi.com

Το αδιέξοδο του κεφαλαίου

0

Τις μέχρι τώρα κρίσεις του το κεφάλαιο, για να εξασφαλίζει τη συνέχιση
της μεγέθυνσης και της παραπέρα συσσώρευσής του, τις αντιμετώπιζε
μετασχηματίζοντας και αναδιαμορφώνοντας τα συστήματα διακυβέρνησης και
τις ταξικές σχέσεις στον κοινωνικό σχηματισμό.


Τον περασμένο αιώνα το έκανε αυτό π.χ. μετά τη κρίση του 1929 και κυρίως μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, υιοθετώντας τον Κεϋνσιανισμό, ενώ έκανε το ίδιο και μετά τη κρίση του `70-στις αρχές της 10ετίας του`80-περνώντας στον νεοφιλελευθερισμό.

Μέχρι τώρα είχε φαίνεται τη δυνατότητα να αφομοιώνει κάποιους σε έξαρση κοινωνικούς αγώνες με ελκυστικές συμφωνίες με κάποια τμήματα της εργατικής τάξης στη δύση-βορρά, επειδή μπορούσε να μεταθέσει το κόστος
της αναδιανομής της πίττας σε άλλα τμήματα του πληθυσμού και σε
απομακρυσμένα περιβάλλοντα –οικοσυστήματα, σε άλλες γωνιές του πλανήτη.

Κάποιες φορές –όταν οι κοινωνικοί αγώνες βρίσκονταν σε ύφεση- πέρναγε σε αυταρχικές
μορφές διακυβέρνησης, επιβάλλοντας μέτρα μεγιστοποίησης της συσσώρευσής
του. Πάντα η ταχτική που ακολουθούσε ήταν η κάθετη διαίρεση του
κοινωνικού σώματος και η άνιση διανομή της πίττας.

Στη σημερινή όμως κρίση, η οποία δεν είναι απλά μια ύφεση, αλλά πρόκειται να εξελιχθεί σε κρίση κοινωνικής σταθερότητας,  τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα. Το κεφάλαιο αντιμετωπίζει ένα αδιέξοδο, γιατί  αμφισβητείται η δυνατότητά του να πετύχει κοινωνική συναίνεση και δεν έχει την κοινωνική υποστήριξη που θα χρειαζόταν για να πετύχει την αναζωογόνησή του. Και αυτό συμβαίνει για τους εξής σοβαρούς λόγους:


α) Από τη μια είναι υποχρεωμένο να παράγει όλο και περισσότερα
υλικά-άυλα αγαθά, ώστε πουλώντας τα σε τιμές που εξαρτώνται και από την
αγοραστική δύναμη των πολλών καταναλωτών, να μεγιστοποιεί τα κέρδη του
κάθε χρονιά(τις χρονιές του οικονομικού «μπουμ» π.χ. οι μεγάλες
εταιρείες, οι εισηγμένες στα χρηματιστήρια, έπρεπε να παρουσιάζουν
αυξήσεις της τάξης του 20% ετησίως για να επενδύουν οι επενδυτές στις
μετοχές τους). Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αυξάνει και τη συνολική
αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, ώστε να εξασφαλίζεται η αγορά όλων
αυτών των διαφορετικών προϊόντων. Όσα θαύματα να κάνει η διαφήμιση, αν
δεν υπάρχουν και τα χρήματα δε μπορούν να αγορασθούν τόσα-πολλές φορές
και αχρείαστα-προϊόντα.


Από την άλλη είναι υποχρεωμένο να «αγοράζει» όλο και φθηνότερα την
εργατική δύναμη. Άρα και να αμείβει τους  εργαζόμενους-παραγωγούς (που
είναι και η πλειοψηφία των καταναλωτών), όσο γίνεται λιγότερο. Πολλούς
μάλιστα να τους θέτει εκτός σχέσεων μισθωτής εργασίας, με επιδόματα
ανεργίας. Αλλά μειωμένη αγοραστική δύναμη σημαίνει μειωμένη κατανάλωση,
άρα πτώση τιμών και άρα μείωση κερδών. Να λοιπόν μια πρώτη αξεπέραστη αντίφαση
που λύνεται μόνο με συναίνεση των «κοινωνικών εταίρων», ώστε να
επιτυγχάνεται η περίφημη κοινωνική σταθερότητα για το κεφάλαιο.


Αυτή η αντίφαση γίνεται ακόμα μεγαλύτερη από το εξής γεγονός: όταν
κάποια από τα εμπορεύματα αγορασθούν από κάποιους
καταναλωτές(νοικοκυριά, δίκτυα, σωματεία κ.λπ.) εξέρχονται από τη σφαίρα
της καπιταλιστικής κυκλοφορίας και μπαίνουν συνήθως σε μη
καπιταλιστικές σφαίρες κοινωνικής συνεργασίας, αλληλέγγυας και
συνεργατικής οικονομίας. Μπορεί να μπαίνουν-και αυτό συμβαίνει σήμερα
όλο και πιο συχνά-στη σφαίρα που έχουμε ονομάσει γενικά «τα κοινά».


  Έτσι η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης συμβαίνει εν μέρει και
εκτός των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής-αναπαραγωγής. Αν και σε
στενή ακόμα σχέση με την καπιταλιστική σφαίρα, οι σχέσεις που
δημιουργούνται στα πλαίσια των «κοινών» διεκδικούν ένα μεγάλο μέρος της
πολιτισμικής και υλικής αναπαραγωγής των εργαζομένων που συμμετέχουν σε
αυτά τα «κοινά». Ιδίως τα τελευταία 30 χρόνια, που υπάρχει μείωση των
μισθών και της πρόνοιας χωρίς προοπτική βελτίωσης.

Αυτό οδηγεί και σε αμφισβήτηση
των καπιταλιστικών σχέσεων από τη μεριά των εργαζομένων και των
καταναλωτών, όσον αφορά στη μοναδικότητα των παραπάνω σχέσεων να
αναπαράγουν τη καθημερινή ζωή τους. Αυτή η πιθανή στάση των εργαζομένων,
πέρα από το ότι δεν είναι υποστηρικτική για το κεφάλαιο, μπορεί να τους
οδηγεί και στην απόρριψή του, ιδίως όταν
βλέπουν- μέσω των παραδειγμάτων της οικονομίας των «κοινών» -ότι υπάρχει
η δυνατότητα να επιβιώνουν και στα πλαίσια μη καπιταλιστικών σχέσεων.

β) Μια δεύτερη, πολύ πιο αξεπέραστη αντίφαση την οποία αντιμετωπίζει το κεφάλαιο για πρώτη φορά σήμερα, είναι το πεπερασμένο
των φυσικών παραγωγικών πόρων και ενέργειας. Από τη μια χρειάζεται όλο
και μεγαλύτερες ποσότητες από αυτά, σε όλο και φθηνότερες τιμές, αν όχι
σε μηδενικές τιμές που πολλές φορές εξασφάλιζε μέχρι σήμερα. Από την
άλλη, λόγω της σπανιότητάς τους που συνεχώς εξελίσσεται αφού υπήρξε
κατασπατάλησή τους τη τελευταία 30ετία, είναι υποχρεωμένο να
εκμεταλλευθεί και τα τελευταία δυσπρόσιτα αποθέματα με μεγάλο κόστος για
να τα κάνει εκμεταλλεύσιμα.

Τα φυσικά οικοσυστήματα λοιπόν μπορούν όλο και λιγότερο να στηρίξουν το κεφάλαιο στη διαρκή αναζήτησή του για όλο και μεγαλύτερη και φθηνότερη απόσπαση πόρων από αυτά.  Το ίδιο συμβαίνει και με την αναγκαιότητα απόθεσης στο περιβάλλον όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων απόβλητων.


Δεν είναι χωρίς κόστος η όλο και μεγαλύτερη χρήση της ατμόσφαιρας π.χ.
σαν απύθμενη αποθήκη εναπόθεσης των αερίων του θερμοκηπίου. Γιατί αυτό
οδηγώντας στην όξυνση του φαινομένου του «θερμοκηπίου» έχει σαν
αποτέλεσμα την κλιματική αλλαγή με
τις επακόλουθες καταστροφές, που στο μέλλον θα είναι μη αντιστρέψιμες
και για την ίδια τη συσσώρευση του κεφαλαίου(προς το παρόν αυτό φαίνεται
από τον κίνδυνο που διατρέχει το μέρος του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί
στις ασφάλειες και που έχει τεράστιες ζημιές πια, αποζημιώνοντας τους
ασφαλισμένους έναντι αυτών των καταστροφών: πλημμύρες, ανεμοστρόβιλοι,
τυφώνες κ.λπ).

Το
ίδιο και με τη χρήση του εδάφους και των θαλασσών σαν αντίστοιχες
αποθήκες όλο και περισσότερων τοξικών αποβλήτων, με επακόλουθο π.χ. τη
μείωση ή μόλυνση της φυτικής-ζωικής τροφής και των αλιευμάτων.


Σύμφωνα με όσα περιγράψαμε περιληπτικά πιο πάνω λοιπόν, ο καπιταλισμός
έχει φθάσει σε ένα μεγάλο αδιέξοδο. Δε μπορεί να υποσχεθεί πια νέες
μέρες αφθονίας και ευημερίας για τις πλειοψηφίες των πληθυσμών, εκτός
ίσως για κάποιες στις αναδυόμενες περιοχές(π.χ. Κίνα), που όμως γρήγορα
θα του τελειώσει αυτή η δυνατότητα και σε αυτές.


Αν αυτό το αδιέξοδο θα ξεπερασθεί με τους όρους που βάζει το κεφάλαιο,
δηλαδή υπό τον έλεγχό του, τότε πάμε προς μια διέξοδο κοινωνικής και
οικολογικής «αποκάλυψης». Πάμε προς μια δυστοπία
του λυκόφωτος για την ανθρωπότητα και τις άλλες μορφές ζωής στον
πλανήτη. Στην καλύτερη περίπτωση οδεύουμε προς σκληρές κοινωνικές συγκρούσεις.


Οι στρατηγικές και οι «ρυθμίσεις που μπορεί να έχει στη διάθεσή του το
κεφάλαιο σήμερα οδηγούν στην επιτάχυνση της κρίσης, όσον αφορά στην
κοινωνική και οικολογική παραγωγή-αναπαραγωγή της ζωής στον πλανήτη.
Αυτό θα οδηγεί και στην επιτάχυνση και την ενίσχυση της αντίστασης
της ίδιας της ζωής παντού. Το αν θα είναι επιτυχής ή όχι αυτή η
συνεπαγόμενη αντίσταση θα εξαρτηθεί από το αν θα μπορέσει να δώσει μια μετακαπιταλιστική διέξοδο, εστιάζοντας στο κέντρο του αδιεξόδου που αναφερθήκαμε.


Αν η αντίσταση περιορισθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού, τότε αυτός θα
μπορέσει και πάλι να διαμορφώσει τους όρους για μια τέτοιας μορφής
διαχείριση και διακυβέρνηση των «από κάτω», που θα του επιτρέψει να
συγκρατήσει την κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής στα μέτρα του.
Επιβάλλοντας δηλαδή περικοπές στις δαπάνες για την κοινωνική αναπαραγωγή
του( π.χ. περικοπές του κοινωνικού μισθού, μείωση μισθών-συντάξεων
κ.λπ.).

Με την
επικοινωνιακή διαχείριση του φόβου για τα επερχόμενα «χειρότερα», με την
ιδεολογική επιβολή της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης»(«ώστε να υπάρξει
βελτίωση στο μέλλον»), με τη χρήση της βίας των κατασταλτικών μηχανισμών
του, όπου οι εξέγερση των «από κάτω» θα εκδηλώνεται, μπορεί και να τα
ξανακαταφέρει το κεφάλαιο να ξεπεράσει το σημερινό του αδιέξοδο. Αυτό
όμως θα εξαρτηθεί στην ουσία και από το πώς θα ξεπεράσει τα αδιέξοδα και
το κίνημα των «από κάτω». Από το πώς θα ξεπεράσει τα αδιέξοδά του και
το κίνημα των «κοινών». Αλλά για το αδιέξοδο των «κοινών» σε ένα επόμενο
άρθρο. 

Πηγή:www.topikopoiisi.com

Εθελοντικό πρόγραμμα για την καταγραφή των πουλιών της Θεσσαλονίκης

0

Εν μέσω της αναπαραγωγικής περιόδου των πτηνών στην Ελλάδα, που διαρκεί
από τον Απρίλιο μέχρι τα τέλη Ιουνίου, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία
ζητά από το κοινό να βοηθήσει στην καταγραφή και χαρτογράφηση των
πουλιών και των φωλιών τους.

Συμβάλλοντας σε μια προσπάθεια που συνεχίζεται εδώ και πέντε χρόνια, οι
εθελοντές θα έχουν την ευκαιρία να εξοικειωθούν με την ορνιθοπανίδα και
την οικολογία της πόλης τους.

Δείτε τον κατάλογο της Ορνιθολογικής με τα πτηνά της Ελλάδας και τις φωτογραφίες τους.

Οι ενδιαφερόμενοι οποιασδήποτε ηλικίας καλούνται να συμπληρώσουν αίτηση, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με τους ειδικούς της οργάνωσης στη Θεσσαλονίκη και να λάβουν λεπτομερείς οδηγίες.

Θα παρατηρούν πάρκα, ρεματιές, ακάλυπτους χώρους, παλιά κτήρια, στέγες,
αυλές και άλλους χώρους όπου μπορεί να φωλιάζουν πουλιά. Οι ίδιες οι
φωλιές μπορεί να μην είναι εύκολα ορατές, ωστόσο οι εθελοντές μπορούν να
συμπεράνουν την ύπαρξή τους από τις φωνές των νεοσσών, ή βλέποντας τα
πουλιά να ζευγαρώνουν και να μεταφέρουν υλικά για την κατασκευή της
φωλιάς.

Τα δεδομένα θα συγκεντρωθούν σε έναν χάρτη των πουλιών της Θεσσαλονίκης που θα προβάλλεται στο Google Earth.

Πηγή: www.tovima.gr

Ζευγάρι καθηγητών βραβεύτηκε για την αφοσίωσή του στο περιβάλλον

0

Σε έναν ξεχωριστό χώρο πολιτισμού εναρμονισμένο με το αστικό
περιβάλλον απονεμήθηκαν το βράδυ της Τετάρτης 5 Ιουνίου 2013 για ένατη
συνεχή χρονιά τα βραβεία Περιβαλλοντικής Ευαισθησίας ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ 2013.

Η
τελετή απονομής, που φιλοξενήθηκε στο Θέατρο του Κέντρου Πολιτισμού
«Ελληνικός Κόσμος», ανέδειξε το όραμα των ανθρώπων του Οργανισμού
ECOCITY για την ανατροπή των όσων μέχρι τώρα ήταν ανεκτά ή παραβλέπονταν
και συνέβαλλαν στην υποβάθμιση κάθε φυσικού πόρου και τον ευτελισμό της
ζωής των πολιτών.


Τα συνολικά 25 βραβεία που απονεμήθηκαν σε επιστήμονες,
οργανισμούς, δήμους, επιχειρήσεις και μέσα ενημέρωσης χάρισαν στους
παρευρισκομένους χαμόγελα αισιοδοξίας για το μέλλον του πλανήτη σε μια
τελετή που συνέπεσε – όχι τυχαία – με την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος.
Οι βραβευθέντες παρέλαβαν τα 25 μοναδικά αγαλματίδια, που σχεδιάστηκαν
αποκλειστικά για τη βραδιά από τους φοιτητές του εργαστηρίου
βιομηχανικού σχεδιασμού του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας. 
Το κορυφαίο βραβείο για το Εργο Ζωής Αφιερωμένο στο Περιβάλλον απονεμήθηκε στον Δημήτρη και στη Γωγώ Φοίτου για τη Γενετική Ποικιλότητα της Ελληνικής Χλωρίδας. Ενα βραβείο που, όπως είπε η κυρία Χριστίνα Πειρασμάκη,
μέλος του ECOCITY, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη φύση, το Δημιουργό
και τα δημιουργήματά του ανεξάρτητα από την επαγγελματική του διάσταση. 
«Η γνώση και η φρόνηση είναι η δύναμη που έχουμε για να
συγκεράσουμε την οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας με την προστασία του
περιβάλλοντος»
δήλωσε συγκινημένος ο ομότιμος καθηγητής του
Πανεπιστημίου Πατρών κ. Δ. Φοίτος, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην
παρατήρηση, στη μελέτη, στην καταγραφή και προστασία της ελληνικής
χλωρίδας. Στα πλάι του τα 44 τελευταία χρόνια στέκεται η σύζυγος και
πολύτιμη συνεργάτης του, ομότιμη καθηγήτρια και η ίδια, κυρία Γωγώ
Καμάρη-Φοίτου. 
Την τελετή χαιρέτισε με μήνυμά της η ευρωβουλευτής κυρία Μαριέττα Γιαννάκου,
κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στην αξία της ένταξης της περιβαλλοντικής
ευαισθησίας σε κάθε διάσταση της καθημερινότητάς μας. Τόνισε επίσης την
ανάγκη σεβασμού στη μετακίνηση των ΑμεΑ μέσα από τη δημιουργία ενός
φιλικού αστικού περιβάλλοντος. 
Η βραδιά άνοιξε με την μαγευτική ερμηνεία της μεσόφωνου Ινές Ζήκου, και του χορευτή Στέλιου Κατωπόδη, για να ακολουθήσει ένας πρωτότυπος τηλε-διάλογος της Κατερίνας Λάσπα, ως εισαγωγή στην τελετή, όπως τη σκηνοθέτησε ο Νίκος Β. Κροντηράς,
ο οποίος είχε τη γενική ευθύνη για την εικόνα αλλά και κάθε οπτική
αναφορά στην εκδήλωση, που στόχευε στην ανάδειξη των αξιών των
ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ, με επίκεντρο τους βραβευόμενους και τις δράσεις για τις
οποίες διακρίθηκαν.
Τα Βραβεία ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ 2013
Ο θεσμός των βραβείων ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ εδραιώθηκε από τον εθελοντικό
οργανισμό για το αστικό περιβάλλον ECOCITY, με στόχο την επιβράβευση
καλών ενεργειών, καθώς και την παρακίνηση για τη προστασία του αστικού
και περιαστικού περιβάλλοντος στη χώρα μας. Η υποδοχή και η ανάπτυξή του
διαγωνισμού συνεχίζει να προκαλεί το έντονο ενδιαφέρον της
επιστημονικής κοινότητας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, του επιχειρηματικού
χώρου, των μέσων ενημέρωσης, αλλά και της Πολιτείας και των αρμοδίων
φορέων.
Οι νικητές των εφετινών βραβείων, που ολοκληρώθηκαν ή υλοποιήθηκαν
κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς, έλαβαν αναλυτικά ανά
κατηγορία:

Για έργο ζωής αφιερωμένο στο περιβάλλον:
Δημήτρης  Φοίτος και Γωγώ Καμάρη-Φοίτου για την αφοσίωσή τους στη
βοτανολογία και στην επιστημονική τεκμηρίωση της γενετικής ποικιλότητας
της ελληνικής χλωρίδας
Εργασία επιστημονικής ομάδας:
Τμήμα Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ, «Σχεδιασμός, Ανάπτυξη και
Βελτιστοποίηση Υβριδικής Μονάδας Ισχύος Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας
– Τεχνολογιών Υδρογόνου» των Π. Ζέρβα,Ηλ. ΣαρίμβεηΓ. Παλυβού και Ν. Μαρκάτου
Εργο επιστήμονα:
Γιώργος Γιαννής, συγκοινωνιολόγος, αναπληρωτής
καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ για την επιστημονική
και διεθνή του δραστηριότητα συνολικά
Εργασία νέου επιστήμονα:
Κωνσταντίνα Κατσάνου, διδάκτωρ Τμήματος Γεωλογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών «Περιβαλλοντική Υδρογεωλογική Ερευνα της Λεκάνης του Λούρου Ποταμού»
Διπλωματικής εργασίας για τον αέρα:
Παναγιώτα Νικολάου, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Χημείας, Εργαστήριο Περιβαλλοντικών Χημικών Διεργασιών, «Χημική Σύσταση Αιωρούμενων Σωματιδίων στην Κύπρο», επιβλέπων καθηγητής Νικόλαος Μιχαλόπουλος
Διπλωματικής εργασίας για το νερό:
προπτυχιακή εργασία, Τέττας Κωνσταντίνος, ΕΜΠ, Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, Τομέας Υδατικών Πόρων Υδραυλικών & Θαλάσσιων Έργων , «Γηγενής Παρουσία Χρωμίου στα Υπόγεια Νερά της χώρας, με Έμφαση στη Λεκάνη του Ποταμού Ασωπού», επιβλέπων επίκουρος καθηγητής Δημήτριος Δερματάς.
Μεταπτυχιακή εργασία, Αγγελίτσα Βαρβάρα, ΕΜΠ,
Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων και Μεταλλουργών, Εργαστήριο Τεχν. Γεωλογίας
& Υδρογεωλογίας, Τομέας Γεωλογικών Επιστημών, «Διερεύνηση Εδαφικών Υποχωρήσεων λόγω Υπεραντλήσεων Υπόγειων Νερών στον Δήμο Αμυνταίου», επιβλέπων αν. καθηγητής Δημήτρης Ρόζος

Διπλωματικής εργασίας για τον οικισμό:
Μαρία Αγγελίδου και Ειρήνη Φαραντάτου, ΕΜΠ, Σχολή Αρχιτεκτόνων, Τομέας Συνθέσεων Τεχνολογικής Αιχμής, «Πείραμα Πολυκατοίκησης – Καλλιεργώντας το Αστικό Κέλυφος», επιβλέπων καθηγητής Δημήτρης Παπαλεξόπουλος
Διπλωματικής εργασίας για τη μετακίνηση:
Μάρκος Κλαδευτήρας, ΕΜΠ, Σχολή Αγρονόμων & Τοπογράφων Μηχανικών, Εργαστήριο Συγκοινωνιακής Τεχνικής, «Εκτίμηση Επιπτώσεων της Παραβατικότητας στη Στάθμευση με Χρήση Προσομοίωσης», επιβλέπων επίκουρος καθηγητής Κωνσταντίνος Αντωνίου
Βραβείο περιβαλλοντικού έργου οργανισμών & φορέων:
Ιδρυμα Ωνάση για την πρωτοβουλία «ReThink Athens»

Περιβαλλοντικής πολιτικής τοπικής αυτοδιοίκηση:
Δήμος Κοζάνης για την επιλογή και συστηματική εφαρμογή τεσσάρων περιβαλλοντικών αξόνων δράσης
Αστικής ανάπλασης:
Δήμος Τρικκαίων για τη μελέτη Περιβαλλοντικής Παρέμβασης Ευρύτερης Περιοχής Παλαιών Φυλακών – Σύνδεση με Ποταμό Ληθαίο
Βελτίωσης ποιότητας ζωής:
Δήμος Αγ. Δημητρίου για τους Δημοτικούς Λαχανόκηπους
Προγράμματος περιβαλλοντικής επένδυσης:
Δήμος Βύρωνα για το Βιοκλιματικό Σχολείο Καρέα
Περιβαλλοντικής Πολιτικής Επιχειρήσεων:
Interamerican για την πρωτοβουλία συμμετοχής ως ιδρυτικού μέλους στις «Αρχές για την Αειφόρο Ασφάλιση» της UNEP FI
Ετήσιου προγράμματος για το περιβάλλον:
Coco Mat AE για τη μετακίνηση και μεταφορά με ποδήλατο
Περιβαλλοντικής επένδυσης:
ΔΕΠΑ ΑΕ, Αεριοκίνηση, η κίνηση των οχημάτων με φυσικό αέριο και τα περιβαλλοντικά οφέλη.
Επικοινωνιακού προγράμματος περιβαλλοντικού χαρακτήρα:
Γέφυρα ΑΕ για το «Πράσινο Καραβάνι: H δύναμη της Αειφόρου Συνέργειας»
Υποστήριξης ερευνητικού έργου:
Κορρές ΑΕ για τη συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στην έρευνα για τη Μαύρη Πεύκη
Ειδικού τύπου:
«CSR Review» του εκδοτικού οργανισμού Direction ΑΕ, για τη συνεχή
εκδοτική παρουσία αφιερωμένη στην Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη και την
Πράσινη Οικονομία
Ιστοτόπου:
www.naturanrg.gr για την πληρότητα και δημιουργικότητα στη διαδικτυακή ενημέρωση
Τηλεοπτικής Εκπομπής:
«Χωρίς Αυτοκίνητο» της ΕΤ3
Ραδιοφωνικής εκπομπής:
«Φωνή της Ελλάδας» Διεθνών Εκπομπών ΕΡΑ
Ενθετο εφημερίδας:
«Οιολογικά Ροδιακά» για την εβδομαδιαία συστηματική έκδοση της «Ροδιακής»
Δημοσιογραφικού Έργου:
Γιάννης Καλλίτσης για τις «Οικολογικές Σελίδες» της Φωνής της Ελλάδας ΕΡΑ

Πηγή: www.tovima.gr