Ένας από τους βασικούς στόχους του “Πελίτι” είναι η ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος.
ΒΙΝΤΕΟ: Εναλλακτική Κοινότητα Πελίτι – Ανταλλαγή σπόρων απο ντόπιες ποικιλίες χωρίς χρήματα
Η κλιματική αλλαγή είναι εδώ
Τα έντονα καιρικά φαινόμενα των τελευταίων χρόνων-από καύσωνες και
πλημμύρες μέχρι συχνούς τυφώνες και πυρκαγιές σε όλα τα πλάτη και τα
μήκη του πλανήτη-είναι όχι πια ενδείξεις, αλλά αποδείξεις για το ότι η
κλιματική αλλαγή έχει ξεκινήσει και δεν πρόκειται για μια εκτίμηση που
θα πρέπει να την περιμένουμε στο μέλλον.
Ένα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί σε αυτή τη διαπίστωση- και είναι
μετρήσιμο άμεσα -είναι οι πάγοι. Όπως ανακοίνωσαν Αμερικανοί ερευνητές
αυτή τη βδομάδα(εφημερίδα tazτου Βερολίνου):
ο όγκος και η επιφάνεια των πάγων στην Αρκτική φέτος το καλοκαίρι
έφθασε τα 4,19 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα και έπιασε ρεκόρ
μείωσης. Είναι κατά 600.000 τετρ. χιλιόμ. λιγότερη από τον Σεπτέμβρη του
2007, που είχε το ρεκόρ μείωσης με 4,25 εκατομ. Ενώ στη Γροιλανδία
είχαμε συνήθως το φαινόμενο να λιώνουν στο μισό οι πάγοι, φέτος έλιωσαν
σε τρομακτικό βαθμό φθάνοντας στο 97% του όγκου τους(στο εσωτερικό το
πάχος έφθανε μέχρι και 3 χιλιόμ.).
Για σύγκριση: στις αρχές της 10ετίας του `80 η καλυμμένη με πάγο
επιφάνεια της Αρκτικής ήταν περίπου 7 εκατομ. τετρ. χιλιόμ. Αιτία φυσικά
είναι το ένα ρεκόρ μετά το άλλο που πιάνει θερμοκρασία. Στα μέσα
Ιουλίου στα νότια και δυτικά της Γροιλανδίας μετρήθηκαν θερμοκρασίες
ρεκόρ, μέχρι τους 23 βαθμούς. Γενικά τα 13 από τα 15 τελευταία χρόνια
ήταν τα θερμότερα χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο, από τότε που έχουμε
μετρήσεις.
Κάποιοι
επιστήμονες προειδοποιούν λοιπόν ότι αν συνεχίσουμε τον πολιτισμό που
στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα, σε λίγο δεν θα υπάρχει καν πολιτισμός σε
έναν πλανήτη που καταρρέει. Άλλοι όμως –για να μπορούμε να συνεχίζουμε
όπως μέχρι τώρα και να μην ανησυχούμε-προτείνουν λύσεις αμφιλεγόμενες,
τις οποίες όμως και εφαρμόζουν κάποιες κυβερνήσεις σε συνεργασία με
κάποιες αντίστοιχες επιχειρήσεις και στρατιωτικούς μηχανισμούς. Μία από
αυτές είναι και ο χημικός ψεκασμός της ατμόσφαιρας(Chemtrails). Αντί λοιπόν αυτές οι κυβερνήσεις(κύρια η αμερικάνικη) να εφαρμόζουν τις συμφωνίες έστω του Kyoto, εφαρμόζουν
εδώ και πολύ καιρό τέτοιους ψεκασμούς, ώστε με τη δημιουργία τεχνητών
νεφών να μειώνουν την ηλιακή ενέργεια που περνά από την ατμόσφαιρα στην
επιφάνεια της γης. Όμως τέτοιε πρακτικές δεν μπορούν να μειώσουν τα
αποτελέσματα του «φαινομένου του Θερμοκηπίου», όπως αποδείχνεται μέχρι
τώρα. Αντίθετα οι ψεκασμοί αυτοί έχουν και άσχημες παρενέργειες για τον
ίδιο τον άνθρωπο και τα γήινα οικοσυστήματα. Αλλά με το θέμα των
ψεκασμών της ατμόσφαιρας θα ασχοληθούμε σε άλλη ανάρτηση.
Πηγή: www.topikopoiisi.com
Συνεταιριστικό “μπουμ”
Σταθερά
αυξάνεται ο αριθμός των επιχειρήσεων, των οποίων οι πελάτες είναι
επίσης οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές τους. Η ενεργειακή επανάσταση
φέρνει νέα ώθηση στους συνεταιρισμούς στη Γερμανία.
Η συνεταιριστική ιδέα ανθεί στη σημερινή Γερμανία. Σχεδόν 21
εκατομμύρια γερμανοί ανήκουν ήδη σε ένα τέτοιο συνεταιρισμό, όπως
αναφέρει το περιοδικό Wirtschaftswoche από το Ντίσελντορφ στη τελευταία έκδοσή του.
Σύμφωνα με τη γερμανική Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα (DZ Bank), ο
αριθμός των νέων ιδρυμένων επιχειρήσεων, όπου οι πελάτες είναι
ταυτόχρονα και συμμετοχικοί ιδιοκτήτες, έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί από
το 2006. Οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας
απασχολούν ήδη συνολικά 862.500 εργαζόμενους.
Επιπλέον ώθηση σε αυτό έφερε η αλλαγή που γίνεται στον τομέα του
ενεργειακού εφοδιασμού(κλείσιμο των πυρηνικών εργοστασίων παραγωγής
ηλεκτρικής ενέργειας) και η στροφή προς τις ΑΠΕ(Ανανεώσιμες Πηγές
Ενέργειας): Οι νέας μορφή συνεταιρισμοί κυριαρχούν εδώ και μερικά
χρόνια. Περίπου 80.000 άνθρωποι συμμετέχουν ήδη σε συνεταιριστικούς
σταθμούς παραγωγής ενέργειας. Τα τελευταία χρόνια, ιδρύθηκαν
περισσότερες από 500 συλλογικότητες παραγωγής ενέργειας, οι οποίες μαζί
έχουν επενδύσει περίπου 800 εκατ. ευρώ σε ΑΠΕ.
«Οι συνεταιρισμοί είναι δίκτυα που μπορούν να βοηθήσουν όταν ένας
τομέας αλλάζει και μεγαλώνει», δήλωσε η οικονομολόγος Theresa Cheung,
στο περιοδικό. Η ίδια ερευνά τη τάση που υπάρχει στους πολίτες προς το
συνεταιρισμό, στο Πανεπιστήμιο του Münster. Διαπιστώνει ότι σαν απάντηση
στην παγκοσμιοποίηση και την οικονομική κρίση, όσοι έχουν οικονομίες
επιθυμούν να τις επενδύουν σε διαφανείς, αυτοδιαχειριζόμενες και με
προσωπική συμμετοχή και έλεγχο οικονομικές δραστηριότητες και δομές.
Τα μέλη των συνεταιρισμών αντιμετωπίζουν μόνο ένα μικρό κίνδυνο. Κάθε
μέλος παίρνει μία ή περισσότερες μετοχές και ευθύνεται μόνο μέχρι το
άθροισμα του ποσού τους. Σε τυχόν αποχώρηση πληρώνεται την κατάθεσή του.
Το θέμα των συνεταιριστικών επιχειρήσεων έχει μπει και πάλι στην
επικαιρότητα στη Γερμανία εξαιτίας επίσης της πτώχευσης κάποιων
επιχειρήσεων. Γίνεται δημόσια συζήτηση σχετικά με την ιδέα ότι οι πρώην
εργαζόμενοι μιας τέτοιας επιχείρησης θα μπορούσαν να συνεχίσουν την
δραστηριότητά της ως συνεταιριστικής τέτοιας. Οι εργαζόμενοι έχουν τώρα
την υποστήριξη των μεγάλων συνδικάτων, για να μπορούν να πάρουν στα
χέρια τους επιχειρήσεις που κλείνουν, ιδρύοντας συνεταιρισμούς.
Πηγή: www.topikopoiisi.com
Τεράστιο πλούτο 6.000 φυτών (εκ των οποίων τα 750 είναι μοναδικά) διαθέτει η Ελλάδα
O Αρνε Στριντ συμμετέχει στο 10τομο λεύκωμα Flora Hellenica (έχουν
εκδοθεί οι 2 πρώτοι), όπου καταγράφονται όλα τα ελληνικά φυτά και έχει
συμμετάσχει στην..καταγραφή της χλωρίδας του Εθνικού Πάρκου Πρεσπών.
Ακόμα, έχει ανακαλύψει 20 νέα είδη φυτών στις ορεινές περιοχές της
χώρας!
Η πρώτη φορά που ήρθε στην Ελλάδα ήταν το 1964, στο πλαίσιο
της διδακτορικής του διατριβής, με θέμα τα φυτά της περιοχής του Αιγαίου
για την οποία βραβεύτηκε με το αμερικανικό βραβείο Jesse M. Greenman.
Το 1966 πέρασε το μήνα του μέλιτος στη χώρα μας και από τότε την έχει
επισκεφτεί συνολικά 70 φορές.
Η ελληνική φύση έχει εμπνεύσει και το
συγγραφικό του έργο, καθώς μεταξύ των 12 βιβλίων που έχει εκδώσει είναι
και τα: «Ορεινή Χλωρίδα της Ελλάδας», «Αγρια λουλούδια του Ολύμπου»,
«Ατλας της Αιγαιακής Χλωρίδας», που θα κυκλοφορήσει 2013, εμπλουτισμένος
με χάρτες κατανομής για τα περίπου 4.000 είδη φυτών που απαντώνται στα
νησιά του Αιγαίου. Θα περιλαμβάνει τα στοιχεία από τη βάση δεδομένων που
ο καθηγητής έχει διαμορφώσει εδώ και 25 χρόνια.
Μοναδικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη χλωρίδα της Ελλάδας, κατά το Σουηδό βοτανολόγο:
•
Ο πρώτος βοτανολόγος ήταν ο Θεόφραστος, έζησε περίπου το 371-287 π.Χ.
στην Ερεσό της Λέσβου, περιοχή ιδανική για μελέτες βιογεωγραφίας,
εξελικτικής και διαφοροποίησης σε είδη.
• Το 10% των 1.800 ειδών που απαντώνται στην Κρήτη και την Κάρπαθο είναι ενδημικά, στοιχείο που κάνει μοναδικές τις 2 περιοχές.
• Όταν στην Ελλάδα καταγράφονται 6.000 φυτά, στη Γερμανία αντίστοιχα ανέρχονται σε μόλις 3.000.
• Το Άγιο όρος, που έχει ιδιαίτερα σπάνια και πλούσια φύση, αποτελεί από τους αγαπημένους προορισμούς του κ. Στριντ.
• Αγαπημένο του λουλούδι είναι τα αμάραντα Helichrysum sibthorpii, που εμφανίζεται αποκλειστικά στην κορυφή του Αγίου Όρους.
•
Ένα από τα φυτά που έχει «ανακαλύψει» ο κ. Στριντ στην ελληνική φύση
είναι η Αρενάρια της Λευκάδας γνωστή με το επιστημονικό όνομα Arenaria
Leucadia Phitos & Strid 1994 της οικογένειας Caryophyllaceae.
(φωτογραφία από τον «Αιθεροβάμωνα».)
• Σε πρόσφατη διάλεξή του στη Χίο, ο κ.Στριντ υπογράμμισε ότι «το Αιγαίο είναι η κοιτίδα της επιστημονικής βοτανικής».
Βιογραφικά στοιχεία
Ο
Αρνε Στριντ γεννήθηκε το 1943 στο Κρίστιανσταντ της Σουηδίας. Σπούδασε
βοτανολογία, χημεία και γενετική στο Πανεπιστήμιο Lund, από όπου
αποφοίτησε το 1970.
Το διδακτορικό του έγινε σε πειραματική μελέτη
για τη διαφοροποίηση και εξέλιξη ομάδας φυτών στην περιοχή του Αιγαίου
και έλαβε την υψηλότερη βαθμολογία, ενώ τιμήθηκε με το αμερικανικό
βραβείο Jesse M. Greenman ως η καλύτερη διατριβή επιστημονικής
ταξινόμησης των φυτών της χρονιάς.
Διετέλεσε καθηγητής Βοτανολογίας
στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και επισκέπτης καθηγητής στο
Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Επίσης, καθηγητής φυτογεωγραφίας στο
Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ και διευθυντής του Βοτανικού Κήπου και του
Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της ίδιας πόλης. Από το 2011 είναι επίτιμος
καθηγητής στο Βοτανικό Κήπο και Μουσείο του Βερολίνου.
Έχει ταξιδέψει
εκτεταμένα για επιστημονικές μελέτες, κυρίως στην Ελλάδα, όπου βρέθηκε
για πρώτη φορά το 1964, καθώς και σε άλλες χώρες των Βαλκανίων.
Έχει
γράψει 12 βιβλία και έχει δημοσιεύσει πάνω από 140 επιστημονικές
μελέτες (περίπου 6000 σελίδες) στους τομείς της επιστημονικής
ταξινόμησης, της βιοσυστηματικής, της φυτογεωγραφίας, και της
εξελικτικής, δίνοντας έμφαση κυρίως στη χλωρίδα της Ελλάδας. Ακόμα, έχει
δημιουργήσει ιδιωτική συλλογή βοτανικής στο υπόγειο του σπιτιού του.
Πηγή: www.topikopoiisi.com
Μένουμε ή φεύγουμε; Φυγή στο εξωτερικό ή διέξοδος στην επαρχία
Το ζήτημα της φυγής των νέων ανθρώπων στο εξωτερικό ή της μετακίνησης
στην ύπαιθρο το βλέπουμε και το ζούμε κάθε μέρα. Όλο και πιο συχνά,
συγγενείς ή φίλοι παίρνουν τη μεγάλη απόφαση να επιστρέψουν στο πατρικό
τους, στην επαρχία. Από την άλλη, όλοι γνωρίζουμε περιπτώσεις νέων
ανθρώπων που σπουδάζουν και εργάζονται στο εξωτερικό ή, μέσα στο επόμενο
διάστημα, ετοιμάζονται για το μεγάλο βήμα.
Ενδεικτικό για το
πραγματοποιούμενο μεγάλο κύμα φυγής είναι τα στοιχεία που καταδεικνύουν
την αύξηση όσων συμπληρώνουν το ευρωπαϊκό βιογραφικό Europas, απαραίτητο
για όσους επιθυμούν να δουλέψουν στο εξωτερικό. Το πρώτο τρίμηνο του
2012, συμπληρώθηκαν 41.445 βιογραφικά, όταν όλο τον προηγούμενο χρόνο
είχαν συμπληρωθεί 97.000. Το 2010 ήταν περίπου τα μισά, 53.000, το 2009
36.000, το 2008 γύρω στις 20.000 και το μακρινό 2007 μόλις 4.000.
Βλέπουμε ότι, όσοι επιθυμούν να φύγουν για να εργαστούν στο εξωτερικό,
από το 2008 και μετά, σχεδόν κάθε χρόνο διπλασιάζονται. Τα χρόνια μας
έχουν αρχίσει να θυμίζουν κάτι από την Ελλάδα του ’60, όταν δεκάδες ή
εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μετανάστευαν κάθε χρόνο.
Φυσικά, τα
χαρακτηριστικά της μετανάστευσης που βιώνουμε τώρα δεν έχουν και μεγάλη
σχέση με αυτά του ’60, αφού και η χώρα δεν είναι η ίδια. Πέρα από το
μεγάλο κύμα φυγής που βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη, και δεν υπάρχει σαφής
εικόνα ποια άτομα μεταναστεύουν, μέχρι πριν λίγο καιρό, η κύρια
κατηγορία Ελλήνων που έφευγαν έξω ήταν νέοι επιστήμονες, οι οποίοι
μετανάστευαν για συνέχιση σπουδών στο εξωτερικό και σημαντικό μέρος
αυτών έμεναν και για να δουλέψουν εκεί. Είναι δηλαδή το φαινόμενο που
ονομάζεται διαρροή επιστημονικού δυναμικού.
Η διαρροή του επιστημονικού
δυναμικού δεν είναι φυσικά μόνο ελληνικό φαινόμενο, είναι ένας από τους
σημαντικότερους αποικιοκρατικούς μηχανισμούς που έχουν οι αναπτυγμένες
χώρες για να αφαιμάσσουν τις αναπτυσσόμενες. Σύμφωνα με υπολογισμούς,
τρία εκατομμύρια επιστήμονες που κατάγονται από αναπτυσσόμενες χώρες
εργάζονται (και διαθέτουν τις γνώσεις τους) στις 27 χώρες του ΟΟΣΑ. Για
κάθε έναν από αυτούς, η χώρα του έχει δαπανήσει γύρω στα 184.000 δολ.
για να τους εκπαιδεύσει. αν αυτό πολλαπλασιαστεί με τον αριθμό των
επιστημόνων που μετανάστευσαν, μιλάμε για μια τεράστια μεταφορά πόρων
από τον φτωχό Νότο στον πλούσιο Βορρά, κοντά στα 550 δισ. δολ.
Στην
Ελλάδα, το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, εμφανίζεται ήδη από την
εποχή του Εμφυλίου (άλλωστε, και τη μετανάστευση διακόσιων νέων
επιστημόνων και καλλιτεχνών με το Ματαρόα, διαρροή επιστημονικού
δυναμικού θα το ονομάζαμε με τη σημερινή ορολογία). Οι λόγοι διαφέρουν
σε κάθε περίοδο. Τότε ήταν για να αποφύγουν τον Εμφύλιο, μετά, στη
δεκαετία του ’50-’60, έφευγαν κάποιοι μηχανικοί γιατί η υποανάπτυκτη
παραγωγικά Ελλάδα δεν μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει στους τομείς
ειδίκευσής τους, στη διάρκεια της χούντας έφευγαν για πολιτικούς λόγους,
αλλά από το ’90 είναι που το φαινόμενο γιγαντώνεται.
Ο κύριος λόγος
μετανάστευσης είναι ότι ο παραγωγικός τομέας της χώρας, από εκείνο το
σημείο και έπειτα, αρχίζει να μετακινείται σε παραγωγικές δραστηριότητες
εντάσεως εργασίας, δηλαδή εργασίες που απαιτούν πλήθος ανειδίκευτων
εργατών ενώ αποσυντίθενται οι δραστηριότητες που απαιτούν ένταση
κεφαλαίου/τεχνολογίας/γνώσης. Αυτή ήταν η απάντηση των ελληνικών ελίτ
για να επιβιώσει για άλλα είκοσι χρόνια το από τότε κλυδωνιζόμενο,
παρασιτικό μοντέλο της μεταπολίτευσης. Η Ελλάδα χρειαζόταν φτηνούς,
αναλώσιμους εργαζόμενους, που τους έβρισκε στους μετανάστες, και οι
ειδικευμένοι επιστήμονες δεν απορροφούνταν, εκτός από λίγες περιπτώσεις,
όπως π.χ. ο χρηματοπιστωτικός κλάδος που γιγαντώθηκε. Τα στοιχεία που
είχαμε μέχρι πρόσφατα γι’ αυτούς τους επιστήμονες ήταν αποσπασματικά και
καμιά σοβαρή δουλειά δεν είχε γίνει τις δύο προηγούμενες δεκαετίες.
Πέρυσι μόλις ολοκληρώθηκε η πρώτη σοβαρή έρευνα του καθηγητή Λόη
Λαμπριανίδη, που μελετά το φαινόμενο διεξοδικά.
Ο καθηγητής Οικονομικής
Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας εκτιμά ότι 110.000 έως 135.000
Έλληνες επιστήμονες εργάζονται στο εξωτερικό, αριθμός που αποτελεί το
10% του συνόλου των Ελλήνων επιστημόνων (πρόκειται για ένα τεράστιο
ποσοστό, αν το συγκρίνουμε με το 2% διαρροή επιστημόνων που έχει η
Ιταλία που το θεωρεί ήδη πολύ υψηλό και παίρνει μέτρα για να το
περιορίσει). Οι μισοί σχεδόν εργάζονται σε κάποιο πανεπιστήμιο ή
ερευνητικό κέντρο και ένα σημαντικό ποσοστό σε πολυεθνικές (12%). Οι
κυριότεροι λόγοι που βγαίνουν έξω είναι για να εργαστούν στο αντικείμενό
τους, για καλύτερες αμοιβές και κάποιοι για περισσότερες γνώσεις. Ως
προς τις αμοιβές τους, ένα σημαντικό ποσοστό (46%) παίρνει πάνω από
60.000 δολ. το χρόνο, ένα 22% κινείται μεταξύ 40.000 με 60.000 δολ. και
άλλοι τόσοι στην κλίμακα 20.000-40.000 και ένα 6% κάτω από 20.000.
Ένα
σημαντικό στοιχείο που τους διαφοροποιεί από επιστήμονες προερχόμενους
από αναπτυσσόμενες χώρες, και είναι μια απόδειξη ότι η Ελλάδα βρίσκεται
σε μια ιδιότυπη θέση, είναι ότι δεν στέλνουν εμβάσματα στις οικογένειές
τους, αλλά αντιθέτως ένα ποσοστό, οι πιο χαμηλοεισοδηματούχοι, λαμβάνουν
εμβάσματα.
Η ηλικία της πλειονότητας, το 65%, κυμαίνεται μεταξύ 22-39
ετών και οι περισσότεροι παίρνουν την απόφαση να φύγουν μεταξύ 24-29
ετών (πίνακας 1), που σημαίνει ότι, για ένα διάστημα μετά τη λήψη του
πτυχίου, κάνουν προσπάθειες να βρουν εργασία στην Ελλάδα, δεν το
καταφέρνουν και φεύγουν στο εξωτερικό για συνέχιση των σπουδών ή/και
εργασία. Ως προς τις χώρες που κατευθύνονται, κυριαρχούν η Βρετανία
(32%) και οι ΗΠΑ (28%), ενώ ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι
επιλέγουν να ζουν και εργάζονται σε μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα. Το 40%
ζει σε μια από τις 10 μεγαλύτερες μητροπόλεις του κόσμου (πρώτα το
Λονδίνο, 17%, και μετά Νέα Υόρκη, Βοστόνη, Βρυξέλλες κ.α.), δηλαδή έχουν
έντονα κοσμοπολίτικα χαρακτηριστικά.
Αν θέλαμε να τους
κατηγοριοποιήσουμε σε δυο χοντρικές κατηγορίες, θα λέγαμε ότι χωρίζονται
από τη μια σε μια επιστημονική ελίτ, που προέρχεται από οικογένειες με
υψηλό μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο, με πολλούς εξ αυτών να έχουν
πάει σε ιδιωτικό σχολείο, που σε μεγάλο βαθμό (ή εξ ολοκλήρου) σπούδασαν
έξω, λαμβάνουν τους πιο υψηλούς μισθούς και έχουν τη μικρότερη σύνδεση
με την Ελλάδα, και μια δεύτερη κατηγορία, ένα «επιστημονικό
προλεταριάτο», με σημαντικά μικρότερους μισθούς και εφόδια, που θα ήταν
πιο δεκτικοί στο να επιστρέψουν ή να συνδεθούν κάπως με τη χώρα τους.
Η διέξοδος στην επαρχία και τί προοπτικές υπάρχουν
Από
την άλλη αρχίζει να διαμορφώνεται ένα εξίσου ισχυρό ρεύμα για διέξοδο
στην επαρχία. Πρόσφατα δημοσιεύτηκε μια έρευνα της Κάπα Recearch για
λογαριασμό του υπουργείου Γεωργίας, με στόχο να διερευνήσει τις
προοπτικές εγκατάστασης στην ύπαιθρο πολιτών που ζουν στην Αθήνα και τη
Θεσσαλονίκη. Το 68,2 % όσων ζουν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη δηλώνει
ότι έχει σκεφτεί να μετεγκατασταθεί στην επαρχία.
Η ηλικία της
πλειοψηφίας (56%) όσων δήλωσαν ότι σκέφτονται να πάνε στην επαρχία είναι
μεταξύ 25-39 ετών. Οι κυριότεροι λόγοι (απαντήσεις πολλαπλής επιλογής)
που τους κάνουν να σκέφτονται τη διέξοδο της επαρχίας είναι για μια
καλύτερη ποιότητα ζωής (88%,), το χαμηλότερο κόστος διαβίωσης (77%), οι
πιο ανθρώπινες σχέσεις (68%) και η αξιοποίηση της οικογενειακής
περιουσίας (26%). Το 61% απαντά ότι θα ήθελε να μετακινηθεί για πάντα.
Από αυτούς που σκέφτονται τη διέξοδο της επαρχίας, το 1/3 δηλώνει ότι
θέλει να ασχοληθεί με τον αγροτικό τομέα και τα 2/3 με άλλους τομείς.
Από τους άλλους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, στην κορυφή των
επιλογών είναι ο τουρισμός (18%), οι νέες τεχνολογίες (14,2%), οι
ανανεώσιμες πηγές ενέργειας 10,6%, κ.ά. Από όσους δήλωσαν ότι θέλουν να
απασχοληθούν στον αγροτικό τομέα, το 78% προτιμά τη γεωργία και το 15,5%
την κτηνοτροφία.
Οι αγροτικές καλλιέργειες που τους ενδιαφέρουν
περισσότερο είναι η ελιά και το λάδι, 47%, οι βιολογικές καλλιέργειες,
42,7%, τα κηπευτικά 37%, τα αρωματικά φυτά 32%, η αμπελουργία, 29,5%
κ.λπ. Αυτοί που θα προτιμούσαν να στραφούν στην κτηνοτροφία
ενδιαφέρονται, κυρίως, για σαλιγκαροτροφία 44,4%, μελισσοκομία 33,3%,
πτηνοτροφία 31,1%, αιγοπροβατοτροφία 24,4%, χοιροτροφία 22,2% κ.ά.
Σημαντική είναι και η αλλαγή που παρατηρείται ως προς την εικόνα του
αγροτικού τομέα, αφού το 63% των ερωτηθέντων βλέπει θετικά την προοπτική
να γίνει το παιδί του αγρότης. Τέλος, το 71% πιστεύει ότι, δεδομένης
της οικονομικής κατάστασης της χώρας, πρέπει να δοθεί έμφαση στην
ανάταξη της αγροτικής οικονομίας.
Η διαφοροποίηση στη στάση του
κόσμου απέναντι στον αγροτικό τομέα αποτυπώνει τις σημαντικές αλλαγές
που έχουν συντελεστεί σ’ αυτόν τον τομέα τα τελευταία τρία χρόνια. Ο
αγροτικός τομέας είναι ο μοναδικός τομέας της οικονομίας που, από το
2008 και μετά, όχι μόνο δεν συρρικνώθηκε, όπως οι άλλοι οι τομείς, αλλά
και αυξήθηκε. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του γεωργικού κλάδου, από
6,18 δισ., που υπολογιζόταν το 2008, αυξήθηκε αισθητά τόσο το 2009 σε
6,86 δισ., όσο και το 2010 σε 7,79 δισ., δηλαδή αύξηση 26% ή 1,6 δισ.
μέσα σε δύο χρόνια, όταν άλλοι τομείς οικονομίας παρουσίασαν κατακόρυφη
πτώση, π.χ. οι κατασκευές -18%, η μεταποίηση -11,8.
Άλλωστε, ο αγροτικός
κλάδος είναι ο μοναδικός στην ελληνική οικονομία όπου όχι μόνο δεν
μειώθηκαν οι θέσεις εργασίας, αλλά αυξήθηκαν κατά περίπου 60.000, από τα
μέσα 2008 μέχρι τα τέλη 2011. Η αύξηση αυτή είναι εντυπωσιακή, γιατί
μέχρι και το 2007 ο αγροτικός πληθυσμός μειωνόταν σταθερά (μόνο στη
δεκαετία 1998-2007 μειώθηκε κατά 30%) ενώ η εφαρμογή της νέας Κοινής
Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, έδειχνε
ότι έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στη γεωργία που εδώ και δεκαετίες
σταθερά συρρικνωνόταν. Η οικονομική κρίση στην οποία εισήλθε η χώρα από
το 2008 στρέφει ολοένα και περισσότερους Έλληνες στην επαρχία και τη
γεωργία.
Η στροφή προς την επαρχία και τη γεωργία είναι η μόνη
ελπιδοφόρα για τη χώρα εξέλιξη των τελευταίων χρόνων, αφού και στον
αγροτικό τομέα, μια σειρά λόγοι όπως η παραγωγική αποδιάρθρωση, η μείωση
του ενεργού αγροτικού πληθυσμού, η αλλαγή του διατροφικού μοντέλου με
την αύξηση στην κατανάλωση κρέατος κ.λπ. λόγοι κατέστησαν τη χώρα, για
πρώτη φορά στην ιστορία της, σε τόσο μεγάλο βαθμό διατροφικά
ελλειμματική.
Το αγροτικό έλλειμμα, το 2007, ξεπέρασε τα 3 δισ. ευρώ
(πίνακας 2) εκείνη τη χρονιά η Ελλάδα εξήγαγε αγροτικά προϊόντα αξίας
3,681 δισ. και εισήγαγε προϊόντα 6,7 δισ. Τα επόμενα χρόνια, το έλλειμμα
περιορίστηκε σημαντικά φτάνοντας το 1,8 δισ. ευρώ το 2010, απόρροια
τόσο της μείωσης του όγκου των εισαγωγών, όσο και της αύξησης του όγκου
των εξαγωγών (οι εισαγωγές μεταξύ 2007-10 αυξήθηκαν κατά 725 εκ.).
Τα
κυριότερα εισαγωγικά προϊόντα είναι διαχρονικά το κρέας (1,21 δισ. το
2008, 1,16 δισ. το 2010), τα γαλακτοκομικά (808 εκ. το 2008, 770 εκ. το
2010) και τα οπωροκηπευτικά (786 εκ το 2008, 672 το 2010). Σε έρευνα
μάλιστα της ΠΑΣΕΓΕΣ για το ποσοστό αυτάρκειας της εγχώριας παραγωγής σε
μία σειρά βασικών αγροτικών – διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής
παραγωγής, για το έτος 2010, διαπιστώνεται διατροφικό έλλειμμα σε πλήθος
βασικών τροφίμων, όπως το βόειο κρέας (αυτάρκεια μόλις 30,76%), το
μαλακό σιτάρι (31,94%), τα φασόλια (34,79%), το χοιρινό κρέας (38,31%),
τις φακές (41,32%), τη ζάχαρη (48,28%) κ.ά.
Με τη χώρα υπό το
φάσμα της χρεοκοπίας και τον δείκτη ανεργίας για τους νέους ηλικίας
15-24 να ξεπερνά πια το 50% και αυτούς της ηλικίας 25- 34 να φτάνει το
28,7%, οι Έλληνες καλούνται να απαντήσουν σ’ ένα μεγάλο δίλημμα: να
παραμείνουν στην πατρίδα τους και να επωμιστούν το βάρος, σε δέκα,
είκοσι χρόνια, να την ξαναστήσουν στα πόδια της, ή να επιλέξουν να
ξεφύγουν, μεταναστεύοντας. Για εκείνους που θα παραμείνουν, το
ξαναζωντάνεμα της υπαίθρου και η στροφή σε αγροτικές παραγωγικές
δραστηριότητες, σε πρώτη φάση, είναι οι απαραίτητες κινήσεις για να
καλυφθούν οι βασικές διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού, αλλά και να
αντιμετωπιστεί η ανεργία των αστικών κέντρων.
Το αρνητικό είναι ότι,
ενώ, εδώ και τρία χρόνια, η χώρα μέσω του μνημονίου οδηγείται στη
χρεοκοπία, η Πολιτεία δεν έχει επεξεργαστεί κανένα σχέδιο προκειμένου,
τη διέξοδο που επιχειρούν οι Έλληνες στην επαρχία ανοργάνωτα, να την
οργανώσει και κάπως να τη διευκολύνει. Γι’ αυτό και καταγράφονται
περιπτώσεις νέων παραγωγών που έστησαν μονάδες (π.χ. σαλιγκαροτροφίας),
κατόρθωσαν να έχουν μεγάλη παραγωγή, αλλά επειδή δεν έχουν στηθεί ακόμα
σοβαρά δίκτυα διανομής, η παραγωγή τους να πηγαίνει χαμένη. Ή ένας
μεγάλος αριθμός νέων καλλιεργητών να θέλγεται από καινούργιες
καλλιέργειες, όπως των αρωματικών φυτών, αλλά να μη γνωρίζουν ότι αυτές
τις καλλιέργειες δεν τις καλύπτει ο ΕΛΓΑ (Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών
Ασφαλίσεων). Όπως και να έχει, στις δύσκολες εποχές που έρχονται, η
επίτευξη της διατροφικής αυτάρκειας αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ για να
αντέξει η χώρα και οι Έλληνες τα όσα μας περιμένουν.
Τέλος, γι’
αυτούς που πήραν τον δρόμο της ξενιτειάς, μπορούμε να παραδειγματιστούμε
από χώρες που αντιμετώπισαν στο παρελθόν το ίδιο πρόβλημα, ίσως και σε
μεγαλύτερη έκταση, και βρήκαν τρόπους να το ξεπεράσουν. Χαρακτηριστική
είναι η περίπτωση της Κίνας, όπου από το 1978 και μετά, μετανάστευσαν
περίπου 380.000 φοιτητές και πανεπιστημιακοί. Από τη δεκαετία του ’80
ήδη, η Κίνα προσπάθησε να τους επαναπροσελκύσει προσφέροντάς τους
κίνητρα και ειδική μεταχείριση, επικαλούμενη όμως και τον πατριωτισμό
τους, αφού με σύνθημα «Η μητέρα Κίνα σε θέλει πίσω», προσπαθούσε να τους
πείσει ότι θα αποτελέσουν τους καταλύτες της αλλαγής για τη νέα Κίνα.
Και σε μεγάλο βαθμό το σχέδιο πέτυχε και είναι ένας από τους λόγους της
επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου της Κίνας.
Πλέον, βασικός στόχος
της δεν είναι η επιστροφή των επιστημόνων της, αλλά το πώς, αυτοί που
παραμένουν έξω, να επανασυνδεθούν με την πατρίδα τους και να τη
βοηθήσουν από εκεί («Υπηρέτησε την Κίνα από το εξωτερικό», είναι το νέο
σύνθημα της Κίνας). Παρόμοια προγράμματα, με ανάλογη επιτυχία, εφαρμόζει
και η Ινδία, αλλά και άλλες χώρες που μέχρι πριν λίγα χρόνια η Δύση
αφαίμασσε. Η Ελλάδα δεν εφαρμόζει κανένα τέτοιο πρόγραμμα, αλλά στις
παρούσες συνθήκες εναπόκειται στον πατριωτισμό των επιστημόνων να
ανταποδώσουν κάτι από όσα τους πρόσφερε η χώρα.
Πηγή: https://ardin-rixi.gr
Το ελληνικό τσάι του βουνού δρα και κατά του Αλτσχάιμερ
«Το ανώτερο τσάι
προέρχεται από τα ψηλά βουνά», έλεγε μια αρχαία κινεζική παροιμία. «Τα
ελληνικά βουνά» προσθέτουν σήμερα Γερμανοί επιστήμονες. Πληθαίνουν τα
δημοσιεύματα για τις θαυματουργές ιδιότητες του ελληνικού τσαγιού του
βουνού στη μάχη για την καταπολέμηση της νόσου Aλτσχάιμερ, η οποία
οδηγεί στον εκφυλισμό των εγκεφαλικών κυττάρων. Από τη νόσο πάσχουν
800.000 άτομα στη Γερμανία και περίπου 30 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο.
Τα μελλοντικά, δε, σενάρια ηχούν ακόμα πιο εφιαλτικά, καθώς αυξάνουν
τους δυνητικούς ασθενείς το 2050 σε περισσότερους από 110 εκατομμύρια
παγκοσμίως.
και επτά χρόνια είχαμε πειραματιστεί με 150 φυτά και βότανα από όλο τον
κόσμο, την Κίνα, την Ταϊλάνδη, την Ινδονησία» διηγείται στην «Κ» ο
καθηγητής Νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο του Magdeburg και διευθυντής του
ομώνυμου Ερευνητικού Κέντρου για Νευρολογικές Ασθένειες, Jens Pahnke. Η
εικοσαμελής επιστημονική ομάδα ανέλυε τα συστατικά των φυτών και τα
δοκίμαζε σε πειραματόζωα, χωρίς ωστόσο σημαντική ωφέλεια.
«Από
έρευνά μας στο Ιντερνετ, μάθαμε για τις ιδιότητες του ελληνικού βοτάνου
και αποφασίσαμε να το παραγγείλουμε το 2010», θυμάται ο Γερμανός
καθηγητής. «Είχαμε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα!» περιγράφει ο ίδιος.
Συγκεκριμένα, όταν αυτό δίδεται σε ποντίκια για 25 μέρες περιορίζει τη
βλάβη του εγκεφάλου σε ποσοστό περίπου 80%. Το επόμενο «καλύτερο»
αποτέλεσμα είχε το συστατικό Τhiethylperazin, που όμως φτάνει το 70%. Ο
38χρονος καθηγητής, που κουράρει 1.500 ασθενείς από όλο τον κόσμο
ετησίως, δοκίμασε τις ιδιότητες του τσαγιού του βουνού και στους
ανθρώπους. «Πίνοντας καθημερινά τσάι για έξι μήνες, η ασθένεια
υπαναχωρεί στο επίπεδο που ήταν εννέα μήνες νωρίτερα και μετά από αυτό
σταθεροποιείται σημαντικά», εξηγεί. «Είχα ασθενή, που είχε πρόβλημα
μνήμης και προσανατολισμού και είχε φτάσει σε σημείο που δεν μπορούσε
ούτε στην τουαλέτα να πάει μόνος τους» διηγείται. «Του χορήγησα τσάι για
δύο μήνες και τώρα έχει βελτιωθεί σε τέτοιο βαθμό που ετοιμάζεται να
πάει διακοπές με έναν φίλο τους στις Αλπεις», τονίζει.
Προς το
παρόν, ο γιατρός συνιστά να πίνουμε πολλά φλιτζάνια κρύο ή ζεστό τσάι
την ημέρα. Είναι, άλλωστε, κοινός τόπος ότι όσο νωρίτερα λαμβάνει κανείς
προληπτικά μέτρα για το Aλτσχάιμερ τόσο καλύτερα. «Συνήθως, φτάνει
κανείς στο σημείο να μη θυμάται πώς να γυρίσει σπίτι του για να
συνειδητοποιήσει ότι κάτι… “τρέχει” και να μας επισκεφθεί», επισημαίνει ο
Γερμανός γιατρός «αν, όμως, είχε υποβληθεί νωρίτερα σε κάποιο σχετικό
τεστ, θα είχε καλύτερη εξέλιξη η αρρώστια». Τα επόμενα δύο χρόνια η
επιστημονική ομάδα του Magdeburg φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα φάρμακο
από το ελληνικό τσάι (πρόκειται συγκεκριμένα για την ποικιλία “sideritis
scardica” που ενδημεί κυρίως στη Μακεδονία) σε μορφή χαπιού. Τα οφέλη
θα είναι πολλά, «θα είναι συμπυκνωμένο, οπότε η δράση του θα είναι ακόμα
πιο αποτελεσματική, ενώ ως χάπι θα είναι πιο εύχρηστο».
Φυσικά,
για να ολοκληρωθεί η διαδικασία απαιτούνται πολύ μεγάλες ποσότητες.
«Παραγγέλνουμε τόνους για να εξυπηρετήσουμε όλους τους ασθενείς»,
τονίζει. Ωστόσο, ο καθηγητής δε μας κρύβει ότι «έχουμε ξεκινήσει να
καλλιεργούμε τσάι σε κάποιες εκτάσεις στη Βουλγαρία, που συγγενεύουν
κλιματολογικά και εδαφολογικά με τα βουνά της Μακεδονίας». Και στην
εύλογη απορία μας, απαντά: «Δεν είχαμε πια την οικονομική δυνατότητα να
εισάγουμε από την Ελλάδα. Από τη στιγμή που έγινε αντιληπτό το έντονο
ενδιαφέρον μας, η τιμή του προϊόντος αυξήθηκε 600%».
Πηγές: Καθημερινή
Τι θα γίνει όταν ο λαός απαιτήσει δραχμή; Του Θέμη Τζήμα
Εδώ και τρία χρόνια, από το πρώτο μνημόνιο ακόμα, οι
ελληνικές κυβερνήσεις κάνουν ό,τι μπορούν, ώστε να κερδίσουν χρόνο οι
πιστωτές μας εις βάρος της χώρας. Κλωτσούν παρακάτω το σενάριο
κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας που θα εκδηλωθεί μάλλον ως μια
οξύτατη κρίση ρευστότητας προς το εσωτερικό και το εξωτερικό. Έτσι οι
ξένοι πιστωτές- επίσημος και ιδιωτικός τομέας- επιτυγχάνουν αφενός να
οχυρωθούν απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, αφετέρου, μαζί με το ντόπιο
κατεστημένο, να υφαρπάξουν στις χαμηλότερες δυνατές τιμές το δημόσιο
πλούτο, έχοντας ως προίκα και ένα πάμφθηνο εργατικό δυναμικό με έναν
άφθονο εφεδρικό στρατό.
Το πρώτο μνημόνιο αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο αυτής της κομμένης και ραμμένης στα μέτρα των πιστωτών μας πολιτικής.
Ακολουθήθηκε από το μεσοπρόθεσμο, το μνημόνιο ΙΙ και το PSI, που
ακύρωσε και έστρεψε εναντίον της ελληνικής οικονομίας την αναγκαία, από
χρόνια πριν, αναδιάρθρωση χρέους.
Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνούμε ότι η συμφωνία της συνόδου
κορυφής του περυσινού Οκτωβρίου, που κλήθηκε να υλοποιήσει η κυβέρνηση
Παπαδήμου και τώρα η κυβέρνηση Σαμαρά προέβλεπε κάτι πολύ σαφές: οι
Ευρωπαίοι εταίροι- θεωρώντας ότι έχουν οχυρωθεί επαρκώς απέναντι στον
“ελληνικό κίνδυνο”- ανέλαβαν να καλύψουν τις εξωτερικές υποχρεώσεις της
χώρας και να απεμπλακούν από την παροχή χρημάτων για τις εσωτερικές της
ανάγκες, με ανταλλάγματα για τους ίδιους, την προνομιακή πρόσβασή τους
στα όποια πρωτογενή μας πλεονάσματα, όποτε αυτά επιτευχθούν και φυσικά
τη λεηλασία του δημοσίου πλούτου.
Επισείοντας την πλήρη υλοποίηση αυτής της συμφωνίας, δηλαδή τη μη
απόδοση ούτε ευρώ για τις εσωτερικές ανάγκες της χώρας, το ευρωπαϊκό και
εγχώριο οικονομικό- πολιτικό κατεστημένο εκβιάζει ξανά τον ελληνικό λαό
και τους βουλευτές της συμπολίτευσης ώστε να περάσει το νέο πακέτο
μέτρων περαιτέρω φτωχοποίησης διά της εσωτερικής υποτίμησης και το
ξεπούλημα όλων των εν δυνάμει δημοσίων αναπτυξιακών εργαλείων.
Η αποδοχή του νέου εκβιασμού ωστόσο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο σενάριο που αποτελεί το εργαλείο του εκβιασμού:
στη ραγδαία επιδείνωση αρχικά και κατάρρευση, αργότερα, της χώρας. Η
λήψη και των νέων μέτρων θα οδηγήσει σε δύο βασικούς άξονες
αποτελεσμάτων: στο πολιτικό επίπεδο ο ελληνικός λαός θα κατηγοριοποιηθεί
οριστικά ως μη πρεσβεύων συστημική πολιτική “απειλή”. Κάθε νέα επιτυχία
της στρατηγικής του σοκ, του φόβου και της ενοχοποίησης του λαού
αποδυναμώνει ακόμα και για το μέλλον, τη διαπραγματευτική θέση της χώρας
και ενισχύει τη συγκυβέρνηση της μνημονιακής παλινόρθωσης. Εμπεδώνει
τους πολιτικούς σχεδιασμούς του κατεστημένου και το αίσθημα ασφάλειάς
του.
Στο οικονομικό επίπεδο, θα επιβεβαιώσει και θα επιδεινώσει την
αποτυχία του οικονομικού προγράμματος σε ό,τι αφορά τους ρητούς και
διακεκηρυγμένους στόχους του – δημοσιονομικούς και αναπτυξιακούς-
μεταφέροντας το βάρος της “ενοχής” για την αποτυχία στο λαό και σε ένα
αναλώσιμο τμήμα της εγχώριας πολιτικής ελίτ.
Οι δύο παραπάνω άξονες αποτελεσμάτων πιθανότατα θα
αποτελέσουν τις βάσεις για το σενάριο ραγδαίας επιδείνωσης αρχικά και
κατάρρευσης αργότερα: σε αυτό το σενάριο, οι “απηυδισμένοι”
Ευρωπαίοι από τις διαρκείς “ελληνικές αποτυχίες”, θα κάνουν το
μοιραίοόπως θα αποδειχθεί και για τους ίδιους, λάθος και θα “αποσυρθούν”
από τις εσωτερικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα να
προκληθεί μια μεγάλη κρίση εσωτερικής ρευστότητας. Η επιδείνωση αυτή
μάλλον δε θα λάβει το χαρακτήρα μιας στάσης πληρωμών προς τα έξω αλλά
μιας εξαιρετικά εκτεταμένης εσωτερικής στάσης πληρωμών που θα φτάσει έως
του επιπέδου αδυναμίας λειτουργίας βασικών κρατικών υποδομών,
συμπεριλαμβάνοντας ίσως και τμήματα του εγχωρίου τραπεζικού τομέα. Οι
πολιτικές εξελίξεις θα είναι επίσης ραγδαίες.
Ένα μεγάλο τμήμα του λαού αντιμετωπίζοντας την άμεση, δραματική
έλλειψη ρευστότητας και τη μη λειτουργία πολύ κρισίμων κρατικών υποδομών
μπορεί σε εκείνη τη φάση να μεταστραφεί και από τη στήριξη στο ευρώ να
απαιτήσει εθνικό νόμισμα. Η όποια τότε ελληνική κυβέρνηση θα
κληθεί να αποφασίσει: θα μείνουμε με κάθε κόστος, ακόμα και αυτό ενός
επιδεινουμένου φαύλου κύκλου στο ευρώ ή θα κάνουμε το άλμα εκτός, προς
το εθνικό νόμισμα;
Είναι το παραπάνω, το πιθανότερο σενάριο; η “λογική” λέει όχι. Το
ευρώ ήδη τείνει προς την αποσύνθεση. Η κρίση από τη στιγμή που θα
σαρώσει τα τελευταία αδύναμα, ισπανικά φράγματα θα σκάσει ορμητικά στην
πόρτα της Γαλλίας περνώντας από την Ιταλία και κατόπιν θα χτυπήσει τη
Γερμανία. Από αυτή τη σκοπιά, η προώθηση από τον ξένο παράγοντα του
σεναρίου της ελληνικής κατάρρευσης απλά θα επιβεβαιώσει τους φόβους ή
“φόβους” για την επισημοποίηση της εκκίνησης αποσύνθεσης του ευρώ. Άρα
με κάθε τρόπο η επιδείνωση της κρίσης στην Ελλάδα θα πρέπει να
εμποδιστεί και από μια τιμωρητική πολιτική θα πρέπει να επανέλθουμε
τουλάχιστον στη συζήτηση με βάση την πραγματικότητα της μνημονιακής
αποτυχίας να βγάλει τη χώρα από την κρίση.
Από την άλλη όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ηγεσίες πολύ ικανότερες
από τις σημερινές ευρωπαϊκές ηγεσίες έσυραν τους λαούς της ηπείρου και
του κόσμου σε πολύ μεγαλύτερες καταστροφές, που κάθε “λογική” ανάλυση
απέκλειε. Επιπλέον, το παρόν ευρωπαϊκό κατεστημένο κάθε άλλο παρά ικανό ή
πρόθυμο αποδείχθηκε να περιορίσει έστω την κρίση.
Σήμερα λοιπόν υπάρχουν δυο βασικές αναγκαιότητες: η μια είναι να δώσουν ο λαός και η αριστερά μάχη για να αποτύχει η κυβέρνηση. Τυχόν
κυβερνητική επιτυχία θα ενισχύσει περαιτέρω την οχύρωση και την
κερδοσκοπία τμήματος των πιστωτών μας εις βάρος του λαού. Τα μέτρα δεν
πρέπει να περάσουν. Πρέπει να συγκροτήσουμε άμεσα ένα μεγάλο, ενιαίο και
πολύπλευρο αγωνιστικό μέτωπο ενάντια στην κυβερνητική πολιτική. Εκεί
πρέπει να δώσει -και- η αριστερά την προσοχή της αντί σε εσωστρεφείς
διαδικασίες.
Η δεύτερη αναγκαιότητα είναι η ετοιμασία κυβερνητικού
προγράμματος που, αν ήθελε υλοποιηθεί το σενάριο της ραγδαίας
επιδείνωσης, θα αποτρέψει την κατάρρευση και θα θέσει τις βάσεις
ανασυγκρότησης της χώρας. Δηλαδή ένα κοινό κυβερνητικό
πρόγραμμα αριστερών, σοσιαλιστών και ορισμένων εν γένει προοδευτικών
δυνάμεων, που θα στοχεύει να σταθεροποιήσει άμεσα την οικονομική,
κοινωνική και πολιτική κατάσταση, να αποκαταστήσει βασικές κρατικές
λειτουργίες και να υλοποιήσει ένα σχέδιο βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης,
μέσα από δημοκρατικό σχεδιασμό και χρήση όλων των δημοσίων και
ιδιωτικών αναπτυξιακών εργαλείων.
Επιπλέον όμως, η επέλευση του πιο πάνω σεναρίου επιδείνωσης
θα απαιτήσει τη λήψη της κρίσιμης στρατηγικής απόφασης σχετικά με το
νόμισμα της χώρας. Τότε θα μετρηθεί η ωριμότητα των πολιτικών
δυνάμεων στην πράξη, η αποφασιστικότητα του λαού και θα αποδειχθεί η
αξία της θέσης ότι το ευρώ δεν είναι φετίχ. Το ευρώ τότε, όχι μόνο δε θα
είναι φετίχ αλλά ίσως θα είναι και ανεπιθύμητο από μεγάλες λαϊκές
μάζες, όπως βεβαίως και από ένα τμήμα του εγχωρίου παρασιτισμού. Από
αυτό το τμήμα δηλαδή που θα έχει βρεθεί σε τέτοια θέση ισχύος, χάρη
ακριβώς στις μνημονιακές πολιτικές διασφάλισης- υποτίθεται- της
παραμονής μας στο ευρώ, ώστε να μπορεί να κερδοσκοπήσει περαιτέρω, χάρη
στη μετάβαση από το ένα νόμισμα στο άλλο. Εκεί είναι που θα αποδειχθεί
ότι το δεξιό και αριστερό, το υπεύθυνο και το ανεύθυνο δεν ταυτίζονται
με το δίλημμα ευρώ ή δραχμή αλλά με το ερώτημα με ποια πολιτική εντός
ευρώ και με ποια εκτός ευρώ.
Τότε είναι που η αριστερά, θα κριθεί, διότι πολύ πιθανά θα
κληθεί να κυβερνήσει, μέσα σε περιβάλλον γενικευμένης κρίσης και
οξύτατης έντασης. Για αυτά τα καθήκοντα πρέπει να ετοιμαστεί από τώρα, καθώς ίσως να βρίσκονται πολύ πιο κοντά από όσο εικάζουμε.
Τα όρια της ανάπτυξης
Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι η οικονομική ιδεολογία της ανάπτυξης έχει
φτάσει στα όριά της. Όμως τι μπορεί να μας βγάλει από αυτό το αδιέξοδο;
Για πρώτη φορά έγινε στο Βερολίνο, από τις 20-22 Μαΐου, μια εκδήλωση με
τίτλο: «Πέραν της ανάπτυξης», που έφερε στο προσκήνιο έναν ζωηρό διάλογο
ανάμεσα στις πιο διαφορετικές απόψεις.
Σε περίοδο γενικευμένης
κρίσης και αμφισβήτησης του κυρίαρχου οικονομικο – κοινωνικού μοντέλου
το συνέδριο της ΑΤΤΑΚ, στο Βερολίνο, είναι επίκαιρο και δείχνει την
κατεύθυνση του γόνιμου προβληματισμού για οριστική έξοδο από την κρίση
που απειλεί τα ίδια τα θεμέλια της ζωής και όχι μόνο της ανθρώπινης.
Θα
περίμενε κανείς να εμφανιστούν περιθωριακοί, αρνητές της κατανάλωσης
και ασκητές. Όμως, ανάμεσα στους 2000 ανθρώπους, που συζητούσαν στο
Πολυτεχνείο του Βερολίνου σχετικά με την κριτική της ανάπτυξης, υπήρχαν
πολλοί λίγοι που θάθελαν να γυρίσουν το ρολόι στο παρελθόν. Αντί γιʼ
αυτό οι συζητήσεις είχαν ζωηρέψει, ανάμεσα στους νέους κυρίως, που
συμφωνούσαν βασικά ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το οικονομικό
μοντέλο. Όπως φαίνεται από τα κείμενά τους, που δημοσιεύτηκαν σε
γερμανικές εφημερίδες, υπήρχαν ιδεαλιστές αλλά κυρίως ρεαλιστές που
αναζητούσαν μια πολιτική απάντηση για έξοδο από το σημερινό οικονομικό
σύστημα που οδηγεί σίγουρα σε οικολογική και κοινωνική καταστροφή.
Όλοι
συμφωνούσαν ότι θα πρέπει να μεγαλώσει αυτό που είναι σωστό και να
συρρικνωθεί ότι είναι λάθος. «Σωστό» θεωρούσαν οι σύνεδροι την
αποκέντρωση της ενεργειακής προμήθειας, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας,
δημόσια αγαθά, μόρφωση, μείωση του χρόνου εργασίας, αναδιανομή του
παραγόμενου πλούτου. «Λάθος» είναι αντιθέτως τα πυρηνικά εργοστάσια, η
βιομηχανική κτηνοτροφία και η πολεμική βιομηχανία. Όμως εδώ άρχισαν οι
δυσκολίες. Και τι θα γίνει με τους φορητούς υπολογιστές, τα κινητά
τηλέφωνα, και άλλα σύμβολα του καταναλωτικού καταναγκασμού της κοινωνίας
μας;
Ένας εκπρόσωπος των Συνδικάτων Μετάλλου είπε ότι ένα μέρος
του καπιταλιστικού υπερπροϊόντος θάπρεπε να πάει όχι σε ιδιωτικές τσέπες
αλλά να χρησιμοποιηθεί για χρήσιμα κοινωνικά προϊόντα όπως είναι ο
προαστιακός σιδηρόδρομος, τα σχολεία ακόμη και οι προσωπικοί
υπολογιστές, σε προσιτές τιμές, με τους οποίους οι ενεργοί πολίτες
μπορούν να ανταλλάξουν ιδέες για μια αντικαπιταλιστική στρατηγική.
Ένας
οικονομολόγος από το Ίδρυμα Φρίντριχ-Έμπερτ δημιούργησε αναστάτωση στο
ακροατήριο όταν υποστήριξε ότι «η ανάπτυξη είναι η προϋπόθεση για την
γενική ευημερία». Πιστεύει ότι «μόνο με αυτό τον τρόπο θα ελέγξουμε την
σημερινή κρίση…». Αυτό που τον ανησυχεί είναι ή αύξηση του παγκόσμιου
πληθυσμού. Πρότεινε λοιπόν στις ανεπτυγμένες χώρες την «πολιτική του
ενός παιδιού» σε κάθε οικογένεια, αφού ένα παιδί στις βιομηχανικές χώρες
χρησιμοποιεί πόρους ισοδύναμους με εκείνους πενήντα παιδιών στις
αναπτυσσόμενες χώρες.
Οι συζητήσεις υπήρξαν δημιουργικές επειδή
έφερναν πιο κοντά τις πιο διαφορετικές απόψεις οικολόγων,
αντικαπιταλιστών, και συνδικαλιστών. Στις διάφορες αίθουσες
πρωτοστατούσαν νέοι από τα πανεπιστήμια παρά από τα εργοστάσια. Οι
περισσότεροι πιστεύουν ότι η οικονομική παραγωγή στον πλούσιο Βορρά θα
πρέπει να περιοριστεί αν θέλουμε να ζήσουν και οι φτωχοί του κόσμου
καλύτερα. «Η ανάπτυξη, με το να κάνει μεγαλύτερη την πίττα, είναι ο
μηχανισμός με τον οποίο παρακάμπτεται το πρόβλημα της αναδιανομής».
Θάπρεπε λοιπόν να περιορίσουμε την ατομική μας κατανάλωση. «Μια
μετρημένη ζωή, καλά ακούγεται αλλά τι θα γίνει με την επιθυμία μας για
μακρινά ταξίδια; Ένας σαραντάχρονος οικονομολόγος είπε ότι ήρθε για να
ακούσει αν και πως είναι δυνατόν να εναρμονιστούν όλα αυτά. «Ίσως δεν
θάπρεπε να αρχίσουμε με τα αεροπορικά ταξίδια…».
Μια 24χρονη
σπουδάστρια είπε ότι βλέπει στην καταναλωτική μανία των ανθρώπων το
κεντρικό πρόβλημα. «Ο καθένας πρέπει να αλλάξει κάτι… αυτό μπορεί να
σημαίνει όχι στο αυτοκίνητο, όχι στα αεροπορικά ταξίδια, όχι στο κρέας.
Όμως πως μπορεί να βγάλει κανείς από το μυαλό του την επιθυμία για νέα
παπούτσια ή μια νέα τηλεόραση»; Το ερώτημα μένει για πολλούς αναπάντητο,
αφού δεν έχει καθοριστεί σε πιο βαθμό η αγοραστική επιθυμία καθορίζει
την αναπτυξιακή λογική.
«Δεν μας μένει πολύς χρόνος. Έχουμε 20,
30 χρόνια για να το κατορθώσουμε. Όμως δεν μπορούμε να περιμένουμε την
αλλαγή της συνείδησης». Για την «κουλτούρα του αρκετά» δεν μπορεί να
βρει κανείς πλειοψηφίες έξω από τις αίθουσες του συνεδρίου, ίσως μόνο
για τεχνολογικές καινοτομίες. Ένας από τους συνιδρυτές της ΑΤΤΑΚ ο Σβέν
Γκίγκολτ, που βρίσκεται τώρα με τους Πράσινους στο Ευρωκοινοβούλιο,
συνηγορεί με πάθος για το νέο Πράσινο Πρόγραμμα. Δηλαδή για 100 τις
εκατό ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενεργειακή αποδοτικότητα, ανακύκλωση.
Η
πρόταση του δεν βρήκε καλή υποδοχή. Πολλοί υποστήριξαν ότι το πρόγραμμα
αυτό θα «πρασινίσει τον καπιταλισμό», αφήνοντας τα όλα όπως ήταν πάντα.
«Μια τεχνολογική επανάσταση δεν αρκεί χρειάζεται μια κοινωνική»
υποστήριξε μια νεαρή σπουδάστρια. Ο Γκίγκολντ το θεώρησε αυτό ως
φραστικό ριζοσπαστισμό που παραγνωρίζει την ευκαιρία για ένα μεγάλο βήμα
προς τα μπρος. «Αν μια βιομηχανική χώρα όπως η Γερμανία αλλάξει
αναπτυξιακό μοντέλο αυτό θα έχει παγκόσμια συμβολική δύναμη».
Ισχύει
όμως η συζήτηση για τα όρια της ανάπτυξης και για το Νότο; «Άδεια
στομάχια δεν μπορούν να μικρύνουν πρέπει να γεμίσουν» ήταν η απάντηση.
Κάποιοι όμως υποστήριξαν ότι θα πρέπει να ξεκόψουμε από τον
καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο». Η
αμφισβήτηση της ανάπτυξης δεν είναι στην ημερήσια διάταξη των χωρών του
Νότου, ούτε και των αριστερών κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής, όπως
είναι η κυβέρνηση του Εκουαντόρ, που στο νέο της σύνταγμα ενέταξε τη
Φύση στα υποκείμενα με δικαιώματα. Ένα εντυπωσιακό βήμα στα χαρτιά που
θα δυσκολευτεί να υλοποιηθεί αφού υπάρχει μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στους
παραδοσιακούς εκπροσώπους της ανάπτυξης που στηρίζεται στα ορυκτά
καύσιμα και τους εκπροσώπους της «καλής ζωής».
Πώς θα γίνει το
πέρασμα στην μετα-αναπτυξιακή κοινωνία δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Θα
χρειαστεί πολύ δουλειά στα θεμέλια της αλληλέγγυας οικονομίας, στο
πρόβλημα του καταναλωτισμού και στην συναφή πολιτισμική επανάσταση μέχρι
να φτάσουμε να παραδεχτούμε τη Φύση ως νομικό υποκείμενο…
Μια
επίσης ενδιαφέρουσα συζήτηση αφορούσε στη σχέση οικολογίας και
εξωτερικής πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Χαρακτηριστικό είναι το
παράδειγμα της Β. Αμερικής που είχε πρωτοδιατυπώσει την προβληματική των
ορίων της ανάπτυξης πριν από 40 χρόνια. Στα μισά της δεκαετίας του 60
δημιουργήθηκε το οικολογικό κίνημα που αποκρυσταλλώθηκε σε νομοθετικές
μεταρρυθμίσεις. Στη συνέχεια στη δεκαετία του 80, επί Ρόναλντ Ρήγκαν,
στο κορύφωμα του ψυχρού πολέμου, ανατράπηκαν όλα. Η χώρα που βάζει σε
κίνδυνο την επιβίωση της ανθρωπότητας συνεχίζει μια προκλητική εξωτερική
πολιτική και διεκδικεί τους ενεργειακούς της πόρους συχνά με πολέμους,
όπως έγινε με την κυβέρνηση Μπους. Ακόμη και ο πρόεδρος Ομπάμα πολύ λίγα
κατάφερε στο ζήτημα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής Πως μπορεί
να επικρατήσουν σε όλο τον πλανήτη οικολογικοί στόχοι όταν βρισκόμαστε
κάτω από την ηγεμονία μιας υπερδύναμης που δεν παίρνει στα σοβαρά την
οικολογική προβληματική; Δεν θα αναγκαστεί και η ανταγωνιστική της Κίνα
να κάνει το ίδιο; Μήπως για να φτάσουμε σε ειρήνευση με τη φύση
χρειαστεί να περάσουμε πάλι μέσα από πολέμους, όπως έγινε συχνά στην
Ιστορία της ανθρωπότητας; Μπροστά σʼ αυτόν τον κίνδυνο είναι απόλυτα
απαραίτητο να επεξεργαστούμε εναλλακτικά μοντέλα και να σκεφτούμε
τρόπους για την υλοποίησή τους.
Και η αριστερά τι κάνει; Μήπως
της λείπει το σχετικό όραμα; Ενδιαφέρουσες είναι οι σχετικές απαντήσεις
που έδωσε ο Αλέξης Πασσαδάκης, πολιτικός επιστήμονας και μέλος της
Συντονιστικής Επιτροπής της ΑΤΤΑΚ, μιλώντας για το πρόβλημα της
ανάπτυξης και την μεταναπτυξιακή οικονομία της αλληλεγγύης. Θεωρεί ότι η
συζήτηση για τα όρια της ανάπτυξης είναι πολύ σημαντική αυτή την στιγμή
που πολλά μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής
αποδεικνύονται αναποτελεσματικά και θέτουν σε αμφισβήτηση την μορφή της
τωρινής οικονομίας. Ένα δεύτερο καταλύτη βλέπει στην χρηματιστική κρίση
και την κατάρρευση του 2008. Ενόψει αυτών των οικολογικών και
οικονομικών κρίσεων μπαίνει το ερώτημα τι θα γίνει με το πρόβλημα της
ανάπτυξης, που συχνά συγχέεται με την μεγέθυνση.
Σημεία επαφής
βρίσκονται και με το κίνημα ενάντια στα πυρηνικά εργοστάσια, που πήρε
μεγάλη δημοσιότητα μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα. Όμως πολλοί
υποστηρίζουν ότι η ενεργειακή στροφή της Γερμανίας σχετίζεται κυρίως με
τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και πιο αποτελεσματικές τεχνολογίες,
δηλαδή με τεχνοκρατικές απαντήσεις που δεν αμφισβητούν την μορφή της
οικονομίας και δεν θεματοποιούν μαζί και την οικολογική κρίση. Αυτό
ακριβώς επιχειρεί η κριτική της ανάπτυξης.
Η κριτική της
ανάπτυξης μπορεί να μην είναι καινούργια όμως, μπροστά στις πολλαπλές
κρίσεις των τελευταίων χρόνων και την συνεχιζόμενη εκμετάλλευση των
χωρών του Νότου, βρίσκει νέους οπαδούς ανάμεσα στους αριστερούς και σε
όσους αντιμάχονται την παγκοσμιοποίηση.
Την πετυχημένη επιλογή
του θέματος του συνεδρίου για τα όρια της ανάπτυξης την αποδεικνύει όχι
μόνο η συμμετοχή διασημοτήτων, στις 70 ομάδες εργασίας, όπως είναι η
βραβευμένη με το εναλλακτικό Νόμπελ Βαντάνα Σίβα από την Ινδία, και ο
υπουργός ενέργειας από το Εκουαντόρ, αλλά κυρίως η μεγάλη συμμετοχή
εκπροσώπων και μελών ιδρυμάτων των Σοσιαλδημοκρατών, των Πράσινων, του
κόμματος της Αριστεράς, και του Συνδικάτου Μετάλλου.
Ελπίζουμε
σύντομα να ζήσουμε και στην Ελλάδα μια τέτοια γόνιμη και εντελώς
αναγκαία συζήτηση, σε περίοδο απεγνωσμένης αναζήτησης αναπτυξιακού
διεξόδου, για την οικονομία το περιβάλλον και την κοινωνία της χώρας
μας.
Σκέψεις πάνω στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «Κοινωνικοποίηση: Η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης.
Θα
μπορούσε να πει κάποιος ότι εδώ ο κόσμος καίγεται και ο Κολέμπας με το
Γιόκαρη ασχολούνται με την οικολογία την ενέργεια τα φωτοβολταϊκά και
τις ανεμογεννήτριες.
Και όμως οι συγγραφείς βρίσκουν τον τρόπο
να συνδέσουν τα βατ όχι μόνο με την ελληνική αλλά και με την παγκόσμια
οικονομική κρίση θεωρώντας την ως το αδιέξοδο ενός υπερκαταναλωτικού και
ενεργοβόρου μοντέλου για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Είναι
το αδιέξοδο που προκαλείται από την κυριαρχία της οικονομίας πάνω στην
κοινωνία, είναι το αδιέξοδο που προκαλεί η επιδίωξη του μεγαλύτερου
οικονομικού κέρδους ανεξαρτήτως κοινωνικού και περιβαλλοντικού κόστους.
Η
σύνδεση, ωστόσο, που επιχειρείται στο βιβλίο ανάμεσα στην ενέργεια και
την οικονομική κρίση, δεν έχει να κάνει τόσο με την εξέταση των αιτιών
και των χαρακτηριστικών της κρίσης όσο με την ανάδειξη εναλλακτικών
τρόπων ώστε να διαμορφωθούν ευνοϊκές συνθήκες για εναλλακτικές προς τον
καπιταλισμό προτάσεις.
Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια τέτοια πρόταση αλλά κυρίως μια πρακτική.
Στο
πλαίσιο αυτό θα κάνω κάποιες επισημάνσεις που νομίζω ότι έχουν σημασία
για την διαμόρφωση ευνοϊκών συνθηκών για μετακαπιταλιστικές και
αυτόνομες κοινωνίες.
• Οι δημιουργικές αντιστάσεις, η σημασία του πράττειν, το πέρασμα από την κριτική και την άρνηση στην δημιουργία
• Η μικρή κλίμακα και η δημιουργία συλλογικών αγαθών
• Η σύνδεση του τοπικού με το παγκόσμιο
• Η Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία ως «κυβερνητικό» πρόγραμμα.
Οι δημιουργικές αντιστάσεις, η σημασία του πράττειν, το πέρασμα από την κριτική και την άρνηση στην δημιουργία
Το
κίνημα των πλατειών ανέδειξε σε βασικό αίτημα την άμεση δημοκρατία και
αυτό γιατί όλο και περισσότερο γίνεται φανερό ότι την κοινωνία που
οραματίζεσαι δεν μπορεί να την δημιουργήσει κανένας άλλος πέρα από εσένα
και την συμμετοχή σου σε συλλογικές διαδικασίες.
Η
άλλη κοινωνία δεν είναι ένα ακόμη προϊόν προς κατανάλωση αλλά
δημιουργία μιας άλλης καθημερινότητας. Η δημιουργία μιας νέας
καθημερινότητας, σημαίνει δημιουργία όλων εκείνων των στοιχείων που την
συνθέτουν, βασισμένων όμως στις νέες αξίες και στις νέες ανάγκες.
Βασισμένες σε σχέσεις ισοτιμίας, συνεργασίας, μοιράσματος, αυτονομίας.
Η
καλλιέργεια άλλων σχέσεων παραγωγής, διακίνησης και κατανάλωσης
προϊόντων και υπηρεσιών είναι το βήμα μετά την άρνηση του κυρίαρχου
τρόπου παραγωγής.
Η ανάπτυξη συνεργατικών και αλληλέγγυων σχέσεων είναι η απάντηση στον ανταγωνισμό.
Η ανάπτυξη αμεσοδημοκρατικών θεσμών είναι το επόμενο βήμα μετά την άρνηση των θεσμών αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Η
δημιουργία και δοκιμασία στην πράξη αμεσοδημοκρατικών θεσμών,
εναλλακτικών τρόπων παραγωγής, κοινωνικών σχέσεων δίνει την δυνατότητα
να επισημανθούν θεωρητικές αστοχίες, να αναστοχαστούμε, να μπουν
καινούργια ερωτήματα, αλλά πάνω από όλα δίνεται η δυνατότητα να
αποδειχτούν εφικτές/βιώσιμες προτάσεις που μέχρι τώρα χαρακτηρίζονται
και απαξιώνονται ως ουτοπικές.
Η παραγωγή, διάθεση και
κατανάλωση ενέργειας στις σύγχρονες κοινωνίες είναι βασική ανάγκη και
στοιχείο που θα καθορίσει την άλλη κοινωνία, την άλλη καθημερινότητα.
Γιαυτό και είναι πολύ σημαντικό το βιβλίο.
Ένα θέμα, μια
δραστηριότητα που την έχουμε εκχωρήσει είτε στις εταιρείες είτε στο
κράτος ο Κολέμπας και ο Γιόκαρης τολμούν να το ανιχνεύσουν και να θέσουν
τις βάσεις για το πώς μπορούμε να το διαχειριστούμε. Και αυτό όχι όταν
θα πάρουμε την εξουσία αλλά από σήμερα.
Ανάμεσα
στον οικονομικό φιλελευθερισμό που καταστρέφει την κοινωνία και την φύση
και τον αποτυχημένο κρατισμό του κεντρικού σχεδιασμού, ας επιχειρήσουμε
την οικονομία των κοινωνιών.
Η μικρή κλίμακα και η δημιουργία συλλογικών αγαθών
Ένα
ζήτημα που προκύπτει από την εμπειρία της «παγκοσμιοποίησης» είναι το
επίπεδο, η κλίμακα, που το ατομικό και συλλογικό πράττειν μπορεί να
δημιουργήσει καθημερινότητες με χαρακτηριστικά αυτοοργάνωσης,
αμεσοδημοκρατίας, ισοτιμίας.
Για να διαθέτουμε την επιλογή των πολλών
και φτηνών προϊόντων χρειάζονται τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών και
ενέργειας, μεγάλες παραγωγικές μονάδες, μεγάλα δίκτυα μεταφοράς και
διάθεσης εμπορευμάτων.
Είναι αναγκαίες εκείνες οι απρόσωπες μονάδες
παραγωγής που ο δημιουργός/παραγωγός χάνει την σχέση του με το
έργο/προϊόν του. Χρειάζονται οι μεγάλες μονοκαλλιεργιτικές εκτάσεις,
όπου ένα πελώριο μεταφορικό μέσω χρησιμοποιώντας τους μεγάλους και
ταχείς δρόμους, θα μετατρέψει την παραγωγή σε εμπόρευμα. Χρειάζονται οι
παγκοσμιοποιημένες και «ελεύθερες» αγορές όπου οι μάνατζερς και οι
διευθυντές θα αγοράσουν φτηνά τα δημητριακά από την Αφρική για να τα
πουλήσουν πανάκριβα, ως κορνφλέιξ, στην Ευρώπη.
Είναι δυνατόν να
θέλουμε να αγοράζουμε φτηνά προϊόντα και ο εργάτης/δούλος των πλωτών
βιομηχανιών να πληρώνεται «δίκαια»; Είναι δυνατόν να μην χρειάζεται
μεσάζοντας όταν μεγαλώνει το κενό ανάμεσα στον δημιουργό/παραγωγό και
τον χρήστη/καταναλωτή; Είναι δυνατόν να αναστρέψεις την πορεία
καταστροφής/λεηλασίας της φύσης καταναλώνοντας όλο και μεγαλύτερες
ποσότητες ενέργειας;
Το κίνημα της αποανάπτυξης, δείχνει μια διέξοδο από τις αντιφάσεις. Όσο
η κλίμακα μικραίνει τόσο ευνοούνται οι άμεσες και ισότιμες σχέσεις. Όσο
η κλίμακα μεγαλώνει τόσο αναπτύσσονται οι ενδιάμεσοι και η
γραφειοκρατία.
Η αποτελεσματικότητα στην προστασία του
περιβάλλοντος, στην εξοικονόμηση συλλογικών και μη ανανεώσιμων αγαθών,
στη μη εκμετάλλευση, στην ισοτιμία των σχέσεων δεν βρίσκεται στην
παγκόσμια κλίμακα και στον ανταγωνισμό αλλά σε μικρότερες κλίμακες και
στην αλληλεγγύη, στην αλληλοϋποστήριξη, στον συνεργατισμό.
Αν η
ανάπτυξη δείχνει να είναι ερώτημα επιβίωσης για την κυρίαρχη ιδεολογία, η
αλλαγή κλίμακας δείχνει να είναι αναγκαία για τα κοινωνικά κινήματα.
Πως
η τοπικοποίηση της παραγωγής και της διάθεσης προϊόντων βρίσκει
εφαρμογή στον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς του βιβλίου εξετάζουν την
κοινωνικοποίηση της ενέργειας;
Γεγονός είναι ότι η παραγωγή
ενέργειας χρειάζεται τις περισσότερες φορές δίκτυα μεγαλύτερα από τα
όρια μεμονωμένων κοινοτήτων και πόλεων. Ωστόσο, τόσο οι κοινότητες όσο
και η δημιουργία εταιρειών λαϊκής βάσης μπορεί να είναι εργαλεία για να
ασκείται ο κοινωνικός έλεγχος.
Η τοπικοκοποήση των κοινωνικών αναγκών συμπληρώνεται από την κοινωνικοποίηση της δημιουργίας, της ευθύνης, των αγαθών. Είναι τα συλλογικά αγαθά, προσβάσιμα σε όλους, παραγόμενα αν είναι δυνατόν σε τοπική κλίμακα, που οφείλουμε να δημιουργήσουμε.
Η σύνθεση του τοπικού με το παγκόσμιο
Ένα
θέμα που προκύπτει συζητώντας για τις δημιουργικές αντιστάσεις, που
αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια, είναι κατά ποιο τρόπο αυτά τα
εγχειρήματα μπορούν να συνθέσουν εκδοχές κοινωνικής οργάνωσης. Πως
δηλαδή το τοπικό θα συνδιαλέγεται με το παγκόσμιο, πως το ατομικό θα
διατηρεί την υπόσταση του στο κοινωνικό, πως θα περάσουμε από το μερικό
στο συνολικό
Τα κοινωνικά σύνολα, οι κοινωνικές συσσωματώσεις,
διαθέτουν πολυποίκιλους δεσμούς σε πολυποίκιλες ισορροπίες. Οι σχέσεις
είναι και οριζόντιες και κάθετες και πολυεπίπεδες.
Άλλη είναι η
κλίμακα για την διακίνηση τοπικών προϊόντων και άλλη για την παγκόσμια
διακίνηση πρώτων υλών. Η πιθανώς αναγκαία πιστοποίηση για την διακίνηση
ενός προϊόντος στην παγκόσμια κλίμακα δημιουργεί γραφειοκρατία και
κόστος στην τοπική αγορά.
Η αναγκαιότητα της διαφορετικότητας που
καλλιεργείται μέσω του παγκόσμιου ιντερνετικού δικτύου δεν ευνοείται στα
περιορισμένα όρια μιας τοπικής κοινωνίας.
Δεν μπορεί στο Μεξικό να
αναγνωρίζεται ένα νόμισμα που χρησιμοποιείται μόνο στην Σύρο. Δεν μπορεί
όλες οι υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο να παρέχονται μέσω τράπεζας χρόνου.
Δεν μπορείς επ’ άπειρον να ανταλλάσεις ρούχα, κάποια στιγμή θα φθαρούν.
Τα βότανα δεν γιατρεύουν τα πάντα. Δεν μπορεί να διαβουλεύονται με τον
ίδιο τρόπο 1.000 άτομα και 1.000.000.
Η
δημιουργία μιας κοινωνίας, όπου ικανοποιούνται οι ατομικές και
συλλογικές ανάγκες, λαμβάνεται υπόψη το κοινωνικό και περιβαλλοντικό
κόστος και ταυτόχρονα είναι εφικτός ο κοινωνικός έλεγχος, το δικαίωμα
στην διαφορά, η ισοτιμία των συμμετεχόντων είναι μια συνεχής
διαδικασία.
Η αναζήτηση αυτής της «ισορροπίας» είναι από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας.
Η Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία ως «κυβερνητικό» πρόγραμμα
Το
ζήτημα που προκύπτει κάθε φορά που μια νέα ματιά/προσέγγιση αναζητά την
«ιδεατή κοινωνία» είναι η αναγωγή της σε καθολική πρόταση. Η κάθε
θεωρία προσλαμβάνεται ως πασπαρτού ικανό να ανοίξει όλες τις πόρτες.
Η
ομοιομορφία της κλειδαριάς/του ερωτήματος θεωρείται δεδομένη. Τα
υποκείμενα χάνουν την ιδιαιτερότητά τους και το διαφορετικό συνθλίβεται
στην βαρβαρότητα της ομοιογένειας.
Το ζήτημα δεν είναι να βρεθεί ο γενικός κανόνας που θα εφαρμοστεί παντού, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα συνδεθούν τα επιμέρους. Και
αυτό για έναν επιπλέον λόγο. Όσο τα διάφορα εγχειρήματα δεν συνδέονται
μεταξύ τους, τόσο πιο ευάλωτα είναι στην αφομοίωση και στο life style.
Επιδιωκόμενο
λοιπόν είναι η σύνδεση αυτοοργανομένων κοινοτήτων σε διάφορες κλίμακες
οι οποίες μοιράζονται κοινές αξίες. Η κάθε κοινότητα αποδέχεται και
αναγνωρίζει την διαφορετικότητα της άλλης δίχως να θέλει να επιβάλει τα
χαρακτηριστικά της.
Είναι ένα δίκτυο με χαρακτηριστικά των κοινοτήτων που θα συνδεθούν και θα δημιουργήσουν την άλλη κοινωνία.
Η
άλλη κοινωνία δεν είναι ένα προϊόν που μπορούμε να αγοράσουμε από τα
σούπερ μάρκετ. Δεν είναι ένα έτοιμο κοστούμι. Πρέπει να την
καλλιεργήσουμε και μάλιστα εμείς οι ίδιοι.
Η μετάβαση στην Κοινωνική
και Αλληλέγγυα Οικονομία είναι μια αργή διαδικασία, μια διαρκής
επανάσταση που απαιτεί να γκρεμίσουμε πρώτα μέσα μας τις αξίες της
κυρίαρχης ιδεολογίας, να συγκρουστούμε με την ιδεολογία του κέρδους, να
φύγουμε από το φαντασιακό της ανάπτυξης και της κυριαρχίας και να δούμε
την ομορφιά στην διαφορετικότητα, αλλά και την αποτελεσματικότητα της
συνεργασίας και της κοινότητας. Είναι μια διαδικασία συμφιλίωσης με την
φύση.
Η Τοπικοποίηση της παραγωγής, λοιπόν, και η
κοινωνικοποίηση των αγαθών θα μπορούσε να είναι η απάντηση όχι στην
κρίση αλλά στην υπέρβαση της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας.
Πηγη: www.topikopoiisi.com
Η κατεύθυνση της τοπικοποίησης
Στόχος η αποκεντρωμένη, τοπικοποιημένη κοινωνία που θα έχει σαν κύτταρο
την αυτοδύναμη κοινότητα και θα στηρίζεται στην άμεση δημοκρατία και
στον συνομοσπονδιακό κοινοτισμό(ομοσπονδίες δήμων-συνομοσπονδίες
περιφερειών-ομοσπονδίες εθνών).
Η τοπικοποίηση προτείνεται ως
νέος δρόμος προς την κοινωνική, οικολογική και πολιτισμική συνθετότητα
και πολυμορφία, σε αντιπαραβολή προς τον παγκόσμιο καπιταλισμό, που
τείνει προς την ισοπέδωση και τη μονομερή ανάπτυξη, παραγκωνίζοντας
ιδιαιτερότητες ιστορικές και πολιτισμικές, καθώς και άλλους τρόπους
κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης και συμβίωσης. Η τοπικοποίηση ανάγει
τις ρίζες της και τις αξίες της στους προ-σωκρατικούς, στην Πολιτεία του
Πλάτωνα, την αθηναϊκή δημοκρατία, τον πρωτοχριστιανισμό, ενώ παράλληλα
συνδέεται με τις ιδέες και τις αρχές του σοσιαλισμού (ουμανιστικού,
ελευθεριακού…), του κοινοτισμού, της ολιστικής οικολογίας και του
ανατολικού τρόπου σκέψης.
Ο νέος άνθρωπος, αντιμετωπίζεται ως ολότητα
στο πλαίσιο των δυνατοτήτων και των ευκαιριών της κοινότητας,
συναισθάνεται και οριοθετεί την ελευθερία του μέσω της παιδείας και της
συμμετοχής στα δημόσια πράγματα, βιώνει ουσιωδώς την έννοια του χρόνου
ικανοποιώντας όχι μόνο τις υλικές, αλλά και τις πνευματικές και
συναισθηματικές του ανάγκες, αποδέχεται το αναπόφευκτο του θανάτου κι
έτσι ξεπερνώντας αυτό το θεμελιακό φόβο – κεντρικό ζήτημα όλων των
θρησκειών – περνά από το στάδιο της επιβίωσης σε αυτό της ευζωίας,
διεκδικώντας έναν ανθρώπινο, αυτοδύναμο ατομικό και δημόσιο χώρο, που
διαμορφώνει και ελέγχει ο ίδιος.
Οι δομές της Τοπικοποίησης
στήνονται στη βάση της μέριμνας για τον άνθρωπο και τη φύση/ περιβάλλον.
Η τοπικοποίηση στο πεδίο της οικονομίας σημαίνει τοπική, μικρής
κλίμακας παραγωγή και μικρομεσαία αγορά, παραγωγούς / καταναλωτές, αλλά,
κυρίως, τη μεγαλύτερη δυνατή συλλογική ιδιοκτησία επιχειρήσεων, την
αξιοποίηση τοπικών πρώτων υλών, πηγών ενέργειας και δυναμικού, τη
σύζευξη πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, την επιδίωξη της
ικανοποίησης από το προϊόν της εργασίας, που αναγνωρίζεται κοινωνικά και
προέρχεται από τις γνώσεις και τις δεξιότητες του καθένα.
Νοικοκυριά,
συλλογικότητες, συνεταιρισμοί αποφασίζουν πώς και ποιοι πόροι θα
αξιοποιηθούν, πώς θα κατανεμηθούν ορθολογικά, ποιες είναι οι
περιβαλλοντικές επιπτώσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων της
κοινότητας. Επειδή η ζωή τους και η εργασία τους θα συνδέονται άμεσα με
τους τοπικούς πόρους, θα πρέπει να φροντίζουν για την ορθολογική
διαχείρισή τους, ενσωματώνοντας έτσι την προστασία του περιβάλλοντος
στην οικονομική δραστηριότητα και την καθημερινότητά τους.
Ο κοινοτικός
χαρακτήρας οργάνωσης της καθημερινής ζωής – με τη γειτονιά ως χώρο
κοινών δραστηριοτήτων και συνευρέσεων/ επαφών – επιτρέπει τη κάλυψη των
βασικών καθημερινών αναγκών και, παράλληλα, ευνοεί την κοινωνικότητα και
την ψυχολογική/συναισθηματική στήριξη του ατόμου. Έτσι, δομούνται
αποκεντρωμένες κοινότητες που συγκεντρώνουν στοιχεία αγροτικής και
αστικής ζωής. Στο προτεινόμενο λοιπόν πρόταγμα, βασική πολιτική,
κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική μονάδα αποτελεί η κοινότητα. Τη
συνιστούν – στο πλαίσιο του δήμου – άτομα και νοικοκυριά, που
γνωρίζονται μεταξύ τους, ανταλλάσσουν προϊόντα και υπηρεσίες,
μοιράζονται κοινούς χώρους, αντιμετωπίζουν κοινά προβλήματα και
λειτουργούν στη βάση της συνεργασίας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης.
Η
σημερινή κρίση του κομματικού συστήματος, της αντιπροσωπευτικής
δημοκρατίας, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, του εθνικού κράτους, του
κοινωνικού κράτους επιτρέπουν τη διεκδίκηση ενός άλλου μοντέλου. Το
κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης μπορεί να συνεισφέρει προς αυτή την
κατεύθυνση, μιας και συναντιέται με τις αρχές και τα αιτήματά του
μοντέλου της τοπικοποίησης. Μένει να συναντήσει και να πείσει και τα
«θύματα» αυτού του συστήματος: τους ανέργους, τους ημι- απασχολούμενους,
τους νέους που βιώνουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, τις γυναίκες
που προσπαθούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του σπιτιού, της
εργασίας –συχνά ανασφάλιστη και υποαμειβόμενη – χωρίς τη συμπαράσταση
ενός κράτους πρόνοιας, τους περιθωριοποιημένους των πόλεων, τους
παραπαίοντες αγρότες, τους μικρομεσαίους, τους μετανάστες.
Κάτω από
αυτές τις σημερινές συνθήκες, προτείνεται η τοπικοποίηση να περάσει μέσα
από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, εφόσον μεταφερθούν αρμοδιότητες, εξουσίες
και πόροι από το κεντρικό κράτος. Στο χώρο της Τ.Α. η ιδέα της
τοπικοποίησης μπορεί να στηριχθεί τόσο από τα κεντρικά
κόμματα/οργανώσεις της αριστεράς, της οικολογίας, αντι-εξουσιαστικά
σχήματα, ομάδες της αντι-παγκοσμιοποίησης, αλλά κυρίως από τοπικές
ριζοσπαστικές – παρεμβατικές κινήσεις πολιτών, που θα επιδιώξουν, και
μέσω των τοπικών εκλογών, τη συμμετοχή τους και γιατί όχι και την
πλειοψηφία στην Τ.Α, ώστε να προωθήσουν προγράμματα τοπικοποίησης.
Σε
πολιτικό επίπεδο, η δημοτική αυτό-διεύθυνση, που ορίζεται από τη
συμμετοχή του πολίτη με όρους άμεσης δημοκρατίας συνιστά το πιο δύσκολο
εγχείρημα της τοπικοποίησης. Η άμεση δημοκρατία στο πλαίσιο της
κοινότητας, με αρχή τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση και την πλειοψηφία,
βασίζεται στο συλλογικό πολίτη και τον ανακλητό εκπρόσωπο της κοινότητας
και υλοποιείται με γενικές συνελεύσεις κατοίκων, κοινοτικά/συνοικιακά
όργανα, επιτροπές που ορίζονται από τη συνέλευση.
Συζητούνται τα
προβλήματα και πρώτα επιλύονται αυτά που εξαρτώνται από τους πόρους και
το δυναμικό της κοινότητας και για τα υπόλοιπα απευθύνονται σε
εξωκοινοτικούς φορείς. Ο συμμετοχικός προϋπολογισμός μπορεί να
λειτουργήσει ως μια πρώτη απόπειρα συμμετοχής του πολίτη στα κοινά και
ως κίνητρο για να βγει ο σημερινός πολίτης από την αδιαφορία και να
νιώσει ότι μπορεί να παρέμβει στο δημόσιο χώρο, αλλά και στη δική του
ζωή. Έχει εφαρμοστεί στη Ν. Αμερική, όπως στο Πόρτο Αλέγκρε της
Βραζιλίας, πόλη με 1.300.000 κατοίκους. Ορίζονται από τις γειτονιές
εκπρόσωποι, που συμμετέχουν σε μια διευρυμένη συνέλευση, ενημερώνονται
από τις δημοτικές αρχές, επιστρέφουν στις γειτονιές όπου τίθενται τα
αιτήματα. Συγκεντρώσεις ανά τμήμα της πόλης εκλέγουν συμβούλους, οι
οποίοι λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις των αρχών και τα αιτήματα της
γειτονιάς αποφασίζουν τι θα προχωρήσει άμεσα.
Στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου παρατίθεται ένα λεπτομερές μεταβατικό πρόγραμμα τοπικής παρέμβασης.
-Στην
οικονομία: αντίδραση στις ιδιωτικοποιήσεις δημοτικών λειτουργιών, στις
απολύσεις, την ελαστική εργασία, την ημιαπασχόληση, διεκδίκηση πόρων κι
εξουσιών από την κεντρική εξουσία με επιδίωξη την οικονομική αυτάρκεια,
προϋπολογισμοί από συνοικιακές κι ευρύτερες συνελεύσεις, στήριξη της
τοπικής παραγωγής-αγοράς έναντι των πολυκαταστημάτων, στελέχωση τοπικών
υπηρεσιών για τον έλεγχο των προϊόντων στα ράφια, ενημέρωση καταναλωτών
και αγροτών για τα γ.τ.π., άρνηση εισόδου τους στη γεωργία και την
κατανάλωση, την ενίσχυση συνεταιριστικών πρωτοβουλιών.
Ως προς την
αγροτική παραγωγή, προτείνεται η ανάπτυξη πολυκαλλιέργειας –
πολύ-δραστηριότητας, που προστατεύει από το οικονομικό ρίσκο με
απευθείας διάθεση των προϊόντων από τον παραγωγό στον καταναλωτή στους
χώρους παραγωγής τους, η δημιουργία ομάδων για εκμετάλλευση ανανεώσιμων
πηγών ενέργειας και των μεταφορών για τη βελτίωση του εισοδήματός των
αγροτών, η στήριξη της βιολογικής, φυσικής, παραδοσιακής γεωργίας με
αντίστοιχες ειδικότητες στα τοπικά Πανεπιστήμια και ΤΕΕ, δίκτυα
προώθησης, πώλησης, μεταποίησης και ανταλλαγών.
Επίσης, η Τ.Α. μπορεί να
δημιουργήσει κοινωνικές επιχειρήσεις – συνδυάζοντας την παροχή εργασίας
σε ανέργους, την ειδικευμένη δημοτικών υπαλλήλων και την εθελοντική
εργασία – π.χ. ανταλλαγή ή επαναχρησιμοποίηση επίπλων, ηλεκτρικών ειδών,
ρούχων, φροντίδα παιδιών, κομποστοποίηση οργανικών αποβλήτων, συνεργεία
άνεργων τεχνιτών κι επιστημόνων π.χ. οικοδόμων και αρχιτεκτόνων για την
κατασκευή βιοκλιματικών κτιρίων, πράσινες ή ηλιακές στέγες, δημοτικές
μονάδες παραγωγής και κατανάλωσης με έλεγχο και ιδιοκτησία συλλογική,
πρόγραμμα κοινωνικών δαπανών π.χ. βασικό εισόδημα, ακόμα και πιστωτικές
ενώσεις για την κάλυψη βασικών αναγκών.
-Στους τομείς της κατοικίας
και της μετακίνησης ακολουθούνται δρόμοι οικολογικοί, με στόχο την
αναβάθμιση και τον εξανθρωπισμό του αστικού περιβάλλοντος και της
κατοικίας π.χ. χρήση ήπιων μορφών ενέργειας για οικιακή χρήση,
περιορισμοί των αστικών ρύπων με κινητοποιήσεις των άμεσα θιγμένων από
την επιβάρυνση, εκστρατείες για μείωση σκουπιδιών, ανακύκλωση….,
βιολογικοί καθαρισμοί, μικρά βιολογικά αποχετευτικά συστήματα, προστασία
των ποταμών μέσα στις πόλεις, παραλιών …
Η ποιοτική και υγιεινή
διατροφή για όλους μπορεί να επιδιωχθεί με τη στήριξη τοπικών ποιοτικών
προϊόντων και την απευθείας διάθεσή τους από τους παραγωγούς/
παραμερισμός μεσαζόντων, τη βιολογική γεωργία, αποφυγή προϊόντων μεγάλων
εταιρειών και μονάδων, οικογενειακούς, συλλογικούς κήπους κ.α.
-Βασικές
αρχές και στόχοι της εκπαίδευσης είναι να αξιοποιεί τις ικανότητες των
εκπαιδευόμενων, να τους μαθαίνει να λειτουργούν κριτικά, συνθετικά,
συλλογικά, ολιστικά μέσα από αυτό-διαχειριζόμενους θεσμούς, όπου οι
συντελεστές της εκπαίδευσης συναποφασίζουν για το πρόγραμμα σπουδών και
τη μορφή της εκπαίδευσης και όπου οι διδάσκοντες μαθαίνουν και ασκούν
και άλλες δραστηριότητες, ερευνητικές, καλλιτεχνικές, πρακτικές,
συγγραφικές κ.α.. Σε προγραμματικό επίπεδο, η χειραφετική εκπαίδευση
εξασφαλίζεται μέσω της σύνδεσης σχολείου – τοπικής κοινωνίας / τοπικής
γνώσης ….., μέσω της υλικοτεχνικής και αισθητικής αναβάθμισης των
σχολείων, της ανάθεσης χώρων και αρμοδιοτήτων σε μαθητές π.χ. στέκι με
παιχνίδια εντός του σχολείου, διαχείριση κυλικείου, εκπόνηση κι εφαρμογή
Προϋπολογισμού από νέους άνω των 16 ετών, άμεση δημοκρατία στη λήψη
αποφάσεων κ.α.
-Η τοπική κοινωνία οφείλει να ενισχύσει τη δημιουργία
στις τέχνες, τον πολιτισμό, να στηρίζει συνεχώς την πνευματική ανάπτυξη
των μελών της – βιβλιοθήκες, τράπεζες πληροφοριών, κέντρα αυτογνωσίας…-
να προάγει την αλληλεγγύη, τον εθελοντισμό, την αντίληψη του
κοινοτισμού μέσα από κοινόχρηστα π.χ. εργαστήρια για είδη οικοτεχνίας,
τεχνικά εργαστήρια με κοινόχρηστα εργαλεία/ μηχανήματα, οινοποιεία,
αυτό-διαχειριζόμενα ΜΜΕ.. .
Πηγή: www.topikopoiisi.com
